Supreme Court partially allows appeal on contract price but dismisses other claims in construction contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by company W against the Second Instance Court's decision in a construction contract dispute. While the court rejected the appellant C.'s request to annul the lower judgment, it accepted W's partial appeal regarding the contract price, ordering a refund of the disputed sum. The decision was based on the specific interpretation of Article 681 of the Civil Code defining the essential elements of a contract for work, distinguishing it from other contractual types.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681 and 579 of the Civil and Administrative Code; The contract for work is defined by the agreement, the work itself, and the remuneration, and an appeal is admissible only regarding amounts previously ordered by the annulled judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 602/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "C.", και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Μουτζουρίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "W., που εδρεύει στη Ν. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Αλέξανδρο Δοβλέ, 2) Αικατερίνη Πανέρη και 3) Μαρία - Στεφανία Κατσιάπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2012 αγωγή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "C.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2645/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3466/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 26-6-2018 και 3-11-2017 αιτήσεις τους, και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "W." και με τους από 17-9-2018 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "W." ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού α) η από 3.11.2017 αίτηση αναιρέσεως και οι εμπροθέσμως και παραδεκτά ασκηθέντες με το από 17-9-2018 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής και β) η από 26-6-2018 αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ.3466/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, αφού έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, δηλαδή το αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου από τον εργολάβο, στοιχείο το οποίο αν λείπει δεν πρόκειται για μίσθωση έργου αλλά για άλλη σύμβαση (εντολή κλπ).Περαιτέρω κατά την έννοια της άνω διατάξεως, ως έργο νοείται το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, συνισταμένης στη δημιουργία μιας νέας κατάστασης σε σχέση με εκείνη που προϋφίσταται, μπορεί δε το έργο να είναι υλικό ή άυλο, πνευματικής, φυσικής ή ηθικής φύσης, να συνδέεται με ενσώματο αντικείμενο είτε άμεσα (μετατροπή ύλης) είτε έμμεσα, να αποτελεί αυτοτελές προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας, να είναι ορατό (ανοικοδόμηση κτιρίου) ή αόρατο (διατύπωση επιστημονικής γνώμης) κλπ.
Πρέπει δε το έργο να έχει αγοραία και αυτοτελή αξία για τον εργοδότη ή για κάποιον τρίτο, η δε αξία του πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από την αξία της εργασίας, που καταβάλλεται για την παραγωγή του. Η διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ δεν διακρίνει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών έργων και συνεπώς οποιοδήποτε νοητό έργο ρυθμίζεται κατ' αρχήν από τα άρθρα 681 έως 702 του ΑΚ.
Επομένως ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση, ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή και να μείνει ακαθόριστη.
Ο εργολάβος δε που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεστεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει τη σύναψη εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, τη συμφωνηθείσα αμοιβή, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοσή του ή τουλάχιστον, την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη.(ΑΠ 703/2019, ΑΠ554/2018,ΑΠ728/2017,ΑΠ1714/2012).
Αντίθετα η παράδοση του έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε ο εργοδότης μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνο τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ119/2014,ΑΠ183/2011).
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.536/2011) Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη στην από 3-11-2017 αίτηση αναιρέσεως για τη θεμελίωση της κατά της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης αγωγής της και δη της περί καταβολής της αμοιβής απαιτήσεως της εξέθεσε μεταξύ άλλων ότι κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα άτυπη σύμβαση έργου, διάρκειας 24 μηνών, με αντικείμενο τη διερεύνηση των περιθωρίων λύσεων προς εξοικονόμηση δαπανών της εναγομένης στους τομείς logistics και των τηλεπικοινωνιών, συντασσομένων αντίστοιχων εκθέσεων για κάθε στάδιο του ένδικου έργου.
Ότι με βάση τους όρους της σύμβασης, η οποία δεν υπογράφηκε, αλλά οι όροι αυτής έγιναν σιωπηρά αποδεκτοί από την εναγομένη, ορίζεται ότι η αμοιβή που συμφωνήθηκε θα προσδιορίζεται ως ποσοστό επί των εξοικονομηθέντων από την εναγομένη ποσών κατά τη διάρκεια της περιόδου αμοιβής. Ότι, ειδικά για τους συμφωνηθέντες τομείς κόστους, η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε σε 24 μήνες από την ημερομηνία έναρξη εφαρμογής των λύσεων και η αμοιβή συμφωνήθηκε ότι θα ισούται με ποσοστό 50% επί των εξοικονομηθέντων από την εναγομένη ποσών, εκτός της περίπτωσης συνεργασίας της ίδιας (ενάγουσας) με τρείς τουλάχιστον εταιρείες του ομίλου Π.
Γ., κατά την οποία θα ισχύουν οι προνομιακές αμοιβές που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι πιο συγκεκριμένα η αμοιβή της συμφωνήθηκε ότι θα υπολογίζεται με βάση τη διαφορά ανάμεσα στο σημείο αναφοράς (έκθεση 1) και τις τιμές που ουσιαστικά καταβάλλονται από την εναγομένη στη διάρκεια περιόδου αμοιβής (24 μήνες) κατόπιν της εφαρμογής της έκθεσης εισηγήσεων.
Ότι συνέταξε η ίδια την έκθεση 1- υπάρχουσα κατάσταση / σημείο αναφοράς για κατηγορία κόστους μεταφορών, η οποία υπογράφηκε από τον οικονομικό διευθυντή της εναγομένης και ακολούθως διοργάνωσε και διεξήγαγε διαγωνισμό για υποβολή προσφορών. Ότι αφού αξιολογήθηκαν όλες οι προσφορές συνέταξε την έκθεση 2, με την οποία υπολογίστηκε η δυνατότητα ετήσιας εξοικονόμησης, όπως τροποποιήθηκε μετά από συμφωνία των μερών, ευρώ 93.296 εφόσον διατηρείτο η υφιστάμενη προμηθεύτρια της εναγομένης εταιρεία με την επωνυμία "Δ." (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 20%, ευρώ 155.218 (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 33%), εφόσον επιλεγόταν ο Β., ευρώ 165.906 (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 36%) εφόσον επιλεγόταν η F.
και ευρώ131.035 (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 28%) εφόσον επιλεγόταν η G. Ότι ο μέσος όρος εξοικονόμησης ανέρχεται σε ευρώ 136.363,75 ετησίως (= 93.296+155.218+165.906+131.035:4), δηλαδή συνολικό ποσό εξοικονόμησης για τη διετή ισχύ της σύμβασης είναι ποσοστό 50% επί της εξοικονόμησης, δηλαδή συνολικά 136.363,75, πλέον ΦΠΑ, δηλαδή συνολικά 167.727,41 ευρώ.
Η αγωγή με το άνω περιεχόμενο είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι εκθέτει με σαφήνεια όλα από το νόμο πραγματικά περιστατικά και ειδικά την άτυπη κατάρτιση της σύμβασης, το αντικείμενο της σύμβασης, το εκτελούμενο έργο εκ μέρους της ενάγουσας και τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους της αμοιβής της.
Ειδικότερα ως προς τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών περί εργολαβικής αμοιβής, η οποία, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν αγωγικό περιεχόμενο, ανέρχεται σε ποσοστό επί του μέσου όρου όλων των εναλλακτικών λύσεων σε εξοικονομήσεις logistics που εισηγήθηκε η εναγομένη, ως εάν είχαν εφαρμοστεί συγχρόνως.
