Supreme Court dismisses appeal on contract nature claim, ruling lower court correctly applied labor law facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding the nature of the employment contract. The appellant argued the contract was for independent services, while the appellee maintained it was a labor contract. The court found the lower court's reasoning based on established facts correct and the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(a) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law is inadmissible when the lower court correctly applied the law to the proven facts without error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 602/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Τζαμτζή, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 944/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2091/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/11/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 1/12/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.(Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΛ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης που οδηγεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΠλΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), ειδικότερα δε αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, 2102/2014) (Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, 608/2014, 2242/2013).
Με βάση το κριτήριο αυτό, η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών του τόπο δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 2242/2013).
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι, δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η παράλειψη του εργοδότη να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ (ΑΠ 608/2014, 2105/2013) κλπ.
Περαιτέρω (και για την πληρότητα της απόφασης), με το άρθ. 7 του Π.Δ. 472/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθ. 16§1 εδ. τελ. του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ.2 του Π.Δ. 368/1994, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ίδιας διάταξης, του άρθ. 16§1 εδ. τελ. ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 4§5 του ν. 2229/1994 καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης, τα όρια της στελέχωσής τους από άλλο επιστημονικό ή τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού, ελάχιστης καθαρής θέσης και σύνθεσης οργάνων διοίκησης των εργοληπτικών επιχειρήσεων, που απαιτούνται για την εγγραφή τους στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ), η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη κατασκευής δημοσίων έργων.
Με την §1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την §7 ότι "Όλες οι επιχειρήσεις του Μ.Ε.ΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ.
Δυο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Τα στελέχη της επιχείρησης των παρ. 1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σε αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση.
Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρείας ή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχειρήσεως. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι θεσπίζεται ως προϋπόθεση της εγγραφής της εργοληπτικής επιχείρησης στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ), εκτός των άλλων, η στελέχωσή της με, κατά τεκμήριο, ως εκ της εγγραφής τους στο ΜΕΚ, έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης, θεωρουμένη ότι αποδεικνύεται είτε από την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εταίρου της εργοληπτικής εταιρείας, είτε από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Αντίθετα, όμως, δεν συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις-με τις οποίες καθιερώνεται απλώς αποδεικτικός τύπος, προς απόδειξη ενώπιον του αποφασίζοντος την εγγραφή των εργοληπτικών εταιρειών στο ΜΕΕΠ οργάνου πλήρωσης μίας εκ των για την εγγραφή αυτή προϋποθέσεων- και ότι η συνδέουσα την εργοληπτική εταιρεία και τα ως άνω τεχνικά στελέχη σύμβαση παροχής των υπηρεσιών τους, φέρει υποχρεωτικά εκ του νόμου και καθόσον αφορά την μεταξύ τους πραγματική σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας.
Η κρίση για την ύπαρξη ή μη αυτής απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας μετ' επίκληση από τους διαδίκους και απόδειξη ή μη των συστατικών αυτής περιστάσεων, δηλαδή της νομικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με την παροχή της εργασίας του, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις οδηγίες και τις εντολές αυτές και την αποδοχή του ελέγχου από τον εργοδότη (ΑΠ 2242/2013, 68/2004).
Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΠλΟλΑΠ 8 και 7/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τώρα αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την άκυρη καταγγελία αυτής εκ μέρους της αναιρεσείουσας, με την προσβαλλομένη 2091/2015 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων, που έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού και είναι γραμμένος στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ-Β' Υδραυλικά, με αριθ.
μητρώου 28533) προσλήφθηκε την 1-10-1997 με προφορική σύμβαση από την αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών έργων, προκειμένου να παρέχει την εργασία του, με την παραπάνω ιδιότητα, είτε στα γραφεία της εναγομένης στην Αθήνα είτε στον εκάστοτε τόπο εκτέλεσης των έργων που αυτή αναλάμβανε, ότι ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα παρείχε στην εναγομένη συμφωνήθηκε το ποσό των 247.454 δρχ.
