Supreme Court allows appeal against appeal court ruling on priority of execution due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by a bank against a second-instance judgment regarding the priority of execution of debts. The bank argued that the appeal court erred by considering facts not raised by the parties and granting priority to two debtors without proper legal grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court found this procedural flaw valid, ruling that the appeal court must reconsider the priority order and remand the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a second-instance judgment if the lower court considered facts not raised by the parties without a corresponding appeal, violating the principle of adversarial proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 602/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ι. του Κ., 2) Ά. Σ. του Δ. και 3) Α. Τ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης 4971/ΤΜ/374/10-12-2009 και 5089/ΤΜ/386/18-12-2009 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος πιστωτικού ιδρύματος και τραπεζικής εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/ΤΜ/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2220/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρί Δεργαζαριάν ανέγνωσε την από 25-10-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.1 λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθ. 3358Δ/16-7-2021 και 3354Δ/16-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πρωτοδικείο Βεροίας) Χ.
Τ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 30-9-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-11-2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, Α.
Ι. και Α. Τ.. Επίσης από την υπ' αριθ. 1935/26-7-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών (Πρωτοδικείο Αθηνών) Ι. Τ., το με αριθμό φύλλου 10471/30-7-2021 φύλλο της εφημερίδας "..." και το με αριθμό φύλλου 12811/30-7-2021 φύλλο της εφημερίδας "...", που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 30-9-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-11-2021, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος υπέδειξε τις ανωτέρω εφημερίδες για την δημοσίευση της περίληψης του δικογράφου που κοινοποιήθηκε σ' αυτόν προκειμένου να κληθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ά.
Σ., πρώην κατοίκου ... και ήδη άγνωστης διαμονής (άρθρο 135 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες αιτιάσεις είναι δυνατή η αναίρεσή της (προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 409/2020, ΑΠ 387/2018, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 731/2005). Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, καθόσον η αιτίαση που προβάλλεται, με το μοναδικό διαλαμβανόμενο στο αναιρετήριο δικόγραφο λόγο αναίρεσης, δεν αναφέρεται στην ως άνω αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία, συνεπώς, δεν είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως του προβαλλομένου ως άνω λόγου.
Με τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015,ορίζεται κατά σειρά προτεραιότητας οι ασφαλιζόμενες με γενικά προνόμια απαιτήσεις, οι οποίες σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό, προηγούνται και των εμπραγμάτως ασφαλισμένων (άρθρα 976, 977, 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην τρίτη σειρά (τάξη) των γενικών αυτών προνομίων κατατάσσονται, μετά την τροποποίηση του αριθμού 3 του πιο πάνω άρθρου (975 ΚΠολΔ) με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Ως τέτοιες απαιτήσεις νοούνται οποιεσδήποτε απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης και των νομικών διατάξεων επί των οποίων στηρίζονται αυτές, αρκεί μόνο να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος με την παροχή της εξαρτημένης εργασίας. Τα γενικά αυτά προνόμια, που δημιουργούνται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, συνιστούν απόκλιση από την αρχή της σύμμετρης ικανοποίησης των δανειστών (άρθρο 977 παρ. 3 ΚΠολΔ), προκαλούν δε ρωγμές και εμπόδια στην εμπέδωση της πίστης στις συναλλαγές, γιατί έχουν το μειονέκτημα της αφάνειας.
Έτσι, οι προαναφερόμενες διατάξεις, ως εισάγουσες εξαιρετικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύονται στενώς. Με τα δεδομένα αυτά, κατ` ορθή ερμηνεία της διάταξης του αριθμού 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, το γενικό προνόμιο των απαιτήσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας υπάρχει και λειτουργεί μόνο όταν το παθητικό υποκείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης ταυτίζεται με εκείνο της έννομης σχέσης της παροχής εξαρτημένης εργασίας σε βάρος του οποίου έχει γεννηθεί η αξίωση.
Το καθιερούμενο δηλαδή από την ως άνω διάταξη προνόμιο κατατάξεως περιλαμβάνει τις απαιτήσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή εξαρτημένης εργασίας και όχι εκείνες που στηρίζονται σε ανεξάρτητη από αυτήν βάση, λόγω περαιτέρω συστάσεως νέας ενοχής με τον τρίτο καθ' ου η εκτέλεση και για διαφορετική αιτία.
