Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for drunk driving accident death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by three beneficiaries against an insurance company regarding a fatal traffic accident. The beneficiaries argued that the lower court failed to properly establish the driver's intoxication as the cause of the accident and ignored arguments about settlement offers and alternative insurance coverage. The court ruled that the appellate court's reasoning was sufficient, as the core issue was the breach of the contract's exclusion clause rather than the factual cause of the accident, and the arguments regarding settlement and other policies were merely evidentiary points rather than independent claims.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of Law 2496/1997; Art. 25(8) of Ministerial Decision 4/585/1978; Art. 559(19) of Civil Procedure Code: An appeal based on insufficient reasoning regarding the cause of an accident is inadmissible if the contract's exclusion clause for intoxicated driving is the decisive factor for liability, and arguments about settlement offers or other insurance policies constitute mere evidentiary points rather than independent claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 602/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τζουμάκα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ. 8 , όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Δ. Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6/12/1999 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 97/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1569/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/11/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 2-1-2008 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η σύμβαση ασφαλίσεως, κατά το άρθρο 1 του Ν 2496/1997, ο οποίος ισχύει από 17-11-1997, συνάπτεται με απλή συμφωνία των συμβαλλομένων (πρόταση και αποδοχή), σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του αστικού δικαίου. Το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, το οποίο ως γενική διάταξη εφαρμόζεται και στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ορίζει στην παράγραφο 1 αυτού ότι "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".
Περαιτέρω, από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν συντρέξουν οι συμφωνούμενες από τα μέρη περιπτώσεις. Μία από αυτές είναι και η προβλεπόμενη από την παράγραφο 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, όταν η ζημιά προξενείται σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ (δηλαδή του τότε ισχύοντος ν. 614/1977).
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ΚΟΚ "με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 από τον ελεγχόμενο οδηγό, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια".
Με την 13382/Φ705.11/4δ/25-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου 42 του ΚΟΚ, και η οποία ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 7 της 43500/5691/24-7-2002 άλλης κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας-Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, ορίζονται οι διατυπώσεις για τη διαπίστωση της μέθης.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή "η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος εν τω αίματι πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, είναι η των 0,50%. Από της ποσότητος ταύτης και μέχρι των 0,80% δέον να απαγγέλλεται κατηγορία εφ' όσον και εξ άλλων συμπτώσεων (κατάσταση, τρόπος οδηγήσεως κλπ) εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως μέθης.
Από 0,80% και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη". Οι διατάξεις της απόφασης αυτής προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την τέλεση του αδικήματος, και δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής και γι' αυτό η απόδειξη για το αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος μπορεί να προκύψει και από άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως ο τρόπος ομιλίας, οσμή οινοπνεύματος, βάδιση κ.ά.
Τις τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξέτασης αίματος του οδηγού και ανίχνευσης οινοπνεύματος, παρά τη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, μπορεί να συνεκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια. Η εφαρμογή της κοινής αυτής απόφασης δεν αποτελεί δηλαδή αποκλειστικό τρόπο διάγνωσης, ότι ο οδηγός του οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Έτσι δεν πάσχει το αποτέλεσμα της διάγνωσης, αν στηρίχθηκε σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο εξέτασε έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 97/2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί α) αγωγή του πρώτου από αυτούς, κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, να του επιδικαστεί το ασφάλισμα διότι επήλθε ο καλυπτόμενος, από τη σύμβαση που τους συνέδεε, ασφαλιστικός κίνδυνος της καταστροφής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από πυρκαγιά, μετά από ατύχημα που συνέβη στις 12-1-1999, ενώ το ασφαλισμένο αυτοκίνητο οδηγούσε ο γιος αυτού Β1, κατά το οποίο (ατύχημα) το αυτοκίνητο εκτράπηκε από την πορεία του, προσέκρουσε σε στύλο της ΔΕΗ και άλλο σταθμευμένο αυτοκίνητο και ανεφλέγη, και β) αγωγή όλων των αναιρεσειόντων, ως κληρονόμων του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, να τους επιδικαστεί το ασφάλισμα επειδή επίσης επήλθε ο καλυπτόμενος από τη σύμβαση ασφαλιστικός κίνδυνος του θανάτου του οδηγού κατά το προαναφερόμενο ατύχημα.