μηνιαίως, ενώ επιπλέον η απασχόλησή του καταχωρήθηκε στο τηρούμενο από το ΙΚΑ δελτίο ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών (με αριθ....456), ακολούθως δε από τον Οκτώβριο του 1998 διακόπηκε η ασφάλισή του στο ΙΚΑ που του χορήγησε σχετική βεβαίωση για να την χρησιμοποιήσει για την εγγραφή του στο ΤΣΜΕΔΕ, στο οποίο είναι έκτοτε ασφαλισμένος, η αλλαγή, όμως, αυτή δεν συνοδεύθηκε από διαφοροποίηση των υπηρεσιών που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη, αλλά επιλέχθηκε από την τελευταία ως η πλέον συμφέρουσα γι' αυτήν, η οποία συμφώνησε με τον ενάγοντα να επιβαρύνεται η ίδια με την πληρωμή των σχετικών ασφαλιστικών εισφορών του, όπως και με τον ΦΠΑ που αντιστοιχούσε στις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που συμφωνήθηκε να εκδίδει καθ' υπόδειξή της ο ενάγων, ώστε να φαίνεται ότι η συνδέουσα αυτούς σχέση ήταν εκείνη της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ότι, όμως, η επίμαχη σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ειδικότερα δε (1) από την έναρξή της την 1-10-1997 έως τον χρόνο λύσης της ο ενάγων δεν εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά, στα πλαίσια εκτέλεσης των όσων είχαν συμφωνηθεί, παρείχε αποκλειστικά και ανελλιπώς τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στην εναγομένη καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή από 08.00'-16.00', όπως και οι υπόλοιποι απασχολούμενοι στην εταιρεία (2) δεν μπορούσε να απουσιάσει από το γραφείο του, που βρισκόταν στην έδρα της εναγομένης στην Αθήνα (…), χωρίς σχετική άδεια, παρά μόνο κατά τις ημέρες της μετάβασής του κατ' εντολή της για υπηρεσιακούς λόγους εκτός έδρας, καθώς και επί ένα μήνα κατά το θέρος, όταν ελάμβανε, όπως και το υπόλοιπο προσωπικό της, σχετική άδεια (3) κατά την παροχή των υπηρεσιών του, που συνίσταντο στην διενέργεια και στην σύνταξη των επιμετρήσεων των διαφόρων έργων που αναλάμβανε να κατασκευάσει η εναγομένη-όπως του σταθμού παραγωγής του ΥΗΣ Μεσοχώρα, του εκθεσιακού κέντρου της HELEXPO, του έργου ΟΕΚ Κομοτηνής V, τμήματος της Λεωφόρου Κηφισού, του τμήματος Δ του Ολυμπιακού Χωριού, του Δημοτικού Πολιτιστικού Κέντρου στο Μουσείο Μπενάκη και του μεγάρου της ασφαλιστικής εταιρείας ΑΤΕ (Λ.
Συγγρού 173)- ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων του πολιτικών μηχανικών, που απασχολούνταν στην εναγομένη, όπως ήταν οι Ι. Π. και Δ. Β., στην εποπτεία και στον έλεγχο των οποίων υπέκειτο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς τις εντολές και οδηγίες τους (4) στον ενάγοντα καταβαλλόταν ως μηνιαία αμοιβή, τουλάχιστον από 25-10-2007, το σταθερό ποσό των 1.614,096, καθώς και το ίδιο ποσό ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων, το δε ήμισυ αυτού ως επίδομα εορτών Πάσχα και επίδομα αδείας (5) ναι μεν ο ενάγων εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών, δεν προέκυψε, όμως, ότι εισέπραξε ποτέ τα αναγραφόμενα σ' αυτά ποσά, δεδομένου ότι, ενώ όλες οι προς αυτόν χρηματικές καταβολές γίνονταν μέσω των τραπεζικών λογαριασμών του (που τηρούσε στην Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα και στην ΑΛΦΑ Τράπεζα), δεν υπάρχουν σ' αυτούς σχετικές καταχωρίσεις, αντίθετα δε η εναγομένη κατέθετε σ' αυτούς τα ποσά του ΦΠΑ για τα δελτία παροχής υπηρεσιών που εκδίδονταν από τον ενάγοντα για παροχή εργασίας μόνο στην εναγομένη ή ορισμένες για την εταιρεία ΕΡΜΗΣ ΑΕ που συγχωνεύθηκε με απορρόφηση απ' αυτήν (6) λόγω της φύσης της επίδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, με την από 8-11-2004 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων, ως εγγεγραμμένος στο ΜΕΚ, ανέλαβε να στελεχώσει την εναγομένη επιχείρηση με το πτυχίο του, ώστε να πληρούται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, η αναγκαία για την ανάθεση σ' αυτήν κατασκευής δημοσίων έργων προϋπόθεση στελέχωσής της με τον απαιτούμενο αριθμό στελεχών, ο δε