Από μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίζει η προσβαλλόμενη απόφαση στο επίμαχο σημείο τη συμφωνημένη αμοιβή ως ζημία δεν παρέπεται ότι εκτίμησε εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής ως προς την ιστορική αιτία και το αίτημα που αποτελούν τα αναγκαία κατ' άρθρο 216 παρ. 2 στοιχεία που να καθιστούν ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής και να δικαιολογούν το αίτημα παροχής έννομης προστασίας της ενάγουσας.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη και ως προς κεφάλαιο της συμφωνηθείσης αμοιβής την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως της εναγομένης , δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, παραλείποντας να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς το ρηθέν κεφάλαιο της, την ένδικη αγωγή και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του από 3-11-2017 κυρίως δικογράφου και ο πρώτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εκπροσωπούμενη από το Γ., δραστηριοποιείται στον τομέα της διαχείρισης λειτουργικού κόστους και ειδικότερα εντοπίζει, κατόπιν εμπεριστατωμένης έρευνας, περιθώρια εξοικονόμησης και στη συνέχεια διερευνά λύσεις μείωσης δαπανών επιχειρήσεων και οργανισμών, συντασσομένων σχετικών εκθέσεων εισήγησης, χωρίς ωστόσο να επέρχεται υποβάθμιση της ποιότητας των εκ μέρους τους παρεχόμενων αγαθών και υπηρεσιών.
Ειδικότερα, κατόπιν κατάρτισης σχετικής σύμβασης με την επιχείρηση, προβαίνει σε εξειδικευμένη ανάλυση των δαπανών της επιχείρησης ανά κατηγορία κόστους, συντάσσοντας σχετική έκθεση, στη συνέχεια, εφόσον η επιχείρηση συμφωνεί, εγκρίνοντας τη σχετική έκθεση, με την υπάρχουσα κατάσταση, διερευνά λύσεις που μπορεί να φέρουν εξοικονόμηση, χρησιμοποιώντας τη μεγάλη διαπραγματευτική της δύναμη και ειδικότερα αναζητεί βελτιωμένες προσφορές από τους υφιστάμενους προμηθευτές ή νέες ανταγωνιστικές προσφορές από εναλλακτικούς προμηθευτές.
Ακολούθως, βοηθά την επιχείρηση στην υλοποίηση των προτεινόμενων λύσεων και παραμένει με την επιχείρηση, προκειμένου να μετρηθεί το πραγματικό όφελος (πραγματικές εξοικονομήσεις κόστους), επί του οποίου υπολογίζεται και η αμοιβή της. Η αμοιβή της προκύπτει με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης και τη διαφορά (εξοικονόμηση) που αποτυπώνεται στις δύο εκθέσεις (έκθεση σημείο αναφοράς και έκθεση εισηγήσεων), όπως αυτές υλοποιούνται για την επιχείρηση και είναι πάντα αναλογική με βάση τον όγκο των εξοικονομήσεων που πράγματι διασφάλισε για την επιχείρηση, δηλαδή είναι ποσοστό επί των πραγματικών εξοικονομήσεων, που επιτεύχθηκαν με την ανάμειξή της, ενώ ουδεμία οικονομική δέσμευση της επιχείρησης για καταβολή αμοιβής υφίσταται, σε περίπτωση μη επίτευξης για οιονδήποτε λόγο εξοικονόμησης λειτουργικού κόστους.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα- εφεσίβλητη, στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, ήρθε στις 23.9.2010 σε επαφή με την εκκαλούσα- εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία τυγχάνει μέλος του Ομίλου Εταιρειών Π. Γ., γεγονός που αποδεικνύεται από προσκομιζόμενο με επίκληση αντίγραφο της ιστοσελίδας της εταιρείας O., εταιρείας holding του ομίλου συμφερόντων του επιχειρηματία Π.
Γ., στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι ανήκει τόσο η εκκαλούσα κατά 100%, όσο και οι P. και G., κατά 87,15% προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο μίας μεταξύ τους συνεργασίας στο πεδίο της εξοικονόμησης λειτουργικού κόστους στην επιχείρηση της εφεσίβλητης- εναγομένης. Στη συνάντηση αυτή, που έλαβε χώρα στα γραφεία της εκκαλούσας- εναγομένης, παρουσιάστηκε το αντικείμενο δραστηριότητας της εφεσίβλητης και τονίστηκε από την τελευταία η μεγάλη διαπραγματευτική της δύναμη στους προμηθευτές υπηρεσιών και η επίτευξη καλύτερων τιμών μαζί τους, προκειμένου έτσι να εξοικονομηθούν λειτουργικές δαπάνες.
Στη συνέχεια, απεστάλη από την εφεσίβλητη στην εκκαλούσα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ολοκληρωμένο ενημερωτικό υλικό αναφορικά τόσο με τη μεθοδολογία εκτέλεσης του έργου όσο και με τον τρόπο αμοιβής αυτής, καθώς επίσης και η έγγραφη σύμβαση, το κείμενο της οποίας ταυτίζεται προς εκείνο, που υπογράφηκε σταδιακά, από τα τέλη του έτους 2010 έως τα μέσα του έτους 2011, μεταξύ της εφεσίβλητης- ενάγουσας και άλλων εταιρειών του αυτού ομίλου, όπως P., M., G.
και S. Με την έγγραφη αυτή σύμβαση, δηλώνεται ότι το έργο της ενάγουσας είναι η εξέταση και ανάλυση των εξόδων του πελάτη, με στόχο τον εντοπισμό εξοικονομούμενων ποσών στις κατηγορίες δαπανών που απαριθμούνται στο παράρτημα 2, ότι προκειμένου να αποφευχθεί κάθε ασάφεια ως προς την προέλευση των επιτευχθέντων εξοικονομούμενων ποσών, ο πελάτης συμφωνεί να διασφαλίσει ότι δεν θα επιτραπεί κανένα ανταγωνιστικό έργο σε σχέση με τις κατηγορίες δαπανών που καλύπτονται από το έργο της ενάγουσας και ότι η διαπραγμάτευση με τους προμηθευτές θα γίνεται από τους αναλυτές της ενάγουσας και κάθε πιθανή εξοικονόμηση κόστους που εντοπίζεται πάντοτε θα θεωρείται ότι απορρέει από το έργο της ενάγουσας, ότι το έργο θα ξεκινήσει με την υπογραφή της παρούσας σύμβασης, ότι ο πελάτης συμφωνεί να διαθέσει τα απαραίτητα λογιστικά στοιχεία, τις προδιαγραφές και όλα τα άλλα έγγραφα που απαιτούνται από την ενάγουσα, εντός 30 ημερών το αργότερο από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας και η ενάγουσα δεσμεύεται να διαχειρίζεται όλα τα στοιχεία αυτά ως αυστηρώς εμπιστευτικά.
Ακολούθως, δηλώνεται ότι αρχικά η ενάγουσα θα αποτυπώσει τις τρέχουσες τιμές μονάδας, τα κριτήρια απόφασης, το ετήσιο κόστος των επιλεγμένων κατηγοριών δαπανών και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις επιλογής, ότι η ενάγουσα θα ζητήσει από τον πελάτη να επικυρώσει την έκθεση "Υπάρχουσα κατάσταση- Σημείο αναφοράς", η οποία θα χρησιμεύσει ως βάση για την εκτίμηση των μελλοντικά παραγόμενων εξοικονομούμενων ποσών, ενώ αν μετά από 15 ημέρες από την παρουσίαση της έκθεσης η ενάγουσα δεν έχει λάβει κάποια ειδοποίηση από τον πελάτη, θα θεωρείται ότι το Σημείο αναφοράς έχει γίνει δεκτό από τον πελάτη.
Ότι στο τέλος της αξιολόγησής της η ενάγουσα θα παρέχει στον πελάτη την έκθεση εισηγήσεων και προσδιορισμό των εξοικονομούμενων ποσών που θα προκύψουν και αν ο πελάτης δεν την απορρίψει μέσα σε 15 ημέρες οι εισηγήσεις θα θεωρείται ότι έγιναν δεκτές από τον πελάτη, ότι η αμοιβή της θα υπολογίζεται με βάση τη διαφορά ανάμεσα στο Σημείο αναφοράς και τις τιμές που ουσιαστικά καταβάλλονται από τον πελάτη στη διάρκεια της περιόδου αμοιβής, που ορίζεται σε 24 μήνες και το Σημείο αναφοράς θα προσαρμόζεται αναλόγως σε περίπτωση γενικής αναπροσαρμογής των τιμών που θα παρατηρηθεί στη διάρκεια της περιόδου αμοιβής.