Επομένως, σε περίπτωση παροχής εγγύησης εκ μέρους τρίτου υπέρ του εργοδότη (άρθρα 847 επ. ΑΚ) ή σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 ΑΚ), ή αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (αρθρ. 873 ΑΚ) ή και στην περίπτωση ακόμη της αποδοχής ή τριτεγγύησης συναλλαγματικής (άρθρα 21, 28, 30 και 32 ν. 5325/1932), η απαίτηση που απορρέει από τις δικαιοπραξίες αυτές δεν εξοπλίζεται με το προνόμιο της προκείμενης διάταξης, αφού δεν τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της εργασίας, ούτε, άλλωστε, μπορεί να δημιουργηθεί το προνόμιο με την ιδιωτική βούληση (ΟλΑΠ 5/2016).
Επί πολλαπλής υποθήκης (άρθ. 1270 ΑΚ), ήτοι όταν, για την εξασφάλιση της ίδιας απαιτήσεως, έχει εγγραφεί συγχρόνως ή διαδοχικά υποθήκη ή προσημείωση σε περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρόσωπα ή η εγγραφή έχει γίνει σε ιδανικά μερίδια του ίδιου ακινήτου που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, συνεπεία της αρχής του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης και υπεγγυότητος, μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως της απαιτήσεως, καθένα από τα βεβαρημένα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση.
Από το εκπλειστηρίασμα δε του ενυπόθηκου και επί πολλαπλής υποθήκης καθενός ενυπόθηκου, ο ενυπόθηκος δανειστής θα έχει προνομιακή ικανοποίηση μέχρι του ποσού της εγγραφής της υποθήκης, ενώ το υπόλοιπο ποσό της μεγαλύτερης της ασφαλισμένης απαιτήσεως θα καταταγεί συμμέτρως με τις απαιτήσεις των αναγγελθέντων απλών εγχειρογράφων δανειστών κατά τη διανομή του τυχόν απομείναντος ποσού του εκπλειστηριάσματος (ΑΠ 16/2016, ΑΠ 2111/2014, ΑΠ 560/2006, ΑΠ 872/1996, ΑΠ 1418/1985).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τις οποίες η τελευταία, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 3 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αυτή ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 1, άρθρο όγδοο, παρ. 2 του ίδιου νόμου, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 985 έως 980 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθεί εκείνος, υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, η κατάταξη των δανειστών, για τη διανομή του, γίνεται μεν με ενιαία πράξη, ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη.
Γι' αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, που συντάχθηκε και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνο, από τους δανειστές, κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών, που αναγγέλθηκαν (ΑΠ 21/2020, ΑΠ 1510/2005). Με την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ.
και για την οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ στον βαθμό που εναρμονίζονται και προσιδιάζουν στην ανακοπή αυτή, προσβάλλεται η διαδικασία κατάταξης ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που αρχίζει από την αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών του καθ' ου η εκτέλεση και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης.
Με την ανακοπή αυτή, προβάλλονται αιτιάσεις, που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης και μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης (ΑΠ 2117/2014).
Συνεπώς, οι λόγοι της ανακοπής μπορεί να αναφέρονται είτε στην ύπαρξη ή στο μέγεθος της απαίτησης του δανειστή που κατατάχτηκε ή του προνομίου της ή σε προβολή ενστάσεων κατ' αυτής είτε στην απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της εν λόγω απαίτησης ή του προνομιακού χαρακτήρα και της κατάταξής της (ΑΠ 1127/2014). Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933 και 979 παρ.2 ΚΠολΔ.
προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ' ου, που έχει καταταγεί, ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί, κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει), την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεώς του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της.
Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 711/2016, ΑΠ 370/2014, ΑΠ 1031/2013). Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και του αντικειμένου της και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ` ου η ανακοπή. Δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετέχοντες της δίκης άλλους δανειστές, οι οποίοι έχουν επίσης καταταγεί στον πίνακα κατάταξης και τους οποίους ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει.