Οι συνεκδικασθείσες αγωγές είχαν απορριφθεί επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, κατά παράβαση σχετικού συμβατικού όρου, οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από επανεκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (κατάθεση ένορκη μάρτυρα εναγόντων και έγγραφα), δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Μετά την επέλευση (πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 12-1-1999) του δυστυχήματος, ελήφθη ποσότητα αίματος του αποβιώσαντος και επακολούθησε τοξικολογική ανάλυση η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο δείγμα ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη, σε συγκέντρωση 0,75 G/L.
Υπάρχει επομένως ισχυρό τεκμήριο στην επίδικη περίπτωση, ότι ο αποβιώσας οδηγός (Β1) όχι μόνο βρισκόταν κατά τη στιγμή του τροχαίου δυστυχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αλλά προσέγγιζε κατά πολύ το νόμιμο όριο της πλήρους αποδείξεως της ως άνω καταστάσεως η οποία όπως προκύπτει από την εκτίμηση των υπόλοιπων αποδείξεων, επέδρασε κατά τρόπο καίριο και αποφασιστικό στην επέλευση του δυστυχήματος και των περαιτέρω τραγικών συνεπειών του.
Πράγματι, ο προαναφερθείς οδηγός, τελώντας υπό την επίδραση του οινοπνεύματος και, καταληφθείς από φυσιολογικό κάματο, λόγω της προηγηθείσης δύσκολης πορείας του επί 40 χιλιόμετρα (νυκτερινή οδήγηση σε δρόμο με αλλεπάλληλες στροφές, με περιορισμένη ορατότητα και ολισθηρό οδόστρωμα), οδηγώντας (το .....
ΙΧΕ αυτοκίνητο του πατέρα του) δε με αυξημένη ταχύτητα -μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου για κατοικημένες περιοχές- μη δικαιολογούμενη από τις περιστάσεις και τις συνθήκες της οδού, τις οποίες καλώς εγνώριζε, (το τροχαίο δυστύχημα συνέβη στην περιοχή της κατοικίας του, προς και από την οποία συχνά εκινείτο χρησιμοποιώντας αυτοκίνητο), απώλεσε προς στιγμή τον έλεγχο του οχήματός του, όταν δε τούτο άρχισε να πλαγιολισθαίνει, δεν κατόρθωσε -λόγω αισθητής μειώσεως των αντανακλαστικών του, που είναι απότοκος της επήρειας του οινοπνεύματος- να το επαναφέρει στην ευθεία κίνηση και να αποφύγει τις προπεριγραφείσες δυσμενείς συνέπειες".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ήτοι του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/8-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, του άρθρου 42 του τότε ισχύοντος ΚΟΚ και της υπουργικής απόφασης 13382/Φ705-11/4δ/25/26-11-1977 που εκδόθηκε σε εκτέλεση αυτού, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στηρίζοντας την κρίση του για την απόδειξη της μέθης στην εκτίμηση όλων των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ενώ κατά το μέρος που, με πρόσχημα την επίκληση της παραβίασης ουσιαστικού κανόνα, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (561 § 1 ΚΠολΔικ).
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παρέβλεψε αδιαμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα και δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα Γ1.Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό και ως εκ τούτου ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Γ1 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια, διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς πως γενεσιουργός αιτία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου υπήρξε η μέθη του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή των αναφερομένων στον πρώτο λόγο διατάξεων των υπουργικών αποφάσεων.
Ο λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι ουσιώδες για την παραδοχή ή όχι των αγωγών των αναιρεσειόντων δεν ήταν η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος, αλλά η παράβαση ή όχι του συμβατικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης για απαλλαγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος σε περίπτωση οδήγησης του αυτοκινήτου υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω αιτιολογίες που αναφέρθηκαν στην πρώτη σκέψη της παρούσας είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση, που δικαιολογούν κρίση, ότι ο αποβιώσας οδηγούσε υπό την επήρεια του οινοπνεύματος το οποίο επέδρασε κατά τρόπο καίριο και αποφασιστικό στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματός του, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
V. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη όσα υποστήριξαν με λόγο έφεσης, ότι δηλαδή ο διευθυντής υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης πρότεινε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς με την προσφορά μικρότερου ποσού από το συμφωνημένο ασφάλισμα και ότι δεν έλαβε υπόψη επίσης ότι άλλη ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε το ασφάλισμα από ασφάλιση ζωής του θανόντος οδηγού. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι λόγοι έφεσης αποτελούν "πράγματα" εφόσον αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 11/1996) και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα αναφερόμενα πιο πάνω δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν επιχειρήματα που αντλούν οι αναιρεσείοντες από την εκτιθέμενη συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2006 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της 1569/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2008 Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 21 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