Ότι ο υπολογισμός της αμοιβής της ενάγουσας γίνεται βάσει εξοικονομούμενων ποσών που ανακύπτουν μετά την υπογραφή της σύμβασης, ανεξάρτητα από την προέλευση ή τη μορφή τους, συμπεριλαμβανομένων των εξοικονομούμενων ποσών που προκύπτουν από την εισήγηση νέων προμηθευτών και διαπραγματεύσεων τιμών που επέρχονται στη διάρκεια της περιόδου αμοιβής.
Ότι για κάθε κατηγορία δαπανών που επηρεάζεται από το έργο, η ενάγουσα θα λαμβάνει ως αμοιβή το 50% (συν ΦΠΑ) του συνόλου των εξοικονομούμενων ποσών. Ότι μετά την παρουσίαση της έκθεσης εισηγήσεων, εφόσον οι εισηγήσεις πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις επιλογής, που είχαν τεθεί στην έκθεση "Υπάρχουσα κατάσταση- Σημεία αναφοράς" ή ο πελάτης επιλέξει να εφαρμόσει μία από τις προτεινόμενες λύσεις της έκθεσης εισηγήσεων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις επιλογής οφείλεται αμοιβή 20% του συνόλου των εξοικονομούμενων ποσών που επιτεύχθηκαν στον πελάτη, ενώ το υπόλοιπο θα τιμολογείται σε τριμηνιαία βάση, έτσι ώστε στο τέλος της περιόδου αμοιβής η συνολική αμοιβή που θα καταβληθεί στην ενάγουσα θα ισούται με το 50% (συν ΦΠΑ) των εξοικονομούμενων ποσών που επιτεύχθηκαν για τον πελάτη.
Τέλος, ότι σε περίπτωση που η εισήγηση δεν εφαρμοστεί εντός 3 μηνών από την παρουσίαση της έκθεσης εισηγήσεων, η συνολική αμοιβή που θα οφείλεται στην ενάγουσα με βάση της έκθεσης εισηγήσεων θα είναι άμεσα πληρωτέα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 6.10.2010 η εκκαλούσα- εναγομένη, η οποία ήταν ενήμερη ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης και είχε πλήρως κατανοήσει τα στάδια του έργου της εφεσίβλητης- ενάγουσας, αποδεχόμενη τους όρους της ανωτέρω σύμβασης και σε επισφράγιση αυτής, απέστειλε στην εφεσίβλητη- ενάγουσα αναλυτικώς όλα τα απαραίτητα, αν και απόρρητα στην πλειοψηφία τους, οικονομικά της στοιχεία (λ.χ.
ισοζύγια, καταστάσεις πελατών-προμηθευτών, πωλήσεις και τιμές πώλησης εμπορευμάτων, κόστος λειτουργίας, κλπ), προκειμένου αυτή να ξεκινήσει το πρώτο στάδιο του έργου, που συνίσταται στην ανάλυση και καταγραφή του υφιστάμενου λειτουργικού της κόστους, το οποίο θα αποτελούσε τη βάση (σημείο αναφοράς) για τον υπολογισμό των μελλοντικών εξοικονομήσεων, συντασσόμενης, ακολούθως, σχετικής έκθεσης με τίτλο "Έκθεση Υπάρχουσας Κατάστασης- Σημείο αναφοράς".
Επίσης, συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων οι ειδικότερες κατηγορίες, ως προς τις οποίες η ενάγουσα θα διερευνούσε τα περιθώρια εξοικονόμησης κόστους καθώς και ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής της για τη σταδιακή εκτέλεση του ανατεθειμένου σε αυτήν έργου, χωρίς ωστόσο η εκκαλούσα- εναγομένη, να προβεί σε υπογραφή της έγγραφης σύμβασης, γεγονός που δεν προβλημάτισε την εφεσίβλητη- ενάγουσα, δεδομένου ότι υπήρχε κλίμα εμπιστοσύνης και ήδη η εκκαλούσα είχε αποστείλει, όπως ανωτέρω αναφέρεται, οικονομικά στοιχεία της επιχείρησής της, προκειμένου αυτά να αναλυθούν από την εφεσίβλητη, ενέργεια, που όπως αναφέρεται στη σύμβαση, που είχε ήδη αποσταλεί στην εκκαλούσα, αποτελούσε μέρος του πρώτου σταδίου του έργου της εφεσίβλητης.
Έτσι, η τελευταία, η οποία είχε ήδη συνάψει σχετική σύμβαση με την εταιρεία του ομίλου P., ξεκίνησε την εκτέλεση της πρώτης φάσης του επίδικου έργου, αξιοποιώντας την πληθώρα των κατά τα ανωτέρω απεσταλμένων για το σκοπό αυτό από την εναγομένη οικονομικών στοιχείων ως προς την ανεύρεση περιθωρίων εξοικονόμησης κόστους για τη συμφωνηθείσα στις 5.11.2010 ειδικότερη κατηγορία των Logistics (αποθήκευτρα- μεταφορές- διανομή), στην οποία προστέθηκε και η κατηγορία των τηλεπικοινωνιών, αφού έπειτα από ενδελεχή έρευνα εκ μέρους της εφεσίβλητης- ενάγουσας δεν ανέκυψαν ικανά περιθώρια εξοικονόμησης λειτουργικών δαπανών ως προς τις άλλες κατηγορίες, που είχαν αποτελέσει αρχικώς αντικείμενο διερεύνησης.
Ακολούθως, η εφεσίβλητη- ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη, στις 15.2.2011, μία αρχική έκθεση υπάρχουσας κατάστασης- σημείο αναφοράς, όπου αποτυπωνόταν το υφιστάμενο λειτουργικό κόστος αυτής(εναγομένης) στον τομέα των logistics και η οποία θα αποτελούσε τη βάση για τη δεύτερη φάση του έργου, ήτοι της ανεύρεσης πραγματικών λύσεων εξοικονόμησης δαπανών στον οικείο τομέα.
Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται, κατά την αυτήν ως άνω ημερομηνία (15.2.2011), κατόπιν σχετικής συνάντησης μεταξύ των διαδίκων πλευρών και κατόπιν σχετικής υπόδειξης της εφεσίβλητης- ενάγουσας, δόθηκαν από την εκκαλούσα- εναγομένη, αν και με καθυστέρηση δύο (2) μηνών, πρόσθετα οικονομικά στοιχεία, για πληρέστερη ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης ως προς το λειτουργικό κόστος της τελευταίας στον τομέα των logistics.
Επίσης, προς διευκόλυνση της πρόσθετης αυτής ανάλυσης, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί συνάντηση με την εταιρεία "Δ.", που ήταν ο προμηθευτής της εκκαλούσας στις υπηρεσίες logistics, η οποία και πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της ανωτέρω εταιρείας, τέλη Μαΐου 2011 και κατά την οποία η εφεσίβλητη παρουσίασε αναλυτικά το έργο της και τη διαδικασία εκτέλεσης αυτού, ενημερώνοντας αυτήν, παράλληλα, περί της διενέργειας επικείμενου διαγωνισμού υποβολής προσφορών από ενδεχομένως ανταγωνιστικότερους προμηθευτές, στον οποίο θα μπορούσε και η ίδια, ως υφιστάμενος προμηθευτής, να συμμετάσχει, διαδικασία που αποτελεί το αφετήριο σημείο της δεύτερης φάσης του ένδικου έργου.
Στη συνέχεια, στις 24.10.2011, έπειτα από ανάλυση και επεξεργασία των ως άνω πρόσθετων οικονομικών στοιχείων, η εφεσίβλητη σε συνάντηση της με εκπροσώπους της εκκαλούσας παρουσίασε την αναθεωρημένη Έκθεση Υπάρχουσας Κατάστασης- Σημείο Αναφοράς και πληροφόρησε την τελευταία (εκκαλούσα) ότι υπάρχουν περιθώρια μείωσης κόστους των υπηρεσιών logistics που αγγίζουν ποσοστό 40%.