χαρακτηρισμός της παραπάνω σύμβασης ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού αυτοί απέβλεπαν στην αποκλειστική και συνεχή απασχόληση του ενάγοντος υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες (7) όταν ο ενάγων, πριν ανακύψει η προκειμένη διαφορά, απέστειλε από κοινού με τους εκεί αναφερομένους συναδέλφους του την από 27-5-2011 επιστολή προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, επισημαίνοντάς του ότι είχαν περιέλθει σε δύσκολη οικονομική κατάσταση λόγω της μη καταβολής των δεδουλευμένων μισθών τους αρκετών μηνών, εκείνος δεν απάντησε διαμαρτυρόμενος για την φύση της σχέσης τους ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ούτε άλλωστε η εναγομένη απάντησε σε εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, επιδοθείσα σ' αυτήν την 30-5-2012, με την οποία ο ενάγων, μετά την λύση της επίδικης σύμβασης, που επήλθε με έγγραφη καταγγελία της από την εναγομένη που του επιδόθηκε την 23-4-2012, διαμαρτυρόταν για την καθυστέρηση των προερχομένων από την, χρονολογουμένη από το έτος 1997, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αγωγικών του αξιώσεων, υποστηρίζοντας ότι η παραπάνω καταγγελία ήταν άκυρη λόγω της οφειλής των δεδουλευμένων μισθών του και της αποζημίωσης απόλυσης, το ίδιο δε συνέβη και με την από 4-7-2012 και όμοιου κατά βάση περιεχομένου εξώδικη όχληση του ενάγοντος, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη η επίδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, που καταρτίσθηκε την 1-10-1997 και συνεχίσθηκε μέχρι την 23-4-2012, όταν την κατήγγειλε η εναγομένη, φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα (και ειδικότερα ως αποζημίωση απόλυσης, υπόλοιπο αποδοχών μηνός Ιανουαρίου 2011, αποδοχές του χρονικού διαστήματος από τον Φεβρουάριο του 2011 έως τον Απρίλιο του 2012, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2010 και 2011 και Πάσχα των ετών 2011 και 2012, επιδόματα αδείας των ετών 2010-2012 και για ασφαλιστικές εισφορές των ενάγοντος στο ΤΣΜΕΔΕ και στο TEE, του χρονικού διαστήματος από το 2° εξάμηνο του 2010 έως και το 1° του έτους 2012, την πληρωμή των οποίων είχε αναλάβει η εναγομένη στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, πλην όμως δεν τις κατέβαλε με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να τις καταβάλει ο ενάγων), το συνολικό ποσό των 58.479,39€ με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά (αφού απέρριψε τις προβληθείσες από την αναιρεσείουσα εναγομένη ενστάσεις εξόφλησης και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής) και κατά μερική παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ως άνω κεφάλαια και δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο, κατά τις εκεί διακρίσεις.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά ότι οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (αορίστου χρόνου) και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.648, 652 ΑΚ, 6 ν.765/1943, και συνακόλουθα και των άρθ.5§§1 και 3 ν.3198/1955 και 1 και 3 ν.2112/1920 (για την αποζημίωση καταγγελίας), της ΥΑ 19040/1981 (για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων) και 2 και 3 α.ν.539/1945 (περί αποδοχών και επιδόματος αδείας), οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη σύμβασης (σχέσης) εξαρτημένης εργασίας (και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ΑΠ 2242/2013, 63/2013), διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επομένως ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του.
ΙΙ.(Α) Από την διάταξη του άρθ. 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθ. 262§1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης απόσβεσης χρηματικής ενοχής με καταβολή (εξόφλησης) είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης περί πληρωμής όλων των απαιτήσεων του μισθωτού, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 8§4 ν. 4020/1959).
Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθ.18§1 ν.1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ' απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις (ΑΠ 447/2015, 1069/2014, 1322/2010) (Β) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγραφα της δίκης (άρθ.561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη με αριθ.κατ.3483/2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός, εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ) και ότι την 1-10-1997 προσλήφθηκε με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη (τώρα αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία, που αναλαμβάνει την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων, για να εργασθεί στα γραφεία που αυτή διατηρεί στην Αθήνα ή στον τόπο των εκάστοτε εκτελουμένων απ' αυτήν έργων, έχοντας τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ειδικότερα καθήκοντα και αντικείμενα απασχόλησης, ότι από 1-1-2003 οι μηνιαίες αποδοχές του διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.614,09€ καθαρά και 2.017,61€ μεικτά και κατατίθεντο σε τραπεζικό λογαριασμό, ενώ η εναγομένη κατά την συμφωνία τους επιβαρυνόταν με τις ασφαλιστικές εισφορές του και τον φόρο που αντιστοιχούσε στα δελτία παροχής υπηρεσιών που, κατ' εντολή της, εξέδιδε για την αιτία αυτήν, ότι την 23-4-2012 η εναγόμενη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, η καταγγελία, όμως, αυτή ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης κλπ., με βάση δε τα περιστατικά αυτά, όπως εξειδικεύονται αναλυτικά στην αγωγή, και μετά από συνολική μετατροπή του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι (Α) η από 1-10-1997 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (Β) η καταγγελία της σύμβασης αυτής είναι άκυρη (Γ) η εναγομένη υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (Δ) υποχρεούται να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24.4-22.10.2012 το ποσό των 12.105,66€, και επικουρικά, εάν η καταγγελία κριθεί έγκυρη, το ποσό των 23.538,78€ ως αποζημίωση απόλυσης (Ε) υποχρεούται (η εναγομένη) να του καταβάλει (α) το ποσό των 597,91€ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών του για τον Ιανουάριο του 2011 και το ποσό των 30.862,06€ (=2.017,61€χ 15 μήνες) για δεδουλευμένους μισθούς από τον Φεβρουάριο του 2011 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 (β) για επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων των ετών 2010 και 2011 το ποσό των (2.017,61x2=) 4.035,226 (γ) για επιδόματα εορτών Πάσχα των ετών 2011 και 2012 το ποσό των (1.008,81x2=) 2.017,62€ (δ) για επιδόματα αδείας των ετών 2010-2012 το ποσό των (1.008,81x3=) 3.026,43€ (ε) για ασφαλιστικές εισφορές από το β' εξάμηνο του 2010 μέχρι και το α' εξάμηνο του 2012 το ποσό των 7.575,68€ και συνολικά για τις ως άνω υπό στοιχ.Ε αιτίες το ποσό των 47.517,016 με το νόμιμο τόκο, κατά τις εκεί διακρίσεις (2) Κατά την εκδίκαση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προς αντίκρουσή της η εναγομένη, υποστηρίζοντας, σημειώνεται, ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας, προέβαλε, μεταξύ άλλων (μόνο με τις προτάσεις της και όχι και με προφορική δήλωση κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και καταχώρισή της στα οικεία πρακτικά) την εξής "ένσταση (ολικής) εξόφλησης πραγματικά παρασχεθεισών υπηρεσιών", όπως αυτή παρατίθεται και στο αναιρετήριο, με την οποία ισχυρίσθηκε, κατ' αντιγραφή του περιεχομένου της ως προς τα κρίσιμα σημεία του, ότι "...όπως προκύπτει από τα παραστατικά κατάθεσης στον λογαριασμό του ενάγοντος και τα αντίγραφα των εκδοθεισών στο όνομά του επιταγών ο ενάγων...το διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2011 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 έχει λάβει τα ακόλουθα ποσά : 1. 2.584 ευρώ την 3/3/2011 2. 2.584 ευρώ την 26/4/2011 3. 58 ευρώ την 20/5/2011 4. 2.600 ευρώ την 30/5/2011 5. 1.276 ευρώ την 22/6/2011 6. 1.292 ευρώ την 17/8/2011 7. 2.000 ευρώ την 11/11/2011 8. 1.000 ευρώ την 23/12/2011 9. 3.850,78 ευρώ την 23/1/2012 10. 1.000 ευρώ την 23/2/2012 11. 1.000 ευρώ την 11/4/2012 (προσκομιζόμενα και επικαλούμενα σχετικά 5 έως 15).
