Supreme Court dismisses appeal arguments regarding property damage valuation timing and inheritance rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed specific appeal arguments concerning the valuation of destroyed property and the scope of awarded damages. The appellant claimed the court erred by valuing assets based on the destruction date rather than the first hearing date and failed to account for a perpetual residence right. The court rejected these claims as unfounded, noting the lower court correctly applied the destruction date standard and that the awarded amounts matched the plaintiff's request without needing separate consideration of the servitude right.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeal arguments challenging the temporal basis for valuing destroyed property or the scope of awarded compensation are inadmissible if the lower court's reasoning aligns with established legal principles and the parties' submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 602/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Σπανάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Γ. Λ., το γένος Γ. Σ., 2) Γ. Λ., 3) Χ. Λ. του Γ., 4) Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Χ. Λ., κατοίκων ..., 5) Χ. Ξ. του Σ., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική της μέριμνα, Α. χήρα Σ. Ξ., κατοίκου ..., 6) Ε. χήρας Γ. Φ., 7) Α. Φ. του Γ., 8) Μ. Φ. του Γ., 9) Δ. συζύγου Χ. Κ., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., 10) Π. χήρας Χ. Π., το γένος Γ. Ε., 11) Α. Π. του Χρήστου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική του μέριμνα, Π. χήρα Χ. Π., 12) Χ. Π. του Χ., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική της μέριμνα, Π. χήρα Χ. Π., κατοίκων ..., 13) Ε. χήρας Κ. Θ., 14) Σ. Θ. του Κ., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική της μέριμνα, Ε. χήρα Κ. Θ., κατοίκων ..., 15) Ε. Α. του Π., 16) Π. Κ., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική της μέριμνα, Ε. Α. του Π., κατοίκων ..., 17) Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 18) Ε. χήρας Γ. Κ., το γένος Μ. Β., 19) Ι. Κ. του Γ., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική του μέριμνα, Ε. χήρα Γ. Κ., κατοίκων ..., 20) Θ. χήρας Π. Κ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., 21) Π. Λ. του Ε., συζύγου Α. Ν., 22) Ε. Λ. του Κ., 23) Α. Ν., κατοίκων ..., 24) Α. Κ. του Κ., 25) Α. συζύγου Α. Κ., το γένος Δ. Δ. ή Π., κατοίκων ..., 26) Β. Γ. του Μ., 27) Π.ς συζύγου Β. Γ., το γένος Δ. Κ., κατοίκων .... Οι υπό στοιχεία 10 και 12 αναιρεσείουσες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Αντωνόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5129/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2071/2011 μη οριστική και 1697/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/12/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 5/3/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφόσον γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της αγωγής.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ β’ ΑΚ εξάλλου προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά (από δόλο ή αμέλεια), κατά την κοινή και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας (Α.Π 183/2009 ΑΠ 299/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχει και εκείνος που κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου παραβίασε με πρόθεση ή από αμέλεια τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της οικοδομικής. Εξάλλου, το άρθρο 289 Π Κ θεσπίζει λόγο εμπράκτου μετανοίας που εξαλείφει το αξιόποινο, ορίζοντας ότι στην περίπτωση του άρθρου 286 ο υπαίτιος απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με την ελεύθερη θέλησή του αποτρέψει τον κίνδυνο ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσε αφορμή για την αποτροπή του.
Από αυτό παρέπεται ότι ο νόμος υπολαμβάνει πως η αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί το αδίκημα του άρθρου 286 είναι πάντοτε εφικτή, ακόμα και όταν η αποκατάσταση του κτίσματος είναι ανέφικτη. Τούτο δε γιατί η αποτροπή του κινδύνου μπορεί να συντελεσθεί όχι μόνο με τη συμπλήρωση των ελλείψεων και την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του οικοδομήματος, αλλά και, όταν αυτή είναι αδύνατη ή ασύμφορη, με την αναγγελία του κινδύνου προς τις αρμόδιες αρχές για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ή, ακόμα, και με την ενημέρωση των ίδιων των χρηστών.
Ως εκ τούτου, αφού η παρεμπόδιση του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση λογίζεται και είναι πάντοτε δυνατή, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να παραθέσει τα μέτρα που ο εναγόμενος όφειλε να επιλέξει προς τούτο, αλλ’ αρκεί η μνεία στην απόφαση των περιστατικών που ιδρύουν την υποχρέωση του εναγομένου σε πράξη και το γεγονός ότι αυτός την παρέλειψε (Ολ.
ΑΠ 11/2005 Α.Π.1614/2007). Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: ("Α. Ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων. Στις 7.9.1999 και περί ώρα 14.57 από ισχυρό σεισμό μεγέθους 5,9 της κλίμακας "Richter", που σημειώθηκε στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας και με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από την Αθήνα, κατέρρευσε καθολικά και απότομα τετραώροφη πολυκατοικία με "Pilotis" κείμενη στο Δήμο ...
Αττικής (επί των οδών ... και ... με είσοδο επί της οδού ...), με επακόλουθο να καταπλακωθούν και να βρουν τραγικό θάνατο 16 πρόσωπα και να υποστούν σωματικές βλάβες άλλα 12 άτομα, που κατοικούσαν στην εν λόγω πολυκατοικία. Η ως άνω πολυκατοικία είχε ανεγερθεί σε ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη Θέση "..." στη ...
Αττικής στο αριθμ. ... οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο έχει συνολική έκταση 1.059,50 τ.μ. και είχαν στην κυριότητά τους, κοινώς και αδιαιρέτως, ο πρώτος εναγόμενος κατά τα 384/1000 εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη κατά τα 96/1000 εξ αδιαιρέτου και η τέταρτη κατά τα υπόλοιπα 520/1000 εξ αδιαιρέτου. Το ίδιο οικόπεδο εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Ζ-Ε -Δ-Α στο από Ιανουαρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του έκτου εναγομένου (και είναι προσαρτημένο στο υπ’ αριθμ. ...22.2.1980 συμβόλαιο συνένωσης οικοπέδων του Συμβ/φου Αθηνών, Ιωάννη Κορρέ), στον οποίο (έκτο εναγόμενο) οι τρεις ανωτέρω οικοπεδούχοι και συνιδιοκτήτες, εκτός από την εκπόνηση μελέτης και κατασκευής της, είχαν αναθέσει και την επίβλεψή της.
Με βάση τη μελέτη του έκτου εναγομένου εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...1979 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής και ανεγέρθηκε η εν λόγω πολυκατοικία, η οποία αποτελούνταν από υπόγειο, πυλωτή, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο όροφο και δώμα. 3.Ακολούθως βάσει του από 13.3.1979 ιδιωτικού συμφωνητικού οι πρώτος και τέταρτη των εναγομένων είχαν καταρτίσει με τον πέμπτο εναγόμενο (Γ.
Κ.) σύμβαση μίσθωσης έργου, αναθέτοντας στον τελευταίο να κατασκευάσει, α) τους ξυλότυπους της ανεγερθησόμενης οικοδομής δυνάμει των επίσημων σχεδίων και της μελέτης του έκτου εναγομένου, β) τον εκ μπετόν αρμέ σκελετό της οικοδομής, γ) την κατασκευή, κάτωθι των εξωστών, αρχιτεκτονικής προεξοχής. Προβλεπόταν δε ρητώς στο εν λόγω συμφωνητικό ότι όλες οι οικοδομικές .εργασίες νοούνται πλήρεις, σύμφωνα προς τα σχέδια, με τη διαμόρφωση και τοποθέτηση του σε κάθε περίπτωση προβλεπομένου από τη μελέτη σιδήρου καθώς και με την επίστρωση του μεταφερομένου - με αυτοκίνητο - έτοιμου μπετόν.