Επίσης, την ενημέρωσε για την ανάγκη έγκρισης της οικείας έκθεσης, προκειμένου να αποσταλεί προς υποψήφιους προμηθευτές, καθώς και περί των μετέπειτα ενεργειών της αναφορικά με την προκήρυξη του διαγωνισμού προς υποβολή σχετικών προσφορών. Η εκκαλούσα ενέκρινε και υπέγραψε την πρώτη αυτή έκθεση, πλην όμως, εκδηλώνοντας την επιφυλακτικότητά της ως προς τη συνέχιση της λειτουργίας της ένδικης σύμβασης, προέβη στις 7.11.2011 σε αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την εφεσίβλητη, αιτούμενη τη διακοπή της μεταξύ τους υφιστάμενης έως τότε -"άψογης" όπως αναφέρει- συνεργασίας, επικαλούμενη αποκλειστικώς και μόνο τις κρατούσες στην ελληνική αγορά ειδικές συνθήκες κατά την εν λόγω περίοδο, κατά την οποία ήταν ήδη έκδηλη η οικονομική δυσπραγία της Χώρας, ενώ ουδόλως γίνεται μνεία περί τυχόν μη καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης ή περί ασυμφωνίας ως προς ουσιώδεις αυτής όρους, συνομολογώντας έτσι την ύπαρξη και λειτουργία της επίδικης σύμβασης.
Στη συνέχεια, όμως, η εκκαλούσα επανήλθε με νέο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο προς την εφεσίβλητη στις 9.11.2011 αξιώνοντας αλλά και προάγοντας τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας, με αποτέλεσμα η εφεσίβλητη να εκκινήσει τη δεύτερη φάση του έργου με την κατάρτιση για λογαριασμό της εκκαλούσας της προκήρυξης του διαγωνισμού προς υποβολή προσφορών από προμηθευτές στον τομέα των logistics.
Η προκήρυξη εγκρίθηκε από την εκκαλούσα, στις 26.1.2012 και στάλθηκε στους υποψήφιους προμηθευτές, συμπεριλαμβανομένου και του υφιστάμενου, στις 31.1.2012. Από τον διενεργηθέντα διαγωνισμό, η εφεσίβλητη έλαβε συνολικά 4 προσφορές και ειδικά από την υφιστάμενη προμηθεύτρια της εκκαλούσας εταιρείας "Δ.", από τον Β., από την F.
και από την G. Αφού αξιολογήθηκαν οι προσφορές, συνέταξε την έκθεση εισηγήσεων με την οποία υπολογίστηκε δυνατότητα ετήσιας εξοικονόμησης 138.278 ευρώ, εφόσον διατηρούταν η υφιστάμενη προμηθεύτρια (ποσοστό εξοικονόμησης 20%), 274.973 ευρώ, εφόσον επιλεγόταν ο Β. (ποσοστό εξοικονόμησης 40%), 389.433 ευρώ, εφόσον επιλεγόταν η F. (ποσοστό εξοικονόμησης 42%) και 243.932 ευρώ, εφόσον επιλεγόταν η G. (ποσοστό εξοικονόμησης 35%).
Ακολούθως, λόγω αλλαγών που ζητήθηκαν από την εκκαλούσα ως προς τη βάση υπολογισμού των αμοιβών της εφεσίβλητης, η τελευταία, αφού αποδέχθηκε το αίτημα, τροποποίησε την ανωτέρω έκθεση εισηγήσεων και τελικά υπολογίστηκε η δυνατότητα ετήσιας εξοικονόμησης σε ευρώ 93.296, εφόσον διατηρούταν η υφιστάμενη προμηθεύτρια της εναγομένης εταιρεία με την επωνυμία "Δ." (ποσοστό εξοικονόμησης 20%), ευρώ 155.218 (ποσοστό εξοικονόμησης 33%), εφόσον επιλεγόταν ο Β., ευρώ 165.906 (ποσοστό εξοικονόμησης 36%) εφόσον επιλεγόταν η F.
και ευρώ 131.035 (ποσοστό εξοικονόμησης 28%) εφόσον επιλεγόταν η G. Η εκκαλούσα, διατήρησε την υφιστάμενη προμηθεύτριά της, αγνοώντας τις άλλες ανταγωνιστικές προσφορές, παρόλο που η εξοικονόμηση των λειτουργικών της δαπανών έφτανε στο 20%. Η εξοικονόμηση αυτή της τάξης του 20%, που τελικά επιτεύχθηκε, δυνάμει διαδοχικών τροποποιητικών ιδιωτικών συμφωνητικών με την υφιστάμενη προμηθεύτρια υπηρεσιών logistics εταιρεία "Δ." και δη με έναρξη ισχύος από 1.1.2012, είναι αναμφίβολα προϊόν της εκ μέρους της ίδιας της εφεσίβλητης έμμεσης άσκησης πίεσης στην ανωτέρω προμηθεύτρια με την αναζήτηση στην αγορά ανταγωνιστικότερων λύσεων για την εκκαλούσα ως προς τον οικείο τομέα, η οποία (αναζήτηση) είχε ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται μέσα από τις μεταξύ των διαδίκων μερών ανταλλαγές στοιχείων και πληροφοριών.
Επίσης, η ίδια η εφεσίβλητη, που από το Φεβρουάριο 2011 είχε εκδηλώσει ρητώς την επιθυμία της να επισκεφθεί τους χώρους της ανωτέρω προμηθεύτριας, επίσκεψη που πραγματοποιήθηκε το Μάιο 2011, προκειμένου να έχει ιδία αντίληψη περί του τρόπου λειτουργίας της, γεγονότα που ήταν γνωστά τόσο στην εκκαλούσα όσο και στην προμηθεύτρια αυτής, συνέβαλε ουσιαστικά στην προσφορά της τελευταίας, που όπως αναφέρθηκε, οδήγησε στην εξοικονόμηση δαπανών σε ποσοστό 20%.
Τέλος, και με βάση τους όρους της σύμβασης, που όπως αναφέρθηκε αποδέχθηκε η εκκαλούσα, ως προς την προέλευση των επιτευχθέντων εξοικονομούμενων ποσών, η εκκαλούσα συμφώνησε να διασφαλίσει ότι δεν θα επιτραπεί κανένα ανταγωνιστικό έργο σε σχέση με τις κατηγορίες δαπανών που καλύπτονται από το έργο της εφεσίβλητης και ότι η διαπραγμάτευση με τους προμηθευτές θα γίνεται από τους αναλυτές της τελευταίας και κάθε πιθανή εξοικονόμηση κόστους που εντοπίζεται πάντοτε θα θεωρείται ότι απορρέει από το έργο της.
Το γεγονός δε ότι η εκ νέου επαφή της εφεσίβλητης με την προμηθεύτρια, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2012, με σκοπό την πρόσκληση της τελευταίας, ως υφιστάμενης προμηθεύτριας, προς υποβολή προσφορών στο διαγωνισμό και η άρνηση της τελευταίας να προβεί σε περαιτέρω του 20% μείωση του κόστους, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η επίτευξη της οικείας μείωσης οφείλεται στη μεσολάβηση της δραστηριότητας της εφεσίβλητης, απορριπτόμενων των αντίθετων ισχυρισμών της εκκαλούσας.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η έκθεση εισηγήσεων, στην οποία αποτυπωνόταν το πόρισμα του διαγωνισμού και δη το σύνολο των προσφορών από κάθε προμηθευτή στον τομέα υπηρεσιών logistics της εκκαλούσας, μετά του ετήσιου εξοικονομημένου κόστους, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρεται, παρουσιάστηκε στην εκκαλούσα στις 6.3.2012, ενώ στις 7.3.2012 αυτή απεστάλη και ηλεκτρονικά, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι την έχει υπογράψει η εκκαλούσα, ενώ και ο αναθεωρημένος πίνακας, που μετά από συμφωνία των μερών, αποτυπώνει, μέσω της μείωσης των ποσών εξοικονόμησης κόστους στον τομέα των logistics, μειωμένα ποσά εξοικονόμησης καθένα εκ των προμηθευτών, όπως επίσης ανωτέρω αναφέρεται, απεστάλη στις 15.5.2012 -στην εκκαλούσα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και έγινε από αυτή αποδεκτός στις 18.5.2012.
Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα διατήρησε την υφιστάμενη προμηθεύτριά της "Δ.", με τη μικρότερη εξοικονόμηση κόστους (20%) και δεν επέλεξε την πιο ανταγωνιστική προσφορά της προμηθεύτριας F. Επίσης, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη, μετά την ολοκλήρωση και του δεύτερου σταδίου του έργου που συντελέστηκε με την κατάρτιση της έκθεσης εισηγήσεων, μετά του αναθεωρημένου πίνακα, που αποτελεί μαζί με το πρώτο στάδιο σχεδόν το 90% του όλου έργου, αξίωσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, η οποία κατά τους όρους της ένδικης, άτυπης, σύμβασης, συνίστατο στο 20% επί της συνολικής πραγματικής εξοικονόμησης, όπως αυτή προσδιορίστηκε στην οικεία έκθεση, ενώ το υπόλοιπο 30% θα εκκαθαριζόταν κατά τα συμπεφωνημένα ανά τρίμηνο, ούτως ώστε στο τέλος της περιόδου αμοιβής η συνολική αμοιβή της εφεσίβλητης να ισούται με το 50% πλέον ΦΠΑ των επιτευχθέντων για την εκκαλούσα εξοικονομούμενων ποσών.
Ωστόσο, η εναγομένη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους της ενάγουσας και παρά το γεγονός ότι η ίδια επωφελούταν και εξακολουθεί να απολαμβάνει των εξοικονομήσεων στο λειτουργικό της κόστος στον τομέα των logistics, ουδεμία αμοιβή έχει καταβάλει. Αντίθετα, η τελευταία (εκκαλούσα) προχώρησε στη διακοπή της συνεργασίας με την εφεσίβλητη, καταγγέλλοντάς την στις 25.9.2012 και προτείνοντας την καταβολή αρχικά του ποσού των 10.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια αύξησε στο ποσό των 15.000 ευρώ, πρόταση που η εφεσίβλητη αρνήθηκε.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι πράγματι καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και ανατέθηκε από την εκκαλούσα στην εφεσίβλητη η εκτέλεση του ανωτέρω αναφερόμενου έργου, που ήδη η τελευταία κατά ποσοστό σχεδόν 90% του όλου έργου εκτέλεσε και ότι η εκκαλούσα, αλλάζοντας γνώμη, προσχώρησε σε διακοπή της συνεργασίας, χωρίς όμως να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή της εφεσίβλητης.
Περαιτέρω, αναφορικά με το έργο της εξοικονόμησης λειτουργικού κόστους για την κατηγορία των τηλεπικοινωνιών, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη, σε πρώτη φάση, ζήτησε και έλαβε από την εκκαλούσα αναλυτικά στοιχεία προκειμένου να καταρτίσει την Έκθεση υπάρχουσας κατάστασης- Σημείο αναφοράς, την οποία και κατάρτισε και εγκρίθηκε από την εκκαλούσα στις 4.5.2011.
Στη συνέχεια, προέβη, σε δεύτερη φάση, στην προκήρυξη διαγωνισμού για την ανάδειξη των πλέον ανταγωνιστικών υποψήφιων προμηθευτών, συμπεριλαμβανομένης σε αυτούς και της W., υφιστάμενης προμηθεύτριας της εκκαλούσας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Μάλιστα ο ίδιος ο τότε Οικονομικός Διευθυντής της εκκαλούσας, Γ.
Κ., είχε επιμεληθεί της ενημέρωσης όλων των εταιρειών παροχής υπηρεσιών σταθερής και κινητής τηλεφωνίας και internet, περί της ανάθεσης στην εφεσίβλητη του έργου ανεύρεσης περιθωρίων εξοικονόμησης λειτουργικού κόστους στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, αιτούμενος συνάμα τη συνεργασία και ανταπόκρισή τους σε εκ μέρους της (εναγομένης) αιτήματα παροχής πληροφοριών, ενέργειες οι οποίες καταδεικνύουν ότι η επίδικη σύμβαση είχε χωρίς αμφιβολία καταρτισθεί.
Η εφεσίβλητη προχώρησε στην κατάρτιση αλλά και στην παρουσίαση της από 20.9.2011 Έκθεσης Εισηγήσεών της αναφορικά με τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, σύμφωνα με την οποία δόθηκαν τρεις προσφορές, της W., της H. και της Ο. και προτάθηκε ως εναλλακτική προμηθεύτρια η εταιρεία H., αν και παρουσιάστηκε και η προσφορά της Ο., η οποία όμως δεν προτάθηκε λόγω μη ιδιαίτερα ανταγωνιστικών τιμών.
Στην έκθεση, επίσης, αποτυπωνόταν εξοικονόμηση λειτουργικού κόστους προς όφελος της εκκαλούσας, συνολικού ύψους 14.000 ευρώ, για το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα των 24 μηνών. Πλην όμως η τελευταία ουδέποτε ενέκρινε και υπέγραψε την οικεία Έκθεση Εισηγήσεων, ούτε εφάρμοσε αυτήν, διατηρώντας τον αρχικό της προμηθευτή (W.).
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, αναφορικά με τον τομέα των logistics, η επιτευχθείσα χάρη στη μεσολάβηση της εφεσίβλητης εξοικονόμηση λειτουργικού κόστους, η οποία αποτελεί και το έργο, ήτοι το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, στο οποίο απέβλεψε η εκκαλούσα, με δεδομένο ότι η τελευταία δέχτηκε την υφιστάμενη προμηθεύτριά της "Δ.", της οποίας η προσφορά συμπεριλήφθηκε στην Έκθεση Εισηγήσεων της εφεσίβλητης και με βάση την έκθεση εισηγήσεων αποτελούσε ένας εκ των προτεινόμενων προμηθευτών, ανέρχεται σε ποσοστό εξοικονόμησης 20%, δηλαδή ετησίως σε 93.296 ευρώ και για δύο έτη (διετή ισχύ της σύμβασης) σε 186.592 ευρώ.
Η συνολική αμοιβή της εφεσίβλητης για τη διετή ισχύ της σύμβασης είναι κατά ποσοστό 50% επί της εξοικονόμησης, δηλαδή ανέρχεται στο ποσό των 93.296 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Αντίθετα, ο υπολογισμός που επιχειρείται από την εφεσίβλητη για την ανεύρεση της αμοιβής της, κατά τον οποίο η αμοιβή της υπολογίζεται από το μέσο όρο εξοικονόμησης, μέσος όρος που εξάγεται από τις προσφορές που περιλαμβάνονται στην έκθεση εισηγήσεων και του ποσοστού εξοικονόμησης που επιτυγχάνεται από την καθεμία εκ των προσφορών αυτών για την εκκαλούσα, δεν είναι ορθός και δεν ανταποκρίνεται στα συμφωνηθέντα, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκαν, Επίσης, αναφορικά με τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, η έκθεση εισηγήσεων της εφεσίβλητης, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν εγκρίθηκε από την εκκαλούσα και η τελευταία διατήρησε την υφιστάμενη προμηθεύτρια της, δηλαδή την W., με τους ίδιους όρους.
Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι δεν επιτεύχθηκε εξοικονόμηση κόστους, ούτε, επίσης αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα έκανε χρήση των εισηγήσεων της εφεσίβλητης, δεν οφείλει η εκκαλούσα αμοιβή στην εφεσίβλητη για την παραπάνω αιτία, αμοιβή, που όπως ήδη αναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τη διαφορά ανάμεσα στο σημείο αναφοράς και τις τιμές που ουσιαστικά καταβάλλονται από την εκκαλούσα στη διάρκεια της περιόδου αμοιβής.
Επίσης, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 της σύμβασης, κατά την οποία οφείλεται η αμοιβή στην περίπτωση που η εισήγηση δεν εφαρμοστεί εντός 3 μηνών από την παρουσίαση της έκθεσης εισηγήσεων, καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση μη εφαρμογής, στην καθοριζόμενη προθεσμία, της έκθεσης, αλλά η εκκαλούσα δεν ενέκρινε ήδη από την αρχή την έκθεση εισηγήσεων της εφεσίβλητης και δεν υπέγραψε αυτήν, καθιστώντας σαφές ότι θα παραμείνει στην υφιστάμενη προμηθεύτριά της, δικαίωμα που αυτή είχε".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε την από 11.11.2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 20.12.2012 αγωγή και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει το ποσό των 93.296 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 21.458,08 ευρώ Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185,189,192 και 195 Α.Κ.
σε συνδυασμό προς 681 και 694ΑΚ, δεν στέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και θεμελιώνουν πλήρως την προαναφερθείσα κρίση του Εφετείου, αναφορικά με τη σύναψη μεταξύ των διαδίκων άτυπης σύμβασης έργου, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εξετάσει και αναλύσει τα έξοδα των πελατών με στόχο τον εντοπισμό εξοικονομούμενων ποσών σε κατηγορίες δαπανών της εναγομένης, η δε τελευταία όφειλε τη συμφωνημένη αμοιβή στην περίπτωση που με τη μεσολάβηση της ενάγουσας εξοικονομείτο πράγματι λειτουργικό κόστος, κάτι που συνέβη στον τομέα των logistics, με αποτέλεσμα να δικαιούται το συμφωνηθείσα αμοιβή της (ανερχόμενη, με δεδομένο ότι η εναγομένη δέχθηκε την υφιστάμενη προμηθεύτρια της Δ., ύψους 93.296 ευρώ ετησίως), όχι όμως και στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε εξοικονόμηση κόστους και η εναγομένη δεν χρησιμοποίησε τις εισηγήσεις της ενάγουσας, αλλά η εναγομένη της κατέστησε εξ αρχής σαφές ότι δεν εγκρίνει την σχετική έκθεση εισηγήσεών της και ότι παραμένει στην ήδη υφιστάμενη προμηθεύτριά της, με αποτέλεσμα να μην υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής, ποσοστό εξοικονόμησης 20%, δηλαδή ετησίως σε 93.296 ευρώ και με ποσοστιαία αμοιβή στη μείωση του λειτουργικού κόστους που εξοικονομήθηκε.
Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τέταρτος λόγοι της από 26-6-2018 αιτήσεως αναιρέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων της από 3-11-2017 αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (με τον πρώτο λόγο της από 3-11-2017 αίτησης) και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην ευθεία παραβίαση των ως άνω, ουσιαστικών διατάξεων, το πραγματικό των οποίων πληρούσαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αλλά και στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των αναφερομένων σ' αυτόν ζητημάτων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αυτοί ως άνω λόγοι αναιρέσεως, καθ' ο μέρος, υπό την επίκληση των προαναφερομένων αναιρετικών αιτιάσεων, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και στα συναφή επιχειρήματα του Εφετείου είναι απαράδεκτοι, διότι, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ851/2015).
Περαιτέρω, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ14/2004, ΑΠ87/2013, 180/2011), ούτε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ΑΠ 250/2014,1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ11/1996).
Με τον τρίτο λόγο της από 26-6-2018 αίτησης αναίρεσης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 8 μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση .ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αγωγής, ότι η εναγομένη απέτρεψε τη διενέργεια ελέγχου της κατηγορίας των τηλεπικοινωνιών και ειδικότερα παρέλειψε να της χορηγήσει τα απαιτούμενα στοιχεία και αρνήθηκε το δικαίωμα της να ελέγξει την ως άνω κατηγορία, ώστε να καταδειχθεί ότι πράγματι αυτή δεν έκανε χρήση των εισηγήσεων της και ειδικότερα ότι η συνολική αμοιβή της εταιρείας της για την ως άνω κατηγορία οφείλεται " διότι η αντίδικος πολύ απλά είτε δεν εφάρμοσε τις εισηγήσεις μας, ως όφειλε, είτε δεν χορηγεί σχετικά στοιχεία, κατόπιν της καταγγελίας της".
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης δυνάμει των οποίων απορρίφθηκε το αγωγικό κονδύλιο των 8.610 ευρώ, που αντιστοιχούσε στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, και ειδικότερα από αυτή, ότι "δεν συντρέχει περίπτωση μη εφαρμογής, στην καθοριζόμενη προθεσμία, της έκθεσης, αλλά η εκκαλούσα δεν ενέκρινε ήδη από την αρχή την έκθεση εισηγήσεων της εφεσίβλητης και δεν υπέγραψε αυτή, καθιστώντας σαφές ότι θα παραμείνει στην υφιστάμενη προμηθεύτριά της, δικαίωμα που αυτή είχε", καθίσταται επίσης σαφές ότι ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.
Με το δεύτερο λόγο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης από 3-11-2017 αίτησης αναίρεσης, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι καίτοι δεν προβλήθηκε αγωγικός ισχυρισμός περί εξοικονόμησης δαπανών, όσον αφορά το κόστος των υπηρεσιών logistics, στο ποσό των 93.296 ευρώ, εφόσον διατηρούσε την υφιστάμενη προμηθεύτρια με την επωνυμία Δ., αυτός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής η ενάγουσα προβαίνει σε υπολογισμό της αμοιβής κατά ποσοστό 20% επί του μέσου όρου εξοικονόμησης δαπανών, όσον αφορά το κόστος των υπηρεσιών logistics, στο ποσό των 93.296 ευρώ. Επομένως εφόσον ο επίδικος αγωγικός ισχυρισμός ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής της ενάγουσας περιείχετο σαφώς στο δικόγραφο της αγωγής και δια μαθηματικού υπολογισμού, ορθά λήφθηκε υπόψη και ο σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξ άλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (AΠ554/2018,ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της από 3.11.2017 αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι οι διαπραγματεύσεις για τη χορήγηση διαδοχικών εκπτώσεων στις τιμές παροχής υπηρεσιών logistics στη διάρκεια του έτους 2011 διεξήχθησαν μεταξύ του Προέδρου της Δ.
και των στελεχών της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, χωρίς τη συμβολή ή συμμετοχή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης και ότι η μείωση του 20% με εφαρμογή από 1.1.2012 οφείλεται αποκλειστικά σε αυτές τις διαπραγματεύσεις. Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) Τις από 10.2.2011,4.11.2011,7.11.2011,17.2.2012 και 25.9.2012 ηλεκτρονικές επιστολές, 2) Το επικυρωμένο αντίγραφο του από 1.3.2011 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, συναφθέντος μεταξύ της Δ.
και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, 3) Το υπ' αριθ… ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ&ΕΠΕ), 4) Τα υπ' αριθ… και … ΦΕΚ (Τεύχη ΑΕ,ΕΠΕ&ΓΕΜΗ) στα οποία έχουν δημοσιευθεί οι ισολογισμοί της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης και 5) Εκτυπώσεις από το διαδικτυακό τύπο της ιδίας ως άνω. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και η από 25.2.2015 ένορκη βεβαίωση του Προέδρου του Δ.Σ.