Αν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο νικήσας ανακόπτων και όχι άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή ή αυτή απορρίφθηκε ως προς τους ίδιους λόγους, ακόμα και αν εκείνος έχει μείζον προνόμιο κατάταξης (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 1518/2018, 1851/2014, ΑΠ 1083/2011).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/201, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 470/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Κατά δε το άρθρο 536 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μόνο του το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, εκτός αν το εντεύθεν παραγόμενο δεδικασμένο δεν έχει την ίδια έκταση, εκ τούτου δε επέρχεται βλάβη του διαδίκου που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναιρέσεως (ΑΠ 470/2018, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 298/2010, ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1253/2005).
Επίσης, η ως άνω διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, δεν παρέχει στο Εφετείο τη δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Έτσι, αν το Εφετείο, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, αντικαταστήσει την αιτιολογία αυτής, χωρίς σχετικό λόγο εφέσεως, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο εφέσεως και συνεπώς "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και, ως εκ τούτου, ιδρύεται ο εκ του εδαφίου α' της τελευταίας αυτής διατάξεως (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1496/2014, ΑΠ 1265/2011, ΑΠ 845/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"Με επίσπευση του Κ. Π. και προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτησή του ποσού 171.882,02 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. 3639/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθ. 4177/10-9-2009 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βεροίας Χ.
Α., το εκεί περιγραφόμενο αγροτεμάχιο, εμβαδού 5600 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται... στη …, με την επ' αυτού διώροφη κατοικία. Το ακίνητο ανήκε στην κυριότητα των οφειλετών του Α. Γ. και τη μητέρα αυτού Α. Γ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ως πρώτη δε ημέρα πλειστηριασμού αυτού ορίστηκε η 9/1/2008. Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. .../16-7-2009 Ζ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, εκλειστηριάσθηκε αυτό αναγκαστικά στις 16-9-2009 ενώπιον της συμβολαιογράφου Βεροίας, Άννας Πέτσκου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, και το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε από τους υπερθεματιστές ανήλθε στο ποσό των 430.001 ευρώ και συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../16-9-2009 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου.
Ακολούθησε ενώπιον της τελευταίας η διαδικασία αναγγελιών των απαιτήσεων των φερομένων ως δανειστών και συντάχθηκε κατόπιν αυτών ο προσβαλλόμενος με την ένδικη ανακοπή πίνακας. Εκτός από τον επισπεύδοντα, στη διαδικασία του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων, η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." για απαίτησή της και κατά των δύο ανωτέρω οφειλετών της, ύψους 219.481,75 ευρώ, για την εξασφάλιση της οποίας είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού 235.000 ευρώ στις 22-1-2006, η οποία στις 22-1-2008 τράπηκε σε υποθήκη.
Επίσης αναγγέλθηκαν 1) οι δύο πρώτοι των καθ' ων η ανακοπή (αναιρεσίβλητοι) Α. Ι. και Ά. Σ. με τις από 22-9-2009 και 25-9-2009, αντίστοιχα, αναγγελίες τους για φερόμενες ως εργατικές απαιτήσεις, κατά της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και της εκ των καθ' ων η εκτέλεση, Α. Γ., ποσού 25.993,90 και 21.705,77 ευρώ, αντίστοιχα και 2) η τρίτη των καθ' ων, δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας (αναιρεσίβλητη) Α.
Τ., για απαιτήσεις της ποσού 18.197 ευρώ που πηγάζουν από την επαγγελματική της δραστηριότητα και συγκεκριμένα από τις υπηρεσίες που παρείχε στην άνω ετερόρρυθμη εταιρία και τους καθ' ων η εκτέλεση Α. και Α. Γ., ως δικηγόρος. Μαζί με τις αναγγελίες τους οι ανωτέρω κατέθεσαν και όλα τα αποδεικνύοντα τις απαιτήσεις τους έγγραφα, για την κατάθεση δε των εγγράφων καθενός αυτών συντάχθηκαν, αντίστοιχα, οι υπ' αριθμ. .../28-9-2009, .../28-9-2009 και .../28-9-2009 πράξεις κατάθεσης εγγράφων αναγγελίας της άνω συμβολαιογράφου.
Λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον υπ' αριθμ. .../2009 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 975 ΚΠολΔ, αφαίρεσε τα από 24.857 ευρώ έξοδα εκτέλεσης, που αφορούσαν σε έξοδα του δικαστικού επιμελητή από 12.104 ευρώ, σε έξοδα και αμοιβή της συμβολαιογράφου από 9000 ευρώ και σε έξοδα της πληρεξούσιας δικηγόρου του επισπεύδοντος για σύνταξη επιταγής και εντολής προς εκτέλεση και τέλη απογράφου από 3.753 ευρώ....
Ακολούθως, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, το από 405.144 ευρώ μέρος του πλειστηριάσματος που απέμεινε, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προέβη, στο χωρισμό αυτού σε δύο ισόποσα από 202.572 ευρώ μέρη, που αντιστοιχούσαν σε καθένα των παραπάνω καθ' ών η εκτέλεση. Στο από 202.572 ευρώ μέρος του πλειστηριάσματος της Α.
Γ., κατέταξε ως γενικούς προνομιούχους τελεσίδικα, για εργατικές απαιτήσεις, τους εργαζόμενους Α. Ι.... πρώτο των καθ' ών η ανακοπή... (πρώτο αναιρεσίβλητο) για το ποσό των 25.933,90 ευρώ και την Ά. Σ.... δεύτερη των καθ' ών... (δεύτερη αναιρεσίβλητη) για το ποσό των 21.705,77 ευρώ, για πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων τους.
Στη συνέχεια, στο πλειστηρίασμα που προέκυψε από τη συνένωση του εναπομείναντος μέρους του πλειστηριάσματος της Α. Γ. μ' αυτό του Α. Γ. και που ανήλθε στο ποσό των 357.444,33 ευρώ, κατέταξε προνομιακά και τελεσίδικα την τρίτη των καθ' ών Α. Τ., για δικηγορικές αμοιβές, για το ποσό των 18.197 ευρώ, προς πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης της, καθώς και την ανακόπτουσα τράπεζα ενυπόθηκη δανείστρια για ποσό 85.182,85 ευρώ για απαίτηση από την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.
Στο υπόλοιπο πλειστηρίασμα κατέταξε και πάλι την ανακόπτουσα προνομιακά και τελεσίδικα για ποσό 15.731,87 ευρώ για ικανοποίηση προερχόμενη από άλλη διαταγή πληρωμής και την ίδια για το υπόλοιπο ποσό προνομιακά αλλά τυχαία, ως πρώτη προσημειούχο δανείστρια. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, οι δύο πρώτοι των καθ' ών, είχαν προσληφθεί από την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που ενεργούσε δια του νομίμου εκπροσώπου της και ομόρρυθμου εταίρου αυτής Α.
Γ., ενός εκ των καθ' ών η εκτέλεση, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψαν την 1/2/2004 ο πρώτος και την 1/9/2005 η δεύτερη, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως πωλητές έναντι μισθού, στο κατάστημα πώλησης οικιακών ηλεκτρικών συσκευών, που εκείνη διατηρούσε στη …. Από τους παραπάνω χρόνους πρόσληψης τους οι άνω δύο εργαζόμενοι παρείχαν διαρκώς την εργασία τους στην πιο πάνω εταιρεία, με την προαναφερόμενη ειδικότητα και σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων μέχρι την απροειδοποίητη καταγγελία αυτών, που έλαβε χώρα στις 25/9/2007...
Με βάση τα ανωτέρω, για τις παραπάνω αιτίες δικαιούνται ο πρώτος των καθ' ων ποσό 20.316,19 ευρώ και η δεύτερη 16.482,6 ευρώ. Στο μεταξύ, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε στις 30/5/2006 μεταξύ του εκ των καθ' ών η εκτέλεση ανωτέρω Α. Γ., που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της παραπάνω εργοδότριας εταιρείας, της οποίας ήταν ομόρρυθμος εταίρος και της Α.