Συνολικά δηλαδή, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ....ο ενάγων έχει λάβει από την εταιρεία μας το ποσό των 19.244,78 ευρώ, αρνείται όμως να εκδώσει τις αντίστοιχες ΑΠΥ...Και για τον λόγο αυτό και επειδή τίποτα επιπλέον δεν οφείλω στον ενάγοντα, ζητώ την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης" (3) Με την 944/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή αυτή έγινε ενμέρει δεκτή και κατ' ουσίαν, αφού το δικαστήριο δέχθηκε την παραπάνω ένσταση, που αναφερόταν, σύμφωνα με τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα, στις με στοιχ.
Ε' αγωγικές αξιώσεις, ως προς όλο μεν το με αυτήν προβαλλόμενο ως καταβληθέν ποσό, αλλά προς μερική εξόφληση των αξιώσεων αυτών και αφού απέρριψε κατ' ουσίαν το ποσού 7.575,686 κονδύλιο για ασφαλιστικές εισφορές, κατά της απόφασης δε αυτής άσκησαν εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ένσταση αυτή με το προδιαληφθέν περιεχόμενο ήταν αόριστη, όπως ορθά κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη, με την αυτή νομική σκέψη και κατά παραδοχή του 1ου λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, καθόσον, αν και με την αγωγή προβλήθηκαν περισσότερες αξιώσεις (με στοιχ.
Ε'), διαφορετικής προέλευσης και θεμελίωσης (και με δεδομένο, ότι, όπως επίσης ορθά κρίθηκε, μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας) στην ένσταση αναφέρονταν αριθμητικά μόνο διάφορες καταβολές και ο χρόνος πραγματοποίησής τους, όχι, όμως και η αιτία κάθε μίας απ' αυτές, μη αρκούσης της μνείας σ' αυτήν ότι η εξόφληση αφορούσε "πραγματικά παρασχεθείσες υπηρεσίες" του εκεί χρονικού διαστήματος, ενόψει μάλιστα και της, από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουσας, αναντιστοιχίας μεταξύ των φερομένων ως καταβληθέντων ποσών και των προβαλλομένων με την αγωγή ως οφειλομένων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο 2ος λόγος αναίρεσης, καθόσον μέρος του με αυτόν προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθ.416 και 653 ΑΚ, και 14 του ίδιου άρθρου για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης αυτής ως αόριστης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ο αυτός λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην ίδια περί αοριστίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου, ανεπάρκεια δηλ.
αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, ως γνωστόν, μόνον όταν το δικαστήριο ερευνά την ουσία της αγωγής, ένστασης κλπ., διατυπώνοντας και συναφές αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν την απορρίπτει ως απαράδεκτη, μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2101, 950, 940, 262/2014), όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Τέλος, ο αυτός λόγος (που αφορά, σημειώνεται, στο σύνολο του την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης), κατά το μέρος του, με το οποίο προσάπτονται αναιρετικές αιτιάσεις (α) από τον αριθ. 14 του αυτού άρθ.559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο απόρριψη της ένστασης εξόφλησης ως απαραδέκτως προβληθείσης στο Εφετείο, αν και, κατά την αναιρεσείουσα, αποδεικνυόταν από τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα, και (β) από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, και ειδικότερα ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε "ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη χρηματικές καταβολές της προς στήριξη της ένστασης εξόφλησης, που προέβαλε, ανεξαρτήτως του ότι η ένστασή της αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, έχουν αφαιρεθεί από τον τελευταίο κατά τον προσδιορισμό των αγωγικών του απαιτήσεων, και δεν περιλαμβάνονται σ' αυτές, όπως προκύπτει από την κίνηση των παραπάνω λογαριασμών του ενάγοντος σε συνδυασμό με τις αποδείξεις κατάθεσης που επικαλείται η εναγομένη", επεδίκασε, όμως, επάγεται περαιτέρω η αναιρεσείουσα, για το ίδιο χρονικό διάστημα, που αφορά η ένσταση εξόφλησης, το σύνολο των αποδοχών που (κατά το Εφετείο) εδικαιούτο ο ενάγων και έτσι διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες για την βασιμότητα της ένστασης εξόφλησης, είναι αλυσιτελής, καθόσον η ένσταση αυτή ήταν σε κάθε περίπτωση αόριστη, ορθώς απορριφθείσα, ως προελέχθη, ως τοιαύτη.