Από την ίδια υπ’ αριθμ. ... οικοδομική άδεια προκύπτει ότι ολόκληρο το έργο και συγκεκριμένα οι εργασίες εξ οπλισμένου σκυροδέματος καθώς και η θεμελίωση των εξ οπλισμένου σκυροδέματος κατακόρυφων στοιχείων θα εκτελούνταν υπό την επίβλεψη του έκτου εναγομένου πολιτικού μηχανικού. Στο πλαίσιο αυτό, μετά από την από 3.9.1979 αίτησή τους και αφού οι εργασίες του σκελετού της οικοδομής (μπετόν και οπτοπλινθοδομών) είχαν ολοκληρωθεί, διενεργήθηκε την 13.9.1979 αυτοψία από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Πολεοδομικού γραφείου (που είχε εκδώσει την παραπάνω άδεια) και την 12.10.1979 θεωρήθηκε από αυτούς η εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και η αποπεράτωσή τους, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια.
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα οικοδομική άδεια οι εργασίες ανέγερσης της επίμαχης πολυώροφης οικοδομής ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο 1979, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε κατά την αυτοψία που πραγματοποίησαν την 9.10.1980 οι ανωτέρω υπάλληλοι, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωσή τους επί της ενλόγω οικοδομικής αδείας.
Κατά το χρονικό δε διάστημα που επακολούθησε και ειδικότερα από έτος 1981 μέχρι και το έτος 1987έλαβε χώρα η μεταβίβαση των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της ως άνω πολυκατοικίας εκ μέρους του πρώτου και της τετάρτης των εναγομένων ως πωλητών οικοπεδούχων στους αγοραστές των ιδιοκτησιών αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι παθόντες ενάγοντες.
Ωστόσο, κατά τη διαρρεύσασα παραπάνω χρονική περίοδο δεν επισημάνθηκε ούτε παρατηρήθηκε οποιαδήποτε ένδειξη περί την πλημμελή εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών κατά την οικοδόμηση της πιο πάνω πολυκατοικίας, συνεπεία των οποίων ήταν δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος κατάρρευσής της. Μόνον την 7.9.1999 εξ αφορμής της ισχυρής σεισμικής δόνησης, που σημειώθηκε στην ευρύτερη περιοχή του νομού Αττικής, η επίδικη πολυκατοικία κατέρρευσε, επειδή δεν εφαρμόσθηκαν από τους κατασκευαστές οι ισχύοντες - κατά τον χρόνο ανέγερσής της - κανόνες οικοδόμησης, με επακόλουθο να προκληθεί οικτρός θάνατος του συνόλου σχεδόν των ενοίκων της εν λόγω πολυκατοικίας, που είχαν βρεθεί εκείνη τη στιγμή εντός των διαμερισμάτων τους, για ορισμένους μεν από αυτούς λόγω ασφυξίας εξαιτίας της καταπλάκωσής τους από τα οικοδομικά υλικά και της παραμονής τους επί μακρό χρονικό διάστημα στην κατάσταση αυτή και της συνακόλουθης αδυναμίας απεγκλωβισμού τους, ενώ για τους λοιπούς ο θάνατος επήλθε συνεπεία των σωματικών κακώσεων που υπέστησαν από την παραπάνω αιτία.5.
Με αφορμή την ολοσχερή κατάρρευση της ως άνω πολυκατοικίας και κατόπιν σχετικής εντολής της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. διενεργήθηκε λεπτομερής έλεγχος εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας κατά την ανέγερσή της και έρευνα για τα αίτια της κατάρρευσής της από αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου αυτού, οι οποίοι συνέταξαν την από Μάρτιο 2001 έκθεση πορίσματος, σύμφωνα με την οποία η κατάρρευση της οικοδομής οφείλεται βασικά στις αμέσως κατωτέρω πράξεις και παραλείψεις του μελετητή και επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού έκτου εναγομένου καθώς επίσης και του κατασκευαστή του σκελετού αυτής πέμπτου εναγομένου, οι οποίες ήταν αντίθετες προς τους ισχύοντες κανονισμούς και αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες.
Ειδικότερα: α. Σε όλα τα γωνιακά υποστυλώματα και σε όλο το ύψος τους υπήρχαν ενσωματωμένες υδρορροές, στη δε στάθμη των ορόφων και στις περιοχές των κόμβων, οι κατακόρυφες υδρορροές δέχονταν και οριζόντιους κλάδους από τους προβόλους (μπαλκόνια), με αποτέλεσμα η φέρουσα ικανότητα του κτιρίου να έχει μειωθεί έντονα, κυρίως από ροπή κάμψης, αλλά και από τέμνουσα δύναμη, αλλά και να επέλθει αποδιοργάνωση κρίσιμων κόμβων σε αρκετές θέσεις.
β. Στην κρίσιμη στάθμη της PILOTIS, υπήρχε διαφορά ύψους μεταξύ των υποστυλωμάτων - τοιχωμάτων, που συνεχιζόταν στο υπόγειο με ύψος 3,2 μ. και στοιχείων που θεμελιώνονταν αμέσως κάτω από το δάπεδο της PILOTΙS με 4,0 μ., με συνέπεια η σχετική ακαμψία, άρα και η καταπόνηση από σεισμό των κοντύτερων στοιχείων να είναι 2,5 φορές μεγαλύτερη από αυτή των υψηλότερων στοιχείων, γ.
Οι δοκοί της πρόσοψης και μάλιστα στην οροφή της PILOTIS και στους άλλους ορόφους είχαν σημαντικές εκκεντρότητες στον άξονά τους σε σχέση με τους άξονες των υποστυλωμάτων, στα οποία στηρίζονταν, με συνέπεια να παρατηρηθεί πρόβλημα σε όλη τη συνεχή δοκό της πρόσοψης σε όλους τους ορόφους και λόγω πλατιάς και κοντής διατομής στην οροφή της PILOTΙS και λόγω εκκεντρότητας μεταξύ του δικού της άξονα και του άξονα των υποστυλωμάτων, σε συνδυασμό και με τα αυξημένα έναντι των άλλων ορόφων φορτία της στάθμης της PILOTΙS λόγω ανεστραμμένων δοκών και γεμισμάτων με κισσηρόδεμα.
δ. Υπήρχε σημαντική ανεπάρκεια συνδετήρων σε μεγάλα υποστυλώματα και δοκούς, καθώς και συνδετήρων στους κόμβους, ενώ δεν εφαρμόστηκαν σε καμία στάθμη, ούτε στην οροφή της PILOTIS οι κατά τη μελέτη και την οικοδομική άδεια ειδικοί αντισεισμικοί οπλισμοί των περιμετρικών δοκών (φουρκέτες). ε. Ο χάλυβας παρουσίαζε προβλήματα και συγκεκριμένα υπήρχαν περίεργες ράβδοι (0,16 κυρίως σε υποστυλώματα αλλά και δοκούς) με τα εξής χαρακτηριστικά :
αα) ράβδος fy/ft=630/690 Μρα (λ=1.1) και ε50, θρ = 24%, ββ) ράβδοι με fy/ft-310/400 Μρα (λ=1,3) και ε50, θρ = 40%, δηλαδή ράβδοι με πολύ μικρή κράτυνση ή με χαρακτηριστικά ST αντί ST III, που σημαίνει ότι χρησιμοποιήθηκε χάλυβας χαμηλής και όχι υψηλής αντοχής. στ. Υπήρχαν, έως και έντονα τυπικώς, προβλήματα προσβολής του χάλυβα, ήτοι οξείδωσης- διάβρωσης, κυρίως στους πόδες υποστυλωμάτων της Pilotis, λόγω ανεπάρκειας επικαλύψεων 5 σκυροδέματος, επιτόπου δε μετρήσεις έδειξαν απομείωση διατομής ορισμένων ράβδων σιδηροπλισμού υποστυλωμάτων της τάξης του 10%.