Γ. μητέρας αυτού και ετέρας των καθ' ών η εκτέλεση, η τελευταία εγγυήθηκε υπέρ της εργοδότριας εταιρείας και ανέλαβε προσωπικά ευθυνόμενη σε ολόκληρο μ' εκείνη, να καταβάλει όλες τις μέχρι τότε οφειλόμενες στους άνω δύο εργαζόμενους αποδοχές, ως και εκείνες που θα προέκυπταν στο μέλλον, με το νόμιμο τόκο, καθώς και τα δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων, ποσά αδειών, επιδομάτων και αποζημιώσεις απολύσεων.
Για τις οφειλόμενες αυτές αποδοχές του άνω χρονικού διαστήματος, οι δύο πρώτοι των καθ' ών, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, την υπ' αριθμ. κατ. 4217/ΕΡ-ΔΙ/212/2007 αγωγή τους, στρεφόμενοι, τόσο κατά της εργοδότριας εταιρείας, όσο και κατά της παραπάνω εγγυήτριας Α. Γ., ζητώντας την καταδίκη τους, στην καταβολή αυτών.
Επ' αυτής εκδόθηκε η 1/ΕΡ-ΔΙ/2008 απόφαση του άνω Δικαστηρίου (διαδικασία εργατικών διαφορών), με την οποία έγινε αυτή δεκτή για τα προαναφερόμενα ποσά, που συνολικά μαζί με τους τόκους που επιδικάστηκαν, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, ανήλθαν στο ποσό των 25.993, 90 ευρώ για τον πρώτο και σ' αυτό των 21.705,77 ευρώ για τη δεύτερη αυτών.
Η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη ώστε παράγει δεδικασμένο μεταξύ των πιο πάνω διαδίκων, το οποίο, ναι μεν δεν δεσμεύει την ανακόπτουσα που δεν ήταν διάδικος στη δίκη εκείνη, αλλά αυτό δεν εμποδίζει από το να ληφθεί υπόψη η απόφαση αυτή για την ορθή κατάταξη αυτών, για τις άνω αποδεικνυόμενες απαιτήσεις τους προνομιακά και οριστικά.
Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον η ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία ευθύνεται για τις παραπάνω οφειλές της προς τους δύο πρώτους των καθ' ών, οι οποίες προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση, έπεται ότι και ο Α. Γ. (ο ένας εκ των καθ' ών η εκτέλεση), ως ομόρρυθμο μέλος αυτής, ευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 22 Εμπ. Ν. (και 329 ΚΠολΔ), αλληλεγγύως για τις ίδιες υποχρεώσεις της εταιρείας.
Οι απαιτήσεις των ανωτέρω που επιδικάστηκαν, γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2006 έως Σεπτέμβριο του 2007, δηλαδή μέσα στη διετία που προηγείται της ημέρας ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (9/1/2008) και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ήταν κατατακτέες προνομιακά και οριστικά στην τρίτη τάξη ολοσχερώς (άρθρ. 975 περ. 3 ΚΠολΔ).
Όμως οι παραπάνω αναγγελθείσες απαιτήσεις, τις οποίες όφειλε στους ανωτέρω η προαναφερόμενη εργοδότρια εταιρία και την καταβολή των οποίων, υπέρ της τελευταίας, εγγυήθηκε η εκ των καθ' ων η εκτέλεση Ά. Γ., δεν εξοπλίζονται με το ανωτέρω προνόμιο έναντι αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι δύο πρώτοι των καθ' ών, αφού δεν τελούν σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της εργασίας, ούτε άλλωστε, μπορεί να δημιουργηθεί προνόμιο από την ιδιωτική βούληση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις παραπάνω νομικές σκέψεις και συνεπώς δεν μπορούν να ικανοποιηθούν προνομιακά από το μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογεί σ' εκείνη.
Επομένως, οι δύο πρώτοι των καθ' ών αναγγελθέντες στην επίδικη διαδικασία κατάταξης για τις ανωτέρω οφειλόμενες σ' αυτούς από εργασιακή σχέση απαιτήσεις, ορθά κατατάχθηκαν προνομιακά και τελεσίδικα για το σύνολο αυτών, συμπεριλαμβανομένων και των νόμιμων τόκων και εξόδων, πλην, εσφαλμένα στο μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογεί στην εκ των καθ' ών η εκτέλεση Ά.