ΙΙΙ.(Α) Σύμφωνα με το άρθ.281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής και από την ρητή διατύπωσή της είναι προφανές ότι για την εφαρμογή της και την θεμελίωση της σχετικής ένστασης απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, η ύπαρξη συναφούς ενεργού (πρβλ.
ΟλΑΠ 17/1995) και ασκουμένου δικαιώματος (και συνακόλουθα η καταρχήν παραδοχή αυτού, όπως ισχύει για όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις), του οποίου, όμως, η άσκηση (και μόνο) υπερβαίνει "προφανώς" στην συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια που επιβάλλουν τα εκεί αναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 216/2017) (Β) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι (είναι νόμιμοι δηλ.) συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 446/2015), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 446/2015). Άρνηση αποτελεί, ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση, και δη σύμβαση, δεν είναι η αποτελούσα την βάση της αγωγής, αλλά διαφορετική.
Ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμη, ειδικότερα, η ένσταση από το άρθ.281 ΑΚ που αναφέρεται σε διαφορετικό δικαίωμα από το ασκούμενο σε συγκεκριμένη περίπτωση με την αγωγή και κατά συνέπεια ο συναφής ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την παραπάνω έννοια. Συναφώς με τα προαναφερθέντα, από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών ναι μεν προκύπτει, ότι, εάν για την στήριξη ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικά (αθροιστικά) εκτιμώμενα, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του καταγομένου σε δίκη δικαιώματος, κάθε ένα απ' αυτά αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, εφόσον με τον συνδυασμό (προσθήκη) όλων των επιμέρους αυτών περιστατικών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί δηλ.
το πραγματικό της διάταξης του άρθ. 281 ΑΚ. (ΑΠ 2177/2014, 74/2011), τούτο, όμως, πάντοτε με την προαναφερθείσα προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) στρέφεται κατά ενεργού και ασκουμένου με την αγωγή κλπ. δικαιώματος κι όχι άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν περαιτέρω τα εξής : (1) Με την ένδικη ως άνω αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) εξέθεσε, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) την 1-10-1997 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός, εργαζόμενος καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή (08.00'-16.00') και συμμορφούμενος προς τις δεσμευτικές γ' αυτόν οδηγίες και εντολές της ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας του και έναντι των εκεί αποδοχών, ότι επιπλέον με την από 8-11-2004 μεταξύ τους σύμβαση συμφωνήθηκε να παραχωρήσει ο ενάγων, ως εγγραμμένος στο ΜΕΚ (Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών), χωρίς πρόσθετη αμοιβή, το εργοληπτικό πτυχίο του στην εναγομένη, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την βασική της στελέχωση, ώστε να έχει δικαίωμα ανάληψης κατασκευής δημοσίων έργων, ότι την 23-4-2012 η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, ο ίδιος, όμως, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, ως εκ της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης κλπ., συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι την 4-7-2012, όταν άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του λόγω μη καταβολής των εκεί δεδουλευμένων αποδοχών του κλπ., με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, μετά από μετατροπή του καταψηστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι (α) η συνδέουσα τους διαδίκους από 1-10-1997 σύμβαση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (β) η από 24-4-2012 καταγγελία της σύμβασης αυτής είναι άκυρη (γ) η εναγομένη υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (δ) η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το εκεί ποσό για μισθούς υπερημερίας από την καταγγελία της σύμβασης και επί ένα 6μηνο, και επικουρικά, για την περίπτωση εγκυρότητας της καταγγελίας, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (ε) η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει από την μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τα προσδιοριζόμενα αναλυτικά στην αγωγή ποσά (για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, ασφαλιστικές εισφορές, ΦΠΑ απόδειξης παροχής υπηρεσιών) (2) Η αγωγή αυτή έγινε ενμέρει δεκτή με την 944/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ειδικότερα, αναγνωρίσθηκε