της Δ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, που λήφθηκε νομότυπα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, για την συναγωγή του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογείται η παράλληλα διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ εφόσον το δικαστήριο της ουσίας την περί πραγμάτων κρίση του σχημάτισε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικτικά μέσα.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν ερμηνευτικές αρχές εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των ως άνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Επίσης, παραβιάζονται εκ πλαγίου, όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βούλησης είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 852/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της από 3.11.2017 αναίρεσής της, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1και 19 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι σε σχέση με το συμβατικό όρο της έκθεσης εισήγησης, όσον αφορά μεν το τομέα τηλεπικοινωνιών ορθά έστω και έμμεσα διεπίστωσε κενό ή ασάφεια και καταφεύγοντας στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, απέρριψε το σχετικό αιτούμενο κονδύλιο, ενώ αντιθέτως εσφαλμένα δεν διεπίστωσε σχετικό κενό κατά τη διερεύνηση του αγωγικού κονδυλίου που αφορά τα logistics επιπλέον για τα τελευταία, καίτοι έμμεσα διεπίστωσε κενό ή ασάφεια δεν προσέφυγε στις ανωτέρω ερμηνευτικές διατάξεις. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν παρεβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ, στις οποίες και δεν προσέφυγε, αφού ουδόλως δέχθηκε ούτε και ευθέως, αλλ' ούτε και εμμέσως, ότι υφίστατο κάποιο κενό ή ασάφεια στη σχετική άτυπη συμφωνία των διαδίκων. Εξάλλου, είναι και αντιφατικός, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα παραπονείται για τη παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διαπιστώσει κενό (κάτι που εναπόκειται στην μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του), αλλά ταυτόχρονα και για τη, παρά τη διαπίστωση κενού, μη προσφυγή του στις ερμηνευτικές διατάξεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ...". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε η παράγραφος αυτή προ της τροποποιήσεώς της με το άρθρο δεύτερο παρ.2 του άρθρου1 του Ν. 4335/2015, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ.
Επιτρέπεται όμως, σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ., η απόδειξη με μάρτυρες σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμη η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, αν από την φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες συνήφθη και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες.
Στην προκειμένη περίπτωση, τα εκτιθέμενα στην αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης για την κρινομένη σύμβαση έργου και οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά συνθέτουν είδος δικαιοπραξίας και περιστάσεις συνάψεώς της, τα οποία, εν όψει και του ότι η συναλλαγή ήτο σαφώς εμπορική για την αναιρεσίβλητη εργολάβο, δικαιολογούν, κατά το άρθρο 394 παρ. 1 περ.
δ' Κ.Πολ.Δ., τη χρήση του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων για την απόδειξη της συμβάσεως, καίτοι το αντικείμενό της, από την άποψη της συμφωνηθείσας υπέρ της ενάγουσας παροχής, υπερέβαινε το ποσόν των 20.000 ευρώ. Επομένως, το δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την απόδειξη της συμβάσεως έργου με μάρτυρες, καίτοι η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερέβαινε στην συγκεκριμένη περίπτωση το ποσόν των 20.000 ευρώ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
α' Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων, από το άρθρο αυτό τέταρτος πρόσθετος λόγος της από 3-11-2017 αναιρέσεως είναι αβάσιμος, πέραν του ότι είναι και αόριστος εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει ότι του είχε προτείνει νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 219/2007).
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.
Α.Π. 1/1999, 2/2008,ΑΠ316/2018, Α.Π. 896/2011).Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της από 26-6-2018 αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη αφενός μεν στο ότι απέδωσε διαφορετικό νόημα στο άρθρο 5 παρ. 4 αυτής, θεωρώντας ότι αυτό εφαρμόζεται μόνο όταν έχει ήδη εγκριθεί η έκθεση εισηγήσεων, αφετέρου δε στο ότι απέδωσε επίσης διαφορετικό νόημα στο άρθρο 3 παρ. 1 αυτής, κρίνοντας ότι η έκθεση εισηγήσεων γίνεται δεκτή μόνο με την υπογραφή της.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι οι προσβαλλόμενες σε σχέση με τη σύμβαση αιτιάσεις, αφορούν όχι σε εσφαλμένη ανάγνωση των αναφερόμενων παραγράφων, ή σε παράλειψη ανάγνωσης αυτών αλλά σε διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου τους, με βάση το οποίο το Εφετείο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να πλήττεται έτσι η μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Εξάλλου, στο πλαίσιο της καθιερουμένης από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 962/2013).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος στοιχειοθετείται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε ποσό μεγαλύτερο εκείνου που ζήτησε ο ενάγων κατά περιορισμό της αγωγικής του αξίωσης, είτε με το δικόγραφο της αγωγής ή παραδεκτά με τις προτάσεις του (ΑΠ 140/2019, ΑΠ537/2016, ΑΠ 92/2015,ΑΠ 785/2013) ). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της ότι, αφού αξιολογήθηκαν όλες οι προσφορές, συνέταξε την έκθεση 2, με την οποία υπολογίστηκε η δυνατότητα ετήσιας εξοικονόμησης, όπως τροποποιήθηκε μετά από συμφωνία των μερών, 93.296 ευρώ, εφόσον διατηρείτο η υφιστάμενη προμηθεύτρια της εναγομένης εταιρεία με την επωνυμία "Δ." (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 20%), 155.218 ευρώ (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 33%) εφόσον επιλεγόταν ο Β., 165.906 ευρώ (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 36%) εφ' όσον επιλεγόταν η F.
και 131.035 (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 28%) εφ' όσον επιλεγόταν η C. Ότι ο μέσος όρος εξοικονόμησης ανέρχεται σε 136.363,75 ετησίως (=93.296 + 155.218 + 165.906 + 131.035:4), δηλαδή συνολικό ποσό εξοικονόμησης για τη διετή ισχύ της σύμβασης 272.727,50 ευρώ και η συνολική συμφωνημένη αμοιβή της για τη διετή ισχύ της σύμβασης είναι ποσοστό 50% επί της εξοικονόμησης, δηλαδή συνολικά 136.363,75 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και εν όλω 167.727,41 ευρώ το οποίο ζητεί με την αγωγή.
Όπως δέχεται το Εφετείο , από το ποσό των 93.296 ετησίως που αφορά την σε κάθε περίπτωση, προϋπολογιζόμενη- πιθανολογούμενη από την ενάγουσα εξοικονόμηση δαπανών σε σχέση με την εταιρεία Δ. για δύο χρόνια (186.592 ευρώ, ήτοι 93.296 ευρώ ? 2) η ενάγουσα δεν ζητά το ποσό των 93.296 ευρώ (186.592 ευρώ ?50%), αλλά το προσδιορίζει με την αγωγή της στο ποσό των 23.324 ευρώ, ως το 50% του ποσού των 46.648 ευρώ που αντιστοιχεί στην εξοικονόμηση δαπανών σε βάθος διετίας (23.324 ευρώ ? 2) σχετικά με την εταιρεία Δ.
και αναλογεί το ποσό αυτό των 46.648 ευρώ στο 1/4 του συνολικού ποσού των 272.727,50 ευρώ, που αποτελεί, κατά την ενάγουσα το συνολικό ποσό εξοικονόμησης και από τις άλλες τρείς εταιρείες (93.296 + 155.218 + 165.906 + 131.035:4 = 23.324 + 38.804,50 + 41.476,50 + 32758,75 = 136.363,75 ευρώ?2 έτη=272.727,50 ευρώ ?50%- ποσοστό διεκδικούμενης αμοιβής της ενάγουσας- ίσον 136.363,75, από το οποίο ποσό 23.324 ευρώ αναλογεί για την εταιρεία Δ.) (σελίδα 21 τη αγωγής).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ζητώντας η ενάγουσα να της επιδικασθεί ο μέσος όρος των αμοιβών που θα εδικαιούτο να λάβει αν ελαμβάνοντο ως βάση υπολογισμού οι προϋπολογισθείσες από αυτήν την ίδια εξοικονονήσεις διετίας, προσδιόρισε την αμοιβή που θα αντιστοιχούσε στην εφαρμογή κάθε μιάς λύσης στο ένα τέταρτο.