Οι πιο πάνω αντίθετες προς τους κανονισμούς και τους κανόνες της τεχνικής πράξεις και παραλείψεις κατά τη μελέτη και κατασκευή του φέροντος οργανισμού της οικοδομής δημιουργούσαν σημαντικό πρόβλημα στατικής επάρκειας και ασφάλειας αυτής και αδυναμίας αντοχής της και σε σεισμούς μικρότερου μεγέθους από εκείνο του σεισμού της 7.9.1999, με αποτέλεσμα την άμεση-απότομη κατάρρευση της και τον εντεύθεν θάνατο και τραυματισμό των προαναφερόμενων ενοίκων.
Ο αντίθετος ισχυρισμός του έκτου εναγομένου (πρώτος λόγος έφεσης) για έλλειψη κακοτεχνιών κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεν μπορεί δε να θεμελιωθεί ανώτερη βία (λόγω του μεγέθους του σεισμού και του επιφανειακού του χαρακτήρα) εξαιτίας της ελαττωματικότητας της κατασκευής που συνέβαλε κατά κύριο λόγο στην πτώση του κτιρίου.6.
Από την ίδια έκθεση πορίσματος του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. προκύπτει ότι με βάση τα στοιχεία της Υ.Α.Σ./Γ.Γ.Δ.Ε. κατά τον σεισμό του έτους 1981 δεν φαίνεται να είχαν υπάρξει προβλήματα (και μάλιστα έντονα - "προειδοποιητικά") ή οποιαδήποτε ζημία στην επίμαχη πολυκατοικία. Κατά πληροφορίες εκ μέρους των ιδιοκτητών, είχαν παρουσιαστεί βλάβες, όμως από την αρμόδια Επιτροπή του πιο πάνω Υπουργείου, όπως σημειώνεται στην εν λόγω έκθεση πορίσματος, δεν ανευρέθηκαν σχετικά στοιχεία ή ενδείξεις.
Τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πέμπτος (στον έβδομο λόγο έφεσης) και ο έκτος (στον έκτο λόγο έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας των εναγόντων για επισκευή που δεν έγινε από τον σεισμό του 1981) των εναγομένων κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Η ολοκληρωτική κατάρρευση της ως άνω πολυκατοικίας στο Δήμο ... Αττικής (επί της οδού ...) οφείλεται σωρευτικά, αφενός στην κατασκευή της κατά τρόπο αντίθετο προς τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης καθώς και προς τους κανονισμούς και τους κανόνες της τεχνικής, αφετέρου στις πράξεις και παραλείψεις του έκτου και πέμπτου των εναγομένων κατά τη μελέτη και την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της, που δημιούργησαν σημαντικό πρόβλημα στατικής επάρκειας, ασφάλειάς της και αδυναμίας αντοχής της σε σεισμούς ακόμη και μικρότερου μεγέθους από εκείνον της 7.9.1999.
Αν είχαν τηρηθεί οι ως άνω κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες σε όλα τα στάδια κατασκευής της επίδικης πολυκατοικίας, αυτή θα μπορούσε να αντισταθεί στη δράση του σεισμού και στην κατάρρευση, όπως αντέδρασαν αποτελεσματικά εκατοντάδες άλλες οικοδομές στην ίδια περιοχή. Η συμμετοχή του έκτου εναγομένου, που έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, στην οικοδόμηση του καταρρεύσαντος κτιρίου συνίσταται στην εκπόνηση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, στη κατασκευή των κτισμάτων και στην επίβλεψή της.
Όμως, η μελέτη και η πραγματική κατασκευή του κτιρίου παρουσίαζαν διάφορα προβλήματα και παρεκκλίσεις ως προς επιμέρους διατάξεις των Κανονισμών {του Κανονισμού Οικοδομικών Έργων (ΦΕΚ 160/1954) και του Αντισεισμικού Κανονισμού Οικοδομικών Έργων (ΦΕΚ 36/1959)}, όπως αναφέρονται στις περιπτώσεις 5α, β και γ. Ο έκτος εναγόμενος, μολονότι είχε γνώση των ανωτέρω παρεκκλίσεων και κακοτεχνιών της οικοδομής και της ενδεχόμενης κατάρρευσής της από τις αιτίες αυτές, σε περίπτωση που θα εκδηλωνόταν σεισμός ακόμη και μικρότερης έντασης από αυτόν της 7.9.1999, εν τούτοις ενέμεινε στην πλημμελή, ελαττωματική και αντίθετη προς τους παραπάνω Κανονισμούς κατασκευή και στη μη άρση της, ελπίζοντας ότι θα αποφευχθεί η κατάρρευση της οικοδομής.
Ακολούθως, η συμμετοχή του πέμπτου εναγομένου, που έχει την ιδιότητα του τεχνίτη εργολάβου, στην ανέγερση της επίδικης πολυκατοικίας συνίσταται στην κατασκευή του σκελετού της οικοδομής με οπλισμένο σκυρόδεμα. Ωστόσο, προέβη στα κατασκευαστικά ελαττώματα, που αναφέρονται στις περιπτώσεις 5δ, ε και στ, δηλαδή δεν μερίμνησε για την επάρκεια των συνδετήρων σε μεγάλα υποστυλώματα και δοκούς καθώς και στους κόμβους, δεν εφάρμοσε τους αντισεισμικούς οπλισμούς στις περιμετρικές δοκούς, σύμφωνα με τη μελέτη και την άδεια, χρησιμοποίησε χάλυβα χαμηλής αντοχής και δεν φρόντισε για την επάρκεια επικάλυψης με σκυρόδεμα του σιδηροπλισμού των υποστυλωμάτων της Pilotis και επήλθε οξείδωση και μείωση της αντοχής του οπλισμού αυτού.
Ο πέμπτος εναγόμενος, μολονότι είχε γνώση ότι συνεπεία των κατασκευαστικών ελλείψεων η στατική αντοχή της οικοδομής ήταν μειωμένη και ότι σε περίπτωση εκδήλωσης σεισμού - έστω και μέτριας έντασης - ήταν δυνατή η κατάρρευση όλου του κτιρίου και η συνακόλουθη θανάτωση ή οι σωματικές βλάβες των χρηστών του, εν τούτοις παρείδε τον κίνδυνο αυτόν και προέβη στην αντίθετη προς τους τεχνικούς κανόνες κατασκευή του φέροντος οργανισμού της οικοδομής, ελπίζοντας ότι θα αποφευχθεί η κατάρρευση της οικοδομής.