ότι (α) η συνδέουσα τους διαδίκους από 1-10-1997 σύμβαση ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (β) η καταγγελία αυτής είναι άκυρη και (γ) η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τα εκεί ποσά για μισθούς υπερημερίας, δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφοτέρους τους διαδίκους, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Με αυτήν κρίθηκε, επίσης, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, ότι (α) η συνδέουσα τους διαδίκους από 1-10-1997 επίμαχη σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών (β) λόγω της φύσης της επίδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, με την από 8-11-2004 συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων, ως εγγεγραμμένος στο ΜΕΚ, ανέλαβε να στελεχώσει την εναγομένη με το πτυχίο του, ώστε να μπορεί αυτή να αναλαμβάνει την εκτέλεση δημόσιων έργων, καθώς και ότι (κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη) η αναιρεσείουσα εναγομένη οφείλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα από την επίδικη σύμβαση τα εκεί ποσά (ως αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης, για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας κλπ.), τα ποσά δε αυτά-αφού προηγουμένως απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της κατά τα αιτήματα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης αυτής και επιδίκασης μισθών υπερημερίας και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά τα σχετικά κεφάλαια-αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο (3) Η αναιρεσείουσα σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας ισχυρίσθηκε ότι την 8-11-2004 συνήψε με τον αναιρεσίβλητο έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι η επιλογή της μορφής αυτής σύμβασης, που "είθισται στον χώρο των επαγγελματιών πολιτικών μηχανικών...έγινε από τον ίδιο τον ενάγοντα", προέβαλε δε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά κατά την συζήτηση και ανάπτυξη στις προτάσεις της, και παραδεκτά, επίσης, επανέφερε στο Εφετείο με τον 3° λόγο της έφεσής της και τις επ' αυτής προτάσεις της "επικουρικά" ένσταση κατ' άρθ.281 ΑΚ καταχρηστικής άσκησης διά της αγωγής των αξιώσεων του ενάγοντος ως εργατικών (δηλ.
ερειδομένων σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας), με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος, ζητώντας την (και) για τον λόγο αυτόν απόρριψη της ένδικης αγωγής. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ταυτόσημα, όπως ακριβώς παραθέτει τον ισχυρισμό αυτόν και στον 3° λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ότι ο αναιρεσίβλητοις ενάγων "με την υπό κρίση αγωγή του, επικαλείται (επικαλέστηκε) 9 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη συνεργασία μας σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ μέχρι την από 29/5/2012 προσχηματική εξώδικη όχλησή του για καταβολή "καθυστερουμένων αποδοχών" και την σε σύντομο, μετά τη δήλωση αυτή, χρόνο κοινοποιηθείσα "δήλωση επίσχεσης" δεν είχε καθόλου διαμαρτυρηθεί για την δήθεν επιβληθείσα από την "ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" μορφή της μεταξύ μας έννομης σχέσης, την οποία προεχόντως ο ίδιος είχε επιλέξει και αποδεχθεί (ενν.
της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών), δημιουργώντας με την μακροχρόνια αδράνειά του, στην εταιρεία μας την πεποίθηση ότι είναι ικανοποιημένος από τη μορφή συνεργασίας μας και ότι δεν έχει κανένα παράπονο απ' αυτή. Στο ιστορικό που εκθέτει ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του υπάρχει μία κρίσιμη "χρονική " ανακολουθία:
Όπως ομολογεί, την 24/4/2012 του κοινοποίησα καταγγελία της μεταξύ μας σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών για "σπουδαίο λόγο". Στην ως άνω εξώδικη δήλωσή μου δεν αντέδρασε καθόλου, προφανώς επειδή γνωρίζει πολύ καλά την μεταξύ μας σχέση και παρά το γεγονός ότι-όπως ισχυρίζεται-του οφείλω "δεδουλευμένες αποδοχές" από τον Φεβρουάριο του 2011, "εισφορές ΤΣΜΕΔΕ" από το β' εξάμηνο του 2010, "δώρα εορτών" από το 2010 και "επίδομα αδείας" από το 2010.
Με την φυσιολογική πορεία των πραγμάτων θα έπρεπε να ασκήσει αμέσως αγωγή, καθώς έτρεχε ήδη το τρίμηνο της αποσβεστικής προθεσμίας. Αντ' αυτού, όμως, "θυμάται" την 4/7/2012 να ασκήσει "το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας ". Η αντιφατική (μακροχρόνια) αυτή συμπεριφορά του έχει διπλό επίμεμπτο κίνητρο, α) την επιδίωξη και εξασφάλιση πρόσθετου αθέμιτου οικονομικού οφέλους από την μεταξύ μας σχέση, δηλ.
επιδιώκει να πληρώνεται "από τον καναπέ του " χωρίς να προσφέρει καμία εργασία, β) επιδιώκει τον εξοπλισμό της (όποιας) απαίτησής του με το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων (άρθρο 973 ΚΠολΔ). Οι επιδιώξεις του αυτές είναι αντίθετες στην καλή πίστη...και στρέφονται όχι μόνο εναντίον της "ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" αλλά και κατά των εκατοντάδων εργατών και υπαλλήλων της επιχείρησης οι οποίοι δικαιούνται πραγματικά το προνόμιο που αυτός, όψιμα τώρα, διεκδικεί. ...Και αυτό μεθοδεύεται ενώ δεν βρίσκεται σε διαδικασία εκτέλεσης κανένα έργο στο οποίο ο ενάγων έστω απασχολήθηκε στο παρελθόν ή για το οποίο να του ανατέθηκαν εργασίες, ενώ την περίοδο απασχόλησης του στην "ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" έχει εισπράξει συνολικά το ποσό των 221.530,95€...Αντίθετα, τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής του θα έχει αλλεπάλληλες αρνητικές συνέπειες στη ρευστότητα της "ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ", αφού μπορεί να έχει ως συνέπεια την αδυναμία πληρωμής φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων..., καθώς η εταιρεία δίνοντας καθημερινή μάχη και ως συνευθυνομένη σε τεχνικές κοινοπραξίες με δεκάδες εταιρείες που έχουν χρεοκοπήσει, κατορθώνει μέχρι σήμερα να έχει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα".
Ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση από το άρθ.281 ΑΚ είναι μη νόμιμος στο σύνολο του, αλλά και ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, κατά το ως άνω περιεχόμενό του, αφορά στην άσκηση δικαιωμάτων (αξιώσεων) από μη καταρτισθείσα (άρα ανύπαρκτη), κατά την αναιρεσείουσα, σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, δηλ. εξαρτημένης εργασίας (στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), αφού, κατά την αναιρεσείουσα και όπως προκύπτει από τον παρατιθέμενο ως άνω ισχυρισμό της, μεταξύ των διαδίκων δεν συνήφθη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά καταρτίσθηκε και λειτούργησε (και μάλιστα από 8-11-2004) άλλη σύμβαση, δηλ.
παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές), οι επίδικες, όμως, αξιώσεις απορρέουν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, αλλά και με όσα έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη, από άλλη έννομη σχέση και δη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αποτελεί δηλονότι ο ισχυρισμός αυτός στην πραγματικότητα άρνηση της αγωγής, εφόσον ερείδεται στην αμφισβήτηση της φύσης (μορφής) της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους..
Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο, ότι, με βάση τα γενόμενα απ' αυτό ανελέγκτως δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν τίθεται ζήτημα καταχρηστικότητας της αγωγής "για τον λόγο ότι βασίζεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ενώ η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν της μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως ισχυρίζεται...η εναγομένη...., επαναφέροντας...τον ισχυρισμό αυτόν,..., δεδομένου ότι αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, της φύσης δηλαδή της επίδικης σύμβασης ως μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ενώ, όπως αποδείχθηκε, ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας", ουδόλως παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.281 ΑΚ, ούτε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη προταθέντων "πραγμάτων", αλλά και της λήψης υπόψη μη προταθέντων, συνισταμένη, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, στο ότι "δεν απάντησε στην ένσταση...όπως αληθώς αυτή είχε και προτάθηκε..., αλλ' απάντησε και απέρριψε ως δήθεν μη νόμιμη ένσταση...ως δήθεν ερειδομένη σε ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών", ενώ, επάγεται στην συνέχεια η αναιρεσείουσα, ουδέποτε προέτεινε τέτοια ένσταση, καθώς και στο ότι "δεν έλαβε καθόλου υπ' όψη κρίσιμα γεγονότα τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως..., δηλαδή δεν έλαβε υπόψη παρά μόνο μερικώς τα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορική βάση της..".
Συνεπώς, κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος ο περί του αντιθέτου 3ος λόγος αναίρεσης (και τελευταίος) από τους αριθ.1,8 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ.176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧNΙΚΑ ΕΡΓΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ) για αναίρεση της 2091/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