Γ., αντί σ' εκείνο που αναλογεί στον έτερο των καθ' ών η εκτέλεση Α. Γ., υπόχρεο, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, για την ικανοποίηση τους. Συνακόλουθα, οι λόγοι της ανακοπής με τους οποίους αμφισβητούνται, η ύπαρξη, το ύψος, αλλά και ο προνομιακός χαρακτήρας των ανωτέρω απαιτήσεων των δύο πρώτων των καθ' ών, ήταν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλουμένης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή της και συγκεκριμένα τον τρίτο λόγο αυτής, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και την κατάταξή τους στην τρίτη τάξη, κατ' άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογούσε στην εκ των καθ' ων η εκτέλεση Α.
Γ.".
Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ενώ δέχθηκε, ότι οι αναγγελθείσες εργατικές απαιτήσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τις οποίες όφειλε σε αυτούς η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ομόρρυθμο μέλος της οποίας ήταν ο εκ των καθ' ων η εκτέλεση Α. Γ., δεν εξοπλίζονται με το ανωτέρω προνόμιο έναντι της έτερης των καθ' ων η εκτέλεση Α.
Γ., η οποία είχε εγγυηθεί την καταβολή των ως άνω απαιτήσεων, δηλαδή δέχθηκε ότι το παθητικό υποκείμενο της έννομης σχέσης της παροχής εξαρτημένης εργασίας, σε βάρος του οποίου είχαν γεννηθεί οι εν λόγω αξιώσεις, ήταν διαφορετικό από εκείνο της εκ των καθ' ων η εκτέλεση Α. Γ. και ότι, συνεπώς, δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν προνομιακά από το μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογούσε σ' εκείνη και άρα εσφαλμένως κατατάχθηκαν στον πίνακα κατατάξεως προνομιακά και τελεσίδικα στο μέρος αυτό του πλειστηριάσματος, όπως δηλαδή είχε προβάλει με τον σχετικό λόγο της ανακοπής και τον αντίστοιχο της έφεσής της η αναιρεσείουσα, στη συνέχεια, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και χωρίς να μεταρρυθμίσει τον πίνακα κατάταξης, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής και την έφεση της αναιρεσείουσας, δεχόμενο, κατά τη νοηματική εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ορθώς οι αναγγελθέντες δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατατάχθηκαν προνομιακά και τελεσίδικα για το σύνολο των οφειλόμενων σ' αυτούς απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των νόμιμων τόκων και εξόδων, ικανοποιούμενοι προνομιακά από το μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογεί στον έτερο των καθ' ων η εκτέλεση Α.
Γ., που ήταν υπόχρεος προς τούτο. Πράττοντας όμως έτσι το Εφετείο υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη, πλημμέλεια, αφού, ερευνώντας τη δυνατότητα προνομιακής ικανοποιήσεως των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων από το μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογεί στον εκ των καθ' ων η εκτέλεση Α.
Γ., χωρίς σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας ως προς το ζήτημα αυτό, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εκδίδοντας παράλληλα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει νόμιμη την προνομιακή κατάταξη των αναιρεσιβλήτων στο αναλογούν στην Α.
Γ. πλειστηρίασμα, απόφαση επιβλαβέστερη για την αναιρεσείουσα ενυπόθηκη δανείστρια, όσον αφορά την κατάταξή της στο πλειστηρίασμα που αναλογούσε στον καθ' ου η εκτέλεση Α. Γ., χωρίς προηγουμένως να εξαφανιστεί η απόφαση αυτή και χωρίς να έχει ασκηθεί ανακοπή με τέτοιο λόγο και αντίστοιχο αίτημα ούτε και έφεση ή αντέφεση εκ μέρους των δύο αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατ' εκτίμηση από τη διάταξη του αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 άρθρου ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφ` όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν(άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ,και να καταδικασθούν οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Όσον αφορά την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσείουσας, διότι η τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αίτησης και δεν υπεβλήθη σε δικαστικές δαπάνες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-9-2014 αίτηση του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2220/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη. ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2220/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος αυτής για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