Supreme Court allows appeal against appellate court dismissal of claim for interruption of limitation period due to procedural defect.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's third ground of appeal, which challenged the appellate court's dismissal of a claim regarding the interruption of the limitation period. The appellant argued that the lower court erred by rejecting this defense because it was not formally proposed in the first instance, despite being raised during the appeal proceedings. The court ruled that the appellate court committed a procedural error by declaring the claim inadmissible without considering the statutory requirements for such defenses, thereby remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591(1)(b), (c), 256(1)(d), 666(1) of the Code of Civil Procedure; The third ground of appeal is admissible when the appellate court declares a claim inadmissible or dismisses it due to a violation of procedural rules regarding the proposal of independent claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 602/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσέγα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/8/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3284/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3814/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/2/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 25/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β και γ', 256 παρ. 1 περ. δ'και 666 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται, ότι, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (όπως οι υποθέσεις που αφορούν διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο και την σύμβαση της ασφαλίσεώς του, κατ' άρθρο 681 Α του Κ.Πολ.Δ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ενστάσεως ή αντενστάσεως, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (αρθρ. 262 Κ.Πολ.Δ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο στο ακροατήριο", σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός, που τον αποδεικνύει, να είχε προταθεί νομίμως και παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου και να είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση.
Επί παραπόνου δε για κήρυξη απαραδέκτου, παρά τον νόμο, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός είχε προβληθεί νομίμως πρωτοδίκως, κατά τα ανωτέρω, ή ότι συνέτρεχε περίπτωση του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. Από την τελευταία διάταξη, κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης..." συνάγεται, ότι ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν την βάση της αγωγής.
Έτσι, μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής. Περαιτέρω, προκειμένου περί αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστού, ισχύει η ειδική ρύθμιση της παραγρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 489/1976, σύμφωνα με την οποία "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων για αναστολή και διακοπή της παραγραφής".
Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 261, 263 Α.Κ, συνάγεται ότι το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής, που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της εγέρσεως αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσιδίκου αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός να εγερθεί νέα αγωγή εντός έξι μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.
Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, παρά τον νόμο, το εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτο, την αντένσταση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, περί διακοπής της, κατ' άρθρον 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, παραγραφής, που είχε προταθεί ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητο, εφ' όσον την αντένσταση αυτή ο αναιρεσείων είχε προτείνει παραδεκτώς, προς απόκρουση της εφέσεως.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Αρειος Πάγος (α'ρθρ. 561 παρ. 2 Κ.πολ.Δ), προκύπτει ότι: Κατά την συζήτηση της ενδίκου αγωγής, ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου (με την οποία ο ενάγων - αναιρεσείων ζήτησε την καταβολή αποζημιώσεως, για την ζημία την οποία υπέστη από το εις αυτή αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα την 17-8-2000, στην περιοχή ...), η εναγομένη - αναιρεσίβλητος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, πρότεινε την ένσταση της παραγραφής της αγωγής, κατ' άρθρον 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, η οποία καταχωρίσθηκε στα πρακτικά (υπ' αριθ. 3.284/1-2-2007), με δήλωση για αναλυτική ανάπτυξη αυτής στις προτάσεις της.
Ο ενάγων, προς απόκρουση της ενστάσεως αυτής, δεν πρότεινε στο ακροατήριο, προφορικώς, ούτε καταχωρίσθηκε στα πρακτικά αντένσταση, περί διακοπής της, κατά τα ανωτέρω, προταθείσας παραγραφής της αξιώσεως αυτού, αλλά το πρώτον περιέλαβε τέτοια αντένσταση στην προσθήκη των προτάσεών του, που κατατέθηκε μετά την συζήτηση.
Επομένως, με βάση όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, η περί διακοπής της παραγραφής αντένσταση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, ώστε να θεωρείται νόμιμος και η επαναφορά αυτής ενώπιον του Εφετείου. Όμως, από τις προτάσεις του ενάγοντος αναιρεσείοντος, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, κατά την συζήτηση της από 25-9-2007 εφέσεως της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου (που συνεκδικάσθηκε με την από 27-8-2007 έφεση του ιδίου κατά της ίδιας αποφάσεως), με την οποία η τελευταία παραπονείτο, με ειδικό λόγο εφέσεως, για την παραδοχή, από την εκκαλούμενη απόφαση, της αντενστάσεως του ενάγοντος, περί διακοπής της παραγραφής, και την απόρριψη της περί παραγραφής ενστάσεως της ίδιας, ο ενάγων - αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, προς απόκρουση της εφέσεως και διατήρηση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθώς έκρινε, διότι η παραγραφή είχε διακοπεί, με την πρώτη, ασκηθείσα από τον ίδιο, αγωγή η οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, με την υπ' αριθ. 5318/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, με την υπ' αριθ. 5726/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Ακόμη, ότι η ένδικης αγωγής αυτού ασκήθηκε και κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την 21-11-2005, ήτοι προ της παρόδου εξαμήνου από της εκδόσεως της τελευταίας, ως άνω, αποφάσεως, και επομένως μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων που έλαβαν χώρα δεν είχε συμπληρωθεί η προαναφερόμενη διετής παραγραφή. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος προτάθηκε από τον ενάγοντα τότε εφεσίβλητο, προς απόκρουση της κατ' αυτού εφέσεως, συνιστάν παραδεκτή προβολή της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, ενώπιον του Εφετείου, έστω και αν δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου, κατά την διάταξη του άρθρου 527 του Κ.πολ.Δ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, απέρριψε τον, ως άνω, περί διακοπής της παραγραφής ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι αυτός "δεν μπορεί να ερευνηθεί ούτε ως ισχυρισμός που προβάλλεται παραδεκτά στην δευτεροβάθμια δίκη, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως της εναγομένης, διότι, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεις του ενάγοντος εφεσιβλήτου, ο τελευταίος δεν προτείνει τον ισχυρισμό, περί διακοπής της παραγραφής".
Έτσι, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ), σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό.
Σημειωτέον, ότι αφού αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ, 3814/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