Ο ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου (στον πρώτο λόγο έφεσης περ. α’ και στον όγδοο ότι δεν ήταν εργολάβος, όπως στην ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής,, αλλά τεχνίτης εργολάβος,, που ανέλαβε την εκτέλεση ορισμένων εργασιών) προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού ευθύνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως τεχνίτης εργολάβος του μπετόν και όχι ως εργολάβος όλης της οικοδομής.
Αφενός από τις ανωτέρω κακοτεχνίες, τεχνικές αστοχίες και κατασκευαστικές ελλείψεις των δύο αυτών εναγομένων (έκτου και πέμπτου) στην ανέγερση της πολυκατοικίας, αφετέρου λόγω της πιο πάνω ιδιότητάς τους ως μελετητή και επιβλέποντος μηχανικού της οικοδομής και κατασκευαστή του σκελετού αυτής αντίστοιχα, ιδρύθηκε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των εν λόγω εναγομένων να καταβάλουν ιδιάζουσα μέριμνα για τη διαφύλαξη των αγαθών που είχαν εκτεθεί σε κίνδυνο, λαμβάνοντας μέτρα αποτροπής τους, με την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και την ενίσχυση του φέροντος οργανισμού του κτιρίου.
Η εν λόγω υποχρέωση εκτεινόταν χρονικώς από την παράδοση του έργου και εξακολούθησε όσο χρόνο υπήρχε ο κίνδυνος, ήτοι μέχρι την πραγματοποίησή του την 7.9.1999. Είχαν δε σχετική προς τούτο δυνατότητα, αφού εξακολουθούσαν να έχουν ο καθένας την πιο πάνω ιδιότητα και να εργάζονται στην περιοχή της Αττικής.
Τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πέμπτος εναγόμενος (στον τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο έφεσης) και ο έκτος εναγόμενος (στον δεύτερο και πέμπτο-λόγο έφεσης) κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά και δεδομένα συνάγονται τα εξής: α. Η ολοσχερής κατάρρευση της παραπάνω πολυκατοικίας και η συνακόλουθη θανάτωση, πρόκληση σωματικών βλαβών σε ορισμένους χρήστες της, αλλά και οι ζημίες στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, οφείλεται σε υπαιτιότητα (βαριά αμέλεια) του έκτου και πέμπτου των εναγομένων, οι οποίοι, αφενός μεν προέβησαν στην ελαττωματική της κατασκευή, αφετέρου δε παρέλειψαν, παρά την προς τούτο νομική τους υποχρέωση και δυνατότητα, να αποκαταστήσουν και συμπληρώσουν τις εν λόγω τεχνικές αστοχίες και ελλείψεις της οικοδομής.
β. Οι λοιποί εναγόμενοι δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για την κατάρρευση της ως άνω οικοδομής και των δυσμενών συνεπειών της. Ειδικότερα : Ναι μεν η επίδικη πολυκατοικία δεν ανεγέρθηκε με το σύστημα της αντιπαροχής και στην υπ’αριθμ. ...22.2.1980 Πράξη Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας του Συμβ/φου Αθηνών, Ιωάννη Κορρέ, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Νέας Ιωνίας, οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων οικοπεδούχοι, φέρονται ως κατασκευαστές, πλην όμως πρόκειται για τυπική και όχι ουσιαστική αναφορά, επειδή:
αα. Οι εν λόγω εναγόμενοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις ή την εμπειρία εργολάβου κατασκευαστή ή τεχνίτη ή μηχανικού ή αρχιτέκτονα ούτε είχαν αναπτύξει οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα (η δεύτερη και η τέταρτη ήταν οικοκυρές και ο πρώτος επιχειρηματίας).
ββ. οι ίδιοι εναγόμενοι δεν επέβλεπαν ούτε επιστατούσαν στην οικοδόμηση της καταρρεύσασας πολυκατοικίας ούτε ο έκτος και πέμπτος των εναγομένων υπόκεινταν στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές των οικοπεδούχων εναγομένων, αφού οι τελευταίοι στερούνταν οποιασδήποτε ειδικής γνώσης ή τεχνικής εμπειρίας, συνακόλουθα δε δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση πρόστησης, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες.
γγ. Επιπλέον, δεν είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή ούτε εν τοις πράγμασι αναμείχθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε στάδιο ανέγερσής της, ήτοι από την εκπόνηση της μελέτης και την κατασκευή μέχρι την αποπεράτωσή της. Ο τρίτος εναγόμενος είναι σύζυγος της τετάρτης εναγομένης και μέχρι το έτος 1989 (δέκα έτη μετά την ανέγερση της επίμαχης οικοδομής δραστηριοποιήθηκε στις οικοδομικές επιχειρήσεις) ασχολούνταν με εμπόριο λαδιών και αφενός δεν είχε ειδικές γνώσεις ή τεχνική εμπειρία για κατασκευή πολυκατοικιών, αφετέρου δεν συμμετείχε ούτε είχε ανάμειξη σε οποιοδήποτε στάδιο κατασκευής της εν λόγω οικοδομής.
Ο αντίθετος ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου (πρώτος λόγος έφεσης περ. β’ ) ότι οι εναγόμενοι ήταν κατασκευαστές της επίδικης οικοδομής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Επιπλέον, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων {πρώτος, δεύτερος (περί εσφαλμένης αξιολόγησης της ευθύνης των τεσσάρων πρώτων εναγομένων κατ’ άρθρο 914 ΑΚ, περί παράλειψης ενημέρωσής τους περί κακοτεχνιών, αντίστοιχα), τέταρτος (περί σχέσης πρόστησης μεταξύ των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και των πέμπτου και έκτου των εναγομένων) λόγος έφεσης} Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων, κατά την πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας στους ενάγοντες αγοραστές απέκρυψαν δολίως από τους τελευταίους ότι ί) αυτή είχε πλειάδα κακοτεχνιών, ιι) κατά τους σεισμούς του 1981 είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές, που δεν επισκευάσθηκαν, τους διαβεβαίωσαν δε ψευδώς περί μη ύπαρξης κακοτεχνιών και περί μη κατασκευαστικών ελλείψεων της επίμαχης πολυκατοικίας, με επακόλουθο αυτοί (ενάγοντες) να εξαπατηθούν.
Τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι ενάγοντες (στον τρίτο λόγο έφεσης) κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, η αγωγή ως προς τους τέσσερις πρώτους εναγόμενους κρίνεται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατά τον προρρηθέντα σεισμό της 7 Σεπτεμβρίου 1999, η ως άνω πολυκατοικία κατέρρευσε ολοκληρωτικά, με επακόλουθο να ανασυρθούν από τα συντρίμμια της, αφού βρήκαν τραγικό θάνατο δέκα έξι άτομα που έκαναν χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών να υποστούν σωματικές βλάβες δώδεκα, ενώ καταστράφηκαν ολοσχερώς οι ως άνω ιδιοκτησίες με τον υπάρχοντα σε αυτές οικιακό εξοπλισμό.
Ειδικότερα, από τον σεισμό φονεύθηκαν οι ακόλουθοι άνθρωποι: α) Ο Ι. Λ., ηλικίας 14 ετών, υιός της πρώτης και του δευτέρου των εναγόντων καθώς και αδελφός του τρίτου ενάγοντος, β) ο Γ. Φ., 49 ετών, σύζυγος της έκτης ενάγουσας, πατέρας της εβδόμης και της όγδοης των εναγόντων, γ) ο Β. Φ., 18 ετών, υιός της έκτης ενάγουσας, αδελφός της εβδόμης και όγδοης των εναγόντων, δ) ο Σ.
Κ., 62 ετών, ε) η Α. Κ., 43 ετών και στ) η Χ. Κ., 27 ετών, πατέρας, μητέρα και αδελφή αντίστοιχα της ένατης ενάγουσας, ζ) ο Χ. Π., 45 ετών, σύζυγος της δέκατης ενάγουσας και πατέρας του ενδέκατού και της δωδέκατης των εναγόντων, η) η Γ. Π., 16 ετών, θυγατέρα της δέκατης ενάγουσας και αδελφή του ενδέκατου και της δωδέκατης των εναγόντων, θ) ο Κ.
Θ., 46 ετών και ι) Ι. Θ., 17 ετών, σύζυγος και υιός αντίστοιχα της δέκατης τρίτης ενάγουσας καθώς επίσης πατέρας και αδελφός αντίστοιχα της δέκατης τέταρτης ενάγουσας, ια) ο Π. Α., 79 ετών, πατέρας της δέκατης πέμπτης και παππούς της δέκατης έκτης των εναγόντων, ιβ) η Σ. Κ., 13 ετών, θυγατέρα της δέκατης πέμπτης και αδελφή της δέκατης έκτης των εναγόντων, ιγ) ο Ι.
Λ., 61 ετών, πατέρας του δέκατου έβδομου ενάγοντα, ιδ) ο Γ. Κ., 38 ετών, σύζυγος της δέκατης όγδοης και πατέρας του δέκατου ένατου των εναγόντων, ιε) η Φ. χήρα Ι. Κ., 66 ετών, πεθερά της δέκατης όγδοης και γιαγιά του δέκατου ένατου των εναγόντων και ιστ) ο Π. Κ., 60 ετών, σύζυγος της εικοστής ενάγουσας.6. Λαμβάνοντας υπόψη τις συντρέχουσες περιστάσεις, ήτοι τον βαθμό πταίσματος του πέμπτου και έκτου των εναγομένων, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο θάνατος των προαναφερόμενων προσώπων, τον βαθμό συγγενείας και τις σχέσεις αγάπης και στοργής που συνέδεαν τους ενάγοντες με τους θανόντες, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κατ’ εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης πρέπει να ορισθεί για κάθε ενάγοντα, ως εξής:
α. Για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 180.000 €, για τον θάνατο του τέκνου της Ι. Λ.. β. Για τον δεύτερο ενάγοντα στο ποσό των 180.000 €, για τον θάνατο του τέκνου του -Ι. Λ. γ. Για τον τρίτο ενάγοντα στο ποσό των 120.000 €, για τον θάνατο του αδελφού του Ι. Λ.. δ. Για την έκτη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 340.000 (160.000 + 180.000) €, για τον θάνατο του συζύγου της Γ.
Φ. και του υιού της Β. Φ., ε. Για την έβδομη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 260.000 (140.000 + 120.000) €, για τον Θάνατο του πατέρα της Γ. Φ. και του αδελφού της Β. Φ., στ. Για την όγδοη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 260.000 (140.000 + 120.000) €, για τον θάνατο του πατέρα της Γ. Φ. και του αδελφού της Β. Φ. ζ) Για την ένατη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 400.000 (140.000 + 140.000 + 20.000) €, για τον θάνατο του πατέρα της Σ.
Κ., της μητέρας της Α. Κ. και της αδελφής της Χ. Κ.. η. Για τη δέκατη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 340.000 (160.000 + 180.000) €, για τον θάνατο του συζύγου της Χ. Π. και της Θυγατέρας της Γ. Π.. θ. Για τον ενδέκατο ενάγοντα στο συνολικό ποσό των 260.000 (140.000 + 120.000) €, για τον θάνατο του πατέρα του Χ. Π. και της αδελφής του Γ. Π.. ι.
Για τη δωδέκατη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 260.000 (140.000 + 120.000) €, για τον θάνατο του πατέρα της Χ. Π. και της αδελφής της Γ. Π.. ια. Για τη δέκατη τρίτη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 340.000 (160.000 + 180.000) €, για τον θάνατο του συζύγου της Κ. Θ. και του υιού της Ι. Θ.. ιβ. Για τη δέκατη τέταρτή ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 260.000 (140.000 + 120.000) €, για τον Θάνατο του πατέρα της Κ.
Θ. και του αδελφού της Ι. Θ.. ιγ. Για τη δέκατη πέμπτη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 320.000 (180.000 + 140.000) €, για τον θάνατο του πατέρα της Π. Α. και της Θυγατέρας της Σ. Κ.. ιδ. Για τη δέκατη έκτη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 200.000 (120.000 + 80.000) €, για τον θάνατο της αδελφής της Σ. Κ. και του παππού της Π. Α.. ιε. Για τον δέκατο έβδομο ενάγοντα στο ποσό των 140.000 €, για τον θάνατο του πατέρα του Ι.
Λ.. ιστ. Για τη δέκατη όγδοη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 200.000 (160.000 + 40.000) €, για τον θάνατο του συζύγου της Ι. Κ. και της πεθεράς της Φ. χήρας Ι. Κ.. ιζ. Για τον δέκατο ένατο ενάγοντα στο συνολικό ποσό των 220.000 (140.000 + 80.000) €, για τον θάνατο του πατέρα του Ι. Κ. και της γιαγιάς του Φ. χήρας Ι. Κ.. ιη. Για την εικοστή ενάγουσα στο ποσό των 160.000 €, για τον θάνατο του συζύγου της Π.
Κ..
Ο ισχυρισμός των εναγόντων (πέμπτος λόγος έφεσης) για αύξηση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
7. Συνεπεία της κατάρρευσης της επίδικης πολυκατοικίας καταστράφηκαν πλήρως οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της, στις οποίες κατοικούσαν οι ενάγοντες με τις οικογένειές τους. Ως εκ τούτου από την απροσδόκητη απώλεια των κατοικιών τους υπέστησαν ψυχικό κλονισμό και ταραχή, ήτοι ηθική βλάβη και προς αποκατάστασή της (οι ενάγοντες), δικαιούνται, εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Με βάση τις ειδικές περιστάσεις, που αποδείχθηκαν και ειδικότερα το είδος και την βαρύτητα της προσβολής των εναγόντων, την έκταση της ηθικής βλάβης τους, τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής καθώς και το βαθμό και την ένταση του πταίσματος του πέμπτου και του έκτου των εναγομένων, την περιουσιακή και την κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής ότι πρέπει να επιδικασθεί σε κάθε ενάγοντα (ήτοι στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, δέκατη, ενδέκατο, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτη, δέκατη όγδοη, δέκατο ένατο, εικοστή, εικοστή πρώτη, εικοστό δεύτερο και εικοστό τρίτο των εναγόντων) ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 25.000 €, εντόκως από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το οποίο (ποσό) θεωρεί ως εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (απορριπτομένου του πέμπτου λόγου έφεσης των εναγόντων για αύξηση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως αβάσιμου).8.
Από την κατάρρευση της ίδιας πολυκατοικίας καταστράφηκαν ολοσχερώς: Οι ακόλουθες οριζόντιες ιδιοκτησίες: αα. Η υπό στοιχεία Υ6 αποθήκη του υπογείου επιφανείας 5,40 τ.μ., ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, αξίας - κατά το χρόνο του σεισμού - 7.199 €. ββ. Το υπό στοιχεία ΑΙ διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφανείας 73,5 τ.μ., ιδιοκτησίας της πέμπτης ενάγουσας, αξίας -κατά το χρόνο του σεισμού - 100.000 €, καθώς και η υπό στοιχεία Υ4, αποθήκη του υπογείου, επιφανείας 5,40τ.μ., αξίας 7.199 €.
γγ. Το υπό στοιχεία Β2 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, επιφανείας 75 τ.μ. με την ανήκουσα σ’ αυτό υπ’ αριθμ. 12 θέση στάθμευσης, συνολικής αξίας 100.000 €. καθώς και η υπό στοιχεία Υ2 αποθήκη του υπογείου επιφανείας 5,40 τ.μ., αξίας 7.199 Ε. Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα στον αποβιώσαντα εξαιτίας του σεισμού Χ.
Π., τον οποίο κληρονόμησαν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του, δέκατη, ενδέκατος και δωδέκατη των εναγόντων, κατά ποσοστό 5/8, 3/16 και 3/16 εξ’ αδιαιρέτου αντίστοιχα. δδ. Η υπό στοιχεία Υ1 αποθήκη του υπογείου επιφανείας 5,50 τ.μ., ιδιοκτησίας της εικοστής πρώτης ενάγουσας, αξίας - κατά το χρόνο του σεισμού -7.332 €.
Επομένως, οι ανωτέρω ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης ίσης με την αξία των ιδιοκτησιών τους που καταστράφηκαν εξαιτίας του σεισμού. β. Τα ακόλουθα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα πλησίον αυτής:
αα Το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΧΒ ... τύπου "Yugo Zastava", ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης, η αξία τον-οποίου ανερχόταν - κατά το χρόνο τον σεισμού - σε 3.000 €.
ββ. Το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΥΤ ... τύπου ΠΕΖΩ 309, ιδιοκτησίας της έκτης εναγομένης, η αξία του οποίου ανερχόταν -κατά το χρόνο τον σεισμού - σε 6.000 €, γγ. Το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΧΖ ... τύπου "Toyota Corolla", ιδιοκτησίας της Α. Κ., μητέρας της ένατης εναγομένης, της οποίας η τελευταία είναι η μοναδική νόμιμη κληρονόμος, η αξία του οποίου ανερχόταν - κατά το χρόνο του σεισμού - σε 7.500 €.
δδ. Το υπ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΖΧ ... τύπου "Hyundai Accent", ιδιοκτησίας Κ. Θ., συζύγου της δέκατης τρίτης και πατέρα της δέκατης τέταρτης εναγομένης, οι οποίες είναι οι μοναδικές νόμιμες κληρονόμοι του κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, η αξία του οποίου (αυτοκινήτου) ανερχόταν - κατά το χρόνο του σεισμού - σε 10.000 €.
εε. Το υπ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΧΥ ... τύπου ΠΕΖΩ 306, ιδιοκτησίας του δέκατου έβδομου εναγομένου, η αξία του οποίου ανερχόταν - κατά το χρόνο του σεισμού - σε 10.000 €.
ζζ. Το υπ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΡΕ ... τύπου "Suzuki Baleno", ιδιοκτησίας του Γ. Κ., συζύγου της δέκατης όγδοης και πατέρα του δέκατου ένατου των εναγομένων, οι οποίοι είναι οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, η αξία του οποίου (αυτοκινήτου) ανερχόταν - κατά το χρόνο του σεισμού - σε 10.000 €. ηη. Το υπ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΥΤ ... τύπου "Suzuki Swift", ιδιοκτησίας του Π. Κ., συζύγου της εικοστής εναγομένης, η οποία είναι η μοναδική νόμιμη κληρονόμος του, η αξία του οποίου ανερχόταν - κατά το χρόνο τον σεισμού -σε 4.500 Ε.Ν. το υπ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΖΧ ... τύπου "Daewoo Lanos", ιδιοκτησίας του εικοστού τρίτου εναγομένου, η αξία του οποίου ανερχόταν - κατά το χρόνο του σεισμού - σε 9.000 €. 9. Κατόπιν αυτών, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικώς βάσιμη ως προς τον πέμπτο και έκτο των εναγομένων και να αναγνωρισθεί ότι οι τελευταίοι υποχρεούνται να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρο, στους ενάγοντες, εντόκως από την επόμενη ημέρα επίδοσης της αγωγής, τα ακόλουθα ποσά:
ί. Στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 212.199 € (180.000 + 25.000 + 7.199).
ii. Στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 205.000 € (180.000 + 25.000).
iii. Στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 145.000 € (120.000 + 25.000).
iv. Στην τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 28.000 € (25.000 + 3.000).
ν. Στην πέμπτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των.132.199 € (25.000 + 100.000 + 7.199).
vi. Στην έκτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 371 000 € (340.000 + 25.000 + 6.000).
vii. Στην έβδομη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 285.000 € (260.000 + 25.000).
viii. Στην όγδοη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 285.000 € (260.000 + 25.000).
ix. Στην ένατη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 407.500 € (400.000 + 7.500).
χ. Στη δέκατη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 432.000 € (340.000 + 25.000 + 67.000).
xi. Στον ενδέκατο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 305.100 € (260.000 + 25.000 + 20.100).
xii. Στη δωδέκατη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 305:100 € (260.000 + 25.000 + 20.100).
xiii. Στη δέκατη τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 367.500 € (340.000 + 25.000 + 2.500).
xiv. Στη δέκατη τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 292.500 € (260.000 + 25.000 + 7.500).
χν. Στη δέκατη πέμπτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 345.000 € (320.000 + 25.000).
xvi. Στη δέκατη έκτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 225.000 € (200.000 + 25.000).
xvii. Στο δέκατο έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 150.000 € (140.000 + 10.000).
xviii. Στη δέκατη όγδοη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 227.500 € (200.000 + 25.000 + 2.500).
xix. Στο δέκατο ένατο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 252.500 € (220.000 + 25.000 + 7.500).
χχ. Στην εικοστή ενάγουσα το συνολικό ποσό των 189.500 € (160.000 + 25.000 + 4.500).
xxi. Στην εικοστή πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 32.332 € (25.000 + 7.332).
xxii. Στον εικοστό δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 25.000 Ε.
xxiii. Στον εικοστό τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 34.000 € (25.000 + 9.000" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ απέρριψε την έφεση του εναγομένου Γ. Κ. κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και είχαν επιδικαστεί στους ενάγοντες τα εις αυτή αναφερόμενα ποσά.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ’ αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε χωρίς ν’ απαιτούνται προς τούτο και άλλες. Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται η ευθύνη του εναγομένου από αδικοπραξία καθόσον η υπό τ’ ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εκδηλωθείσα συμπεριφορά τούτου και παράνομη και υπαίτια είναι αλλά και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν αποτέλεσμα καθόσον οι ανελέγκτως δεκτές γενόμενες ως άνω πράξεις και παραλείψεις τούτου ήταν ικανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω αποτέλεσμα το οποίο και επέφεραν.
Σημειώνεται ότι για την πληρότητα του αιτιολογικού της απόφασης σε σχέση με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου δεν ήταν ανάγκη να παρατεθούν και τα συγκεκριμένα μέτρα που ο αναιρεσείων μπορούσε να λάβει και δεν έλαβε για την αποτροπή του κινδύνου ενόψει του ότι σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση η παρεμπόδιση του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση λογίζεται και είναι πάντοτε δυνατή.
Κατ’ ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος ,δεύτερος και δέκατος με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες στην απόφαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σε σχέση με τα στοιχεία του παρανόμου, της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου αναιρεσείοντος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας των εναγόντων και διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου γι’ αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο υποστηρίζονται τα’ αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 937 ΑΚ, "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη".
Εξάλλου, το άρθρο 286 ΠΚ, όπως είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 παρ. 5α’ του ν. 2331/1995, όριζε ότι "όποιος κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".
Το έγκλημα αυτό είναι στιγμιαίο, συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ουσιαστικό. Τούτο σημαίνει ότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει αφενός μεν ορισμένη ενέργεια και αφετέρου ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο, ενόψει της φύσεως του εγκλήματος ως συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, είναι η πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου και όχι η πραγματοποίησή του.
Η τελευταία κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 286 Π Κ, γι’ αυτό αν ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου που προκλήθηκε από αυτό πραγματωθεί, τότε τελείται το οικείο έγκλημα βλάβης με τη μορφή της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης. Τα εγκλήματα όμως βλάβης απορροφούν τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως του ίδιου έννομου αγαθού.
Συνεπώς, αν από την κατάρρευση μιας πλημμελώς κατασκευασθείσης οικοδομής επέλθει ο θάνατος ή η σωματική βλάβη προσώπου, ο κατασκευαστής αυτής υπέχει ευθύνη μόνο για ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη αντιστοίχως, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, τουτέστιν με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό.
Έτσι, μεταξύ των εγκλημάτων της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής και της ανθρωποκτονίας που συντελείται με τον ανωτέρω τρόπο υπάρχει φαινομένη συρροή, όπου η ανθρωποκτονία απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 και το καθιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη. Τέλος, από το άρθρο 17 ΠΚ προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων παραλείψεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει (Ολ.
ΑΠ 11/2005). Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, ο χρόνος αυτός είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση του κτιρίου που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε, ήτοι στις 7.9.1999. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο την από τον εναγόμενο προβληθείσα από το άρθρο 937 παρ. 1 εδ.
β Α.Κ. ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά ότι από το χρόνο παράδοσης του υπ’ . αυτού εκτελεσθέντος έργου (1979) παρήλθε μέχρι την άσκηση της αγωγής (2004) εικοσαετία, έκρινε μη νόμιμη διότι από το φερόμενο χρόνο της κατάρρευσης της οικοδομής (7-9-1999) μέχρι τον οποίο και ώφειλε ο εναγόμενος να ενεργήσει που αποτελεί και την έναρξη της παραγραφής μέχρι και το χρόνο της άσκησης της αγωγής (2004) δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της παραγραφής (εικοσαετία).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 937 παρ. 1 εδ’ β’ ούτε και άλλες και έτσι δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. καθόσον στη προκειμένη περίπτωση που η ζημιογόνος ενέργεια τελείται όχι με θετική πράξη δηλαδή με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με τη παράλειψη της αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό ο χρόνος τελέσεως αυτής είναι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση ,εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει και που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση της οικοδομής που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτή κατέρρευσε, ήτοι στις 7-9-1999.
Κατ’ ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα’ αντίθετα είναι αβάσιμος.
ΙΙ) Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί του θανόντος καθώς και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη), ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός και ανηψιός του, δεν περιλαμβάνονται (Α.Π.382/2013 Α.Π.675/2013).
Κατ’ ακολουθίαν το Εφετείο που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο της Φ. χήρας Ι. Κ. στη δέκατη όγδοη ενάγουσα Ε. χήρα Ι. Κ. που είναι νύφη της από υιό και ως εκ τούτου συμπεριλαμβάνεται στην οικογένεια της θανούσης, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ ΑΚ, γι’ αυτό και ο ένατος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τ’ αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ) Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 Κ.Πολ.Δ., όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του Κ.Πολ.Δ., που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 355/2014). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο, έβδομο και όγδοο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 519 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στους αναιρεσιβλήτους τα πιο πάνω υπέρογκα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος.
Επίσης με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προσβάλλεται η απόφαση για παραβίαση του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που αποσκοπεί στην αποτροπή της αδικαιολόγητης προσβολής της περιουσίας των προσώπων από πράξεις των οργάνων της πολιτείας. Το ζήτημα, όμως αυτό όταν η αρχή της αναλογικότητας αφορά και δεσμεύει μόνο τον κοινό νομοθέτη και όχι τον εφαρμοστή του δικαίου, προς δε ότι η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος έχουσα έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in ab stacto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, είναι ζήτημα που έχει παραπεμφθεί ήδη στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί, επικειμένης της εκδόσεως αποφάσεως.
Συνεπώς και με δεδομένη την υφιστάμενη στη νομολογία διάσταση ως προς τη δυνατότητα ή όχι να ελεγχθεί αναιρετικά το μέτρο της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο φέρεται προς κρίση με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, γι’ αυτό και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση των λόγων αυτών εωσότου εκδοθεί απόφαση επί του ως άνω ζητήματος από την ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (Ολ.
Α.Π.1/1999, ΑΠ. 1308/2007, 194/2005). Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ’ αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (ΑΠ. 1308/2007).Στη προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος εναγομένου ως εργολάβου κατασκευαστού του μπετού της οικοδομής και της έλλειψης σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτού και των εναγομένων εργοδοτών συνεκτίμησε μαζί με όλα τ’ άλλα αποδεικτικά στοιχεία(μάρτυρες και έγγραφα) και το από 13-3-1979 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και των πρώτου και τέταρτου των εναγομένων και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του περί των ανωτέρω στο εν λόγω έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται να παραμορφώθηκε .
Επομένως ο δέκατος όγδοος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα’ αντίθετα είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος . Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από το περιεχόμενο της απόφασης κατ’ ορθή νοηματική απόδοση τούτου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι και η υπό στοιχ. Υ4 αποθήκη του υπογείου της καταρρεύσασας οικοδομής, για την ολοσχερή καταστροφή της οποίας επιδίκασε αποζημίωση ποσού 7.199 ευρώ στην πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ενάγουσα, ανήκε επίσης στην ιδιοκτησία της τελευταίας στην οποία ανήκε και το υπό στοιχεία Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου για το οποίο (διαμέρισμα) και ρητά τούτο αναφέρεται.
Επομένως εκ του γεγονότος ότι δεν γίνεται επανάληψη της αναφοράς αυτής και ως προς την αποθήκη η οποία και αποτελεί παρακολούθημα του διαμερίσματος δεν στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης κατά το μέρος που επιδικάστηκε αποζημίωση στην πέμπτη αναιρεσίβλητη και για την αποθήκη. Περαιτέρω με το να επιδικάσει το Εφετείο αποζημίωση στους πρώτη, πέμπτη και εικοστή πρώτη των αναιρεσιβλήτων εναγουσών για την ολοσχερή καταστροφή των οριζοντίων ιδιοκτησιών που ανήκαν στην ιδιοκτησία τους δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και δεν απαιτούνταν για την πληρότητα των αιτιολογιών να αναφέρεται και ο τρόπος που απέκτησαν την κυριότητα των καταστραφέντων ακινήτων τους οι ενάγουσες αυτές καθόσον αντικείμενο της δίκης δεν αποτελεί η κυριότητα αλλά η αξίωση αποζημίωσης για την κατάφαση της οποίας αρκεί η παραδοχή ότι ο ενάγων είναι κύριος του καταστραφέντος πράγματος (σχτ.
Α.Π.45/1990). Κατ’ ακολουθίαν το Εφετείο που με βάση τα’ ανωτέρω επιδίκασε αποζημίωση στις ανωτέρω αναιρεσίβλητες ενάγουσες δεν παραβίασε ευθέως αλλά ούτε και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. γι’ αυτό και ο ενδέκατος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα’ αντίθετα είναι αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης κατά ορθή νοηματική απόδοση τούτου το Εφετείο δέχθηκε ότι οι δέκατη .ενδέκατος και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος ιδιοκτήτη του καταστραφέντος διαμερίσματος, θέσεως στάθμευσης και αποθήκης , Χ. Π. (συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών) κατά ποσοστό αντίστοιχα 5/8,3/16 και 3/16 εξ αδιαιρέτου, η ένατη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης ιδιοκτήτριας του καταστραφέντος Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, Α.
Κ. (μητέρας της) οι δέκατη Τρίτη και δέκατη τέταρτη οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος ιδιοκτήτη του καταστραφέντος Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Θ. (συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης) οι δέκατη όγδοη και δέκατος ένατος οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος ιδιοκτήτη του καταστραφέντος Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Γ. Κ. (συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου), η εικοστή μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος ιδιοκτήτη του καταστραφέντος IX.Ε. αυτοκινήτου Π. Κ. (συζύγου της), και με βάση τις παραδοχές αυτές αναγνώρισε τους ανωτέρω κληρονόμους ενάγοντες δικαιούχους αποζημιώσεως των καταστραφέντων ως άνω πραγμάτων Οι ανωτέρω αιτιολογίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της απόφασης και καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άρθρων 914,1710,1716,1813έως 1824 Α.Κ.
που έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση και δεν απαιτούνταν προς τούτο και άλλες αιτιολογίες Συνεπώς ο δωδέκατος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα’ αντίθετα είναι αβάσιμος.
Ο δέκατος τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια παράβασης των άρθρων 914,1710,1848,1198 και 1199 Α.Κ. υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση στους δέκατη, ενδέκατο, και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων για τη καταστροφή διαμερίσματος, θέσης στάθμευσης και αποθήκης, ως κληρονόμων χωρίς να υπάρχει παραδοχή για μεταγραφή συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της επαχθείσης κληρονομιάς εκ μέρους αυτών (κληρονόμων), είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση που δεν αποτελεί παραδοχή της απόφασης ότι το Εφετείο αναγνώρισε κυριότητα των εναγόντων αυτών επί των κληρονομιαίων.
Ο δέκατος τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 297εδ’ α,298 εδ’ α’ και 914 Α.Κ. διότι στην επιδικασθείσα αποζημίωση περιλαμβάνεται και η αξία του οικοπέδου κατά το αντίστοιχο ποσοστό το οποίο όμως ουδεμία βλάβη υπέστη είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει ότι στην αξία των καταστραφέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών συνυπολογίστηκε και η αξία του οικοπέδου.
Όπως από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 Α.Κ. προκύπτει, εκείνος που κατέστρεψε παράνομα και υπαίτια ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση, η οποία, όταν παρέχεται σε χρήμα, συνίσταται στην αξία που είχε το πράγμα και στο διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως αυτού. Επομένως επί καταστροφής πράγματος, η ζημία και το διαφέρον που αντιστοιχεί σ’ αυτήν, υπολογίζονται με βάση την αξία του πράγματος στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της καταστροφής( Α.Π.183/1991, Α.Π1046/2011). Κατ’ ακολουθίαν το Εφετείο κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297 εδ’ α’ 298 εδ’ α’ και 914 Α.Κ προσδιόρισε την αξία των καταστραφέντων πραγμάτων και εντεύθεν την αποζημίωση με βάση το χρόνο της καταστροφής τούτων.
Συνεπώς ο δέκατος πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζεται ότι ο προσδιορισμός έπρεπε να γίνει με βάση τον χρόνο της πρώτης συζήτησης είναι απαράδεκτος .
Από το περιεχόμενο της απόφασης κατ’ ορθή νοηματική απόδοση τούτου προκύπτει ότι ο προσδιορισμός και της αξίας των καταστραφέντων πραγμάτων ήτοι της υπό στοιχ. (Υ4) αποθήκης του υπογείου για την οποία και επιδικάστηκε αποζημίωση υπέρ της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων και των υπό στοιχ. Β2 διαμερίσματος, αριθ. 12 θέσεως στάθμευσης και Υ2 αποθήκης για τα οποία επιδικάστηκε αποζημίωση υπέρ των δέκατης, ενδέκατου και δωδέκατης έγινε από το Εφετείο, παρά τη ν μη ρητή αναφορά και στην απόφαση, με βάση τον χρόνο της καταστροφής (σεισμού) όπως έγινε και για όλα τα λοιπά καταστραφέντα πράγματα για τα οποία και ρητά τούτο ορίζεται.
Συνεπώς ο δέκατος έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα’ αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει ότι η πέμπτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε να της επιδικαστούν ως αποζημίωση τα ποσά των 100.000 και 7.199 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που αυτή υπέστη από την ολοσχερή καταστροφή του υπ αριθ. Α1 διαμερίσματος με την υπ. αριθ. 5 θέση στάθμευσης και της υπ. αριθ. Υ4 αποθήκης του ισογείου τα οποία είχαν περιέλθει σ’ αυτή κατά κυριότητα με το νομίμως μεταγραφέν υπ. αριθ. ...15-7-1998 συμβόλαιο λόγω γονικής παροχής εκ μέρους της μητέρας της η οποία με το ίδιο συμβόλαιο είχε διατηρήσει υπέρ αυτής δικαίωμα (δουλεία) ισόβιας οικήσεως, αξίας των ακινήτων τούτων κατά το χρόνο της καταστροφής (όπως η νομική και πραγματική τους κατάσταση προσδιορίζεται στην αγωγή) 100.000 και 7.199 ευρώ αντίστοιχα. Κατ’ ακολουθίαν το Εφετείο που επιδίκασε ως αποζημίωση στην πέμπτη ενάγουσα για τα καταστραφέντα ένδικα κατά τα’ ανωτέρω ακίνητα τα ποσά αντίστοιχα των 100.000 και 7.199 ευρώ χωρίς μάλιστα να υπάρχει στην απόφαση παραδοχή ότι η αποζημίωση αφορά κυριότητα επ’ αυτών απαλλαγμένη από το επικληθέν με την αγωγή δικαίωμα (δουλεία) ισόβιας οικήσεως, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος γι’ αυτό και ο δέκατος έβδομος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 9 τα άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει: 1) να απορριφθούν οι ως άνω κριθέντες ως απορριπτέοι λόγοι αναίρεσης και 2) να αναβληθεί η συζήτηση για τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως εωσότου εκδοθεί απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, χωρίς διάταξη περί δικαστικής δαπάνης η οποία θα καθορισθεί με την τελική απόφαση επί των εκκρεμούντων αναιρετικών λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως άνω απορριπτέο ως προς τους λόγους αναιρέσεως.
Αναβάλλει να αποφανθεί για τους πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης μέχρι την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του θέματος της ψυχικής οδύνης και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