Επομένως το αιτούμενο με την αγωγή ποσό από την εξοικονόμηση δαπανών, σε σχέση με τη Δ. ανέρχεται στο ποσό των 23.324 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 113.039,755 ευρώ (136.363,75-23.324) αφορά την αμοιβή της για πλασματική εξοικονόμηση δαπανών της σε βάθος διετίας σε σχέση με τις λοιπές ως άνω εταιρείες, που δεν έγιναν προμηθεύτριές της.
Αντί όμως το Εφετείο να επιδικάσει, κατά τις παραδοχές του, το ποσό των 23.324 ευρώ και το αίτημά της αγωγής σε σχέση με την εταιρεία Δ., επεδίκασε το μεγαλύτερο κατά 69.972 ευρώ ποσό των 93.296 ευρώ. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση επεδίκασε και μείζον ποσό για αναλογούντος ΦΠΑ, ήτοι επεδίκασε το ποσό των 21.458,08 ευρώ, ενώ στο ποσό των 23.324 ευρώ ο αναλογών ΦΠΑ (με ποσοστό 23% που ζητείται με την αγωγή) ανέρχεται σε 5.364,52 ευρώ (23.324?23%).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο επεδίκασε μείζον του αιτηθέντος ποσού στην ενάγουσα, ήτοι μεγαλύτερο κατά το ποσό των 69.972 ευρώ, καθώς επίσης και μείζον του αναλογούντος ποσού ΦΠΑ, ήτοι μεγαλύτερο κατά το ποσό των 16.093,52 ευρώ. Επομένως, ο έβδομος λόγος της από 3-11-2017 αίτησης αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενο λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό. Εξάλλου, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων αυτής, κατά το νόμιμο αίτημά της, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής ήττας της (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Αντίθετα, εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος της συνεκδικαζόμενης από 26.6.2018 αίτησης για έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2,3,6, έως 17,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι ¨Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ131/2020, ΑΠ1402/2018,ΑΠ1305/2018,ΑΠ352/2018).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο δεν υπάρχει και όταν ο Άρειος Πάγος στο πλαίσιο έρευνας αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκρινε ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση της θεμελιώδους δικονομικής αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την ελεύθερη διάθεση του αντικειμένου της δίκης από τους διαδίκους στα πλαίσια του συζητητικού συστήματος ενήργησε χωρίς αίτημα του διαδίκου ή καθ' υπέρβαση αυτού, δηλαδή επεδίκασε περισσότερα από αυτά που ζητήθηκαν (ΑΠ773/2013).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, στην προκειμένη περίπτωση, που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για το λόγο ότι επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και συγκεκριμένα επεδίκασε το ποσό των 23.324 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ από 5.364,52 ευρώ αντί του αιτηθέντος ποσού των 93.296 ευρώ και του αναλογούντος ΦΠΑ από 21.458,08 ευρώ δεν καταλείπεται στάδιο περαιτέρω έρευνας, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν θα επανακρίνει την ουσία του υποστατού της αγωγικής αξίωσης αλλά θα περιορίσει αυτή σύμφωνα με το αίτημά της αγωγής με το οποίο η ενάγουσα αξιώνει το συγκεκριμένο ποσό των 23.324 ευρώ μετά του αναλογούντος ΦΠΑ από 5.364,52 ευρώ για τη συγκεκριμένη εταιρεία ΔΙΑΣ ΑΕ ως προς την οποία το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα επέλεξε να συνεργαστεί κάνοντας χρήση συμβατικού όρου και στο ως άνω ποσό ανέρχεται η ποσοστιαία αμοιβή επί της εξοικονομηθείσας λειτουργικής δαπάνης έναντι της συγκεκριμένης εταιρείας.
Άρα δεν απομένει παρά το Εφετείο να προσαρμόσει το επιδικασθέν ποσό στο αγωγικό αίτημα των 23.324 ευρώ μετά του αναλογούντος ΦΠΑ από 5.364,52 ευρώ και έτσι να διατυπώσει μόνο το διατακτικό της απόφασης του, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής. Πρέπει, έτσι, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, και να δικαστεί η από 11-11-2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη η υπ' αριθ. 2645/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να ερευνηθεί η από 20-12-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων τριακοσίων είκοσι τεσσάρων (23.324) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα δύο (5.364,52) ευρώ.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα-εναγομένη (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας - εφεσίβλητης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης - εκκαλούσας, λόγω της μερικής ήττας της, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 178,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 § § 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 13/2004, ΑΠ 1631/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα - εναγομένη, με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 28.8.2019 προτάσεις της, επικαλείται ότι στα πλαίσια εκουσίας εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα σε πλήρη εξόφληση αυτής, τα ακόλουθα ποσά: 1) 93.296 ευρώ, για το επιδικασθέν κεφάλαιο, 2) 22.391.04 ευρώ, για ΦΠΑ του εκδοθέντος σχετικώς τιμολογίου, 3) 25.716,95 ευρώ, για τόκους του επιδικασθέντος κεφαλαίου, 4) 7.261,26 ευρώ, για ΦΠΑ του σχετικώς εκδοθέντος τιμολογίου, 5) 1550 ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε με τη προσβαλλόμενη απόφαση, 6) 1600 ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε με την 1/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7) 756 ευρώ, για ΦΠΑ, για το σχετικό τιμολόγιο.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των (93.296 + 22.391.04 + 25.716.95 + 7.261,26 + 1.550 + 1.600 + 756) 152.571,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Το ανωτέρω αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων, είναι νόμιμο μόνο για τα με αριθμούς 1,3 και 5 ανωτέρω κονδύλια συνολικού ύψους (93.296 + 25.716,95 + 1550) 120.562,95 ευρώ.
Αντίθετα, η εν λόγω αίτηση δεν είναι νόμιμη κατά τα λοιπά κονδύλια, εφόσον, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, δύναται να διαταχθεί η απόδοση μόνον όσων χρηματικών ποσών η παροχή είχε διαταχθεί με την αναιρεθείσα απόφαση (ΑΠ 1037/2019) και δεν είναι τέτοια τα ανωτέρω, με αριθμούς 2, 4, 6 και 7 κονδύλια.
Επομένως, η ανωτέρω αίτηση, κατά το μέρος της που είναι νόμιμη, εφόσον προαποδεικνύεται, τόσο από την περιεχόμενη στο δικόγραφο της συνεκδικαζόμενης αίτησης, όσο καις τις από 27-9-2018 ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις σχετική ομολογία της αντιδίκου της, αλλά και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, πρέπει να γίνει δεκτή κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 3.11.2017 (με αρ. εκθ. κατάθ 8225/2017) με τους από 17.9.2018 (αρ.εκθ.κατάθ.94/2018) πρόσθετους λόγους αυτής, και από 26.6.2018 (με αρ. εκθ.κατάθ.5970/2018 ) αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 26.6.2018 αίτηση της " C.", για αναίρεση της 3466/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δεχόμενο εν μέρει την από 3-11-2017 αίτηση αναίρεσης της "W.", αναιρεί μερικώς την προαναφερθείσα απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 11-11-2015 (με αρ.εκθ.κατάθ.6707/2015) έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης-αναιρεσείουσας.
Δέχεται τυπικά και στην ουσία της την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα..
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθ.2645/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 20-12-2012 (με αρ. εκθ. κατάθ.6493/2012) αγωγή της εφεσίβλητης - ενάγουσας. Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη - εκκαλούσα να καταβάλει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη το ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων τριακοσίων είκοσι τεσσάρων (23.324) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα δύο (5.364,52) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας-εναγομένης μέρος της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης- ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
Δέχεται κατά ένα μέρος το περιεχόμενο, στις από 28.08.2019 έγγραφες προτάσεις της ίδιας αναιρεσείουσας, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της ως άνω εφετειακής απόφασης και υποχρεώνει την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να της αποδώσει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα δύο και ενενήντα πέντε (120.562,95) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου