Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, ruling lower court correctly applied substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding an inheritance dispute over a specific agricultural plot. The appellant argued the lower court erred in interpreting a 1954 agreement and failed to apply specific agricultural laws, while the heirs of the deceased defendant contended the lower court's findings were legally sound. The court determined the lower court correctly identified the document as lacking clarity for a lease and properly excluded inapplicable statutes because the disputed land did not qualify as a specific agricultural parcel subject to usufruct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 976, 1045 of the Civil Code; Articles 173, 200 of the Civil Code; Article 79(2) of the Agricultural Code; Article 1(1), (2) of Law 431/1968: The court of second instance did not violate substantive law when it found a 1954 agreement void and unclear regarding a lease, and when it excluded specific agricultural statutes because the disputed land lacked the requisite status to be subject to usufruct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 602/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:.... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ανθίμου.
Των καλούντων: 1) ....χήρας Χ1, 2) .... του Χ1, 3) .... του Χ1 και 4)..... του Χ1 (ως κληρονόμων του αρχικού αναιρεσίβλητου Χ1, ο οποίος απεβίωσε την 10-6-1993), που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/1990 του ίδιου Δικαστηρίου και 476/1991 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-2-1992 αίτησή της και τους από 15-12-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 11-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 476/1991 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτω λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α΄, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αναιρεσίβλητος Χ1 αποβίωσε στις 10-6-1993, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως (17-2-1992), η δε σύζυγος αυτού .... και τα τέκνα του ..., .... και ....., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου, με το δικόγραφο της από 13-5-2005 αίτησής τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου περί διαγραφής της ένδικης αγωγής από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεων (αριθμ.
εκθ. καταθ. 582/16-5-2005), γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους. Ακολούθως η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2005 κλήση της, που επιδόθηκε στους ανωτέρω κληρονόμους του αναιρεσιβλήτου (βλ. τις υπ' αριθμ. ..., ...., .... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου .... ), κάλεσαν αυτούς για επανάληψη της διακοπείσης δίκης και για συζήτηση της αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Επομένως ο μοναδικός λόγος, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, αφού το Εφετείο δεν διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες, άλλως ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες "ως προς το περιεχόμενο της πρότασης που έκανε ο αρχικά εναγόμενος προς τον αναφερόμενο δικηγόρο για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αποτελεί επιχείρημα που συνέχεται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, η για την οποία έλλειψη ειδικής αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο, μέρος δεύτερο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β΄ ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παρά το νόμο, αφενός έλαβε υπόψη το μη προταθέντα από τον αρχικά εναγόμενο ισχυρισμό, "ότι η συνάντησή του με τον αναφερόμενο στο αναιρετήριο δικηγόρο αποσκοπούσε στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς" και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας- ενάγουσας "ότι ο αρχικά εναγόμενος της πρότεινε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς με την καταβολή όλων των επιβαρύνσεών της προς την Οικον.
Εφορεία". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι με αυτόν ισχυρισμοί συνιστούν επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς δεν αποτελούν, με την έννοια που προπαρατέθηκε, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης "πράγματα". Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο, μέρος τρίτο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.
β΄ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις προτάσεις του αρχικά εναγομένου ομολογία ότι "της πρότεινε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς". Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ομολογία δεν αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.
β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι το επίδικο οικοπεδικό τμήμα, εκτάσεως 226,20 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση .... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... εμπεριέχεται στους τίτλους κυριότητας της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της και συγκεκριμένα α) στο υπ' αριθμ.....
προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου .... , που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο πατέρας της ενάγουσας .... μεταβίβασε σ' αυτήν ως προίκα μεγαλύτερο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα β) στο υπ' αριθμ. ..... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο δικαιοπάροχος πατέρας της ενάγουσας και ο αδελφός αυτού ....
αγόρασαν από κοινού από τον αρχικό ιδιοκτήτη Ψ1 μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα και γ) στο .... διανεμητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με βάση το οποίο από το αγορασθέν με το ως άνω συμβόλαιο μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο περιήλθε στο συγκύριο πατέρα της ενάγουσας διακεκριμένο τμήμα αυτού, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο.
Ότι κατά το έτος 1954 ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ψ1 μεταβίβασε ατύπως στον εναγόμενο Χ1 το επίδικο τμήμα, με το από 31-8-1954 ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές των με αυτό συμβληθέντων, καθώς και δύο μαρτύρων. Ότι στο έγγραφο αυτό, αφού αναγράφεται στην αρχή ότι ο Ψ1 ενοικιάζει στον εναγόμενο το επίδικο για εκατό χρόνια, στη συνέχεια αναφέρεται ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε είναι 4.000 δραχμές, από τις οποίες το ήμισυ έχει καταβληθεί από τον αγοραστή και το υπόλοιπο ορίσθηκε να καταβληθεί την 10-11-1954 και ότι ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να νέμεται και να κατέχει το επίδικο τμήμα άνευ ουδεμιάς διαταράξεως από τον πωλητή Ψ1.
Ότι από τις ως άνω περιεχόμενες στο εν λόγω ιδιωτικό έγγραφο δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, οι οποίες ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη της εποχής εκείνης, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι ήθελαν με αυτό, όχι την κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως, αλλά τη μεταβίβαση στον εναγόμενο, λόγω πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου, την οποία δεν μπορούσαν τότε να ενεργήσουν εγκύρως, γιατί δεν είχε ακόμη εκδοθεί υπέρ του πωλητή ο τίτλος κυριότητας του ακινήτου (παραχωρητήριο).
Ότι από της κατά τα ανωτέρω άτυπης αγοράς (31-8-1954) ο εναγόμενος παρέλαβε στη νομή του το επίδικο ακίνητο και έκτοτε νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς μέχρι την έγερση της αγωγής (έτος 1987). Ότι ειδικότερα, αφού κατά το έτος 1954 εγκαταστάθηκε στο επίδικο, ανήγειρε επ' αυτού σταδιακά ισόγεια οικοδομή με βεράντα και δύο υπόστεγα, την οποία χρησιμοποιούσε στην αρχή για τη λειτουργία καφενείου και αργότερα επιχείρησης εστιατορίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από την ενάγουσα, στην οποία το επίδικο περιήλθε το έτος 1968 με το προαναφερόμενο προικοσυμβόλαιο, αλλ' ούτε προηγουμένως από τους δικαιοπαρόχους αυτής.
Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι είναι αβάσιμοι οι επικαλούμενοι με την αγωγή ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος, μέχρι μεν το έτος 1964 κατείχε το επίδικο ως μισθωτής, εκμεταλλευόμενος το εντός αυτού ξύλινο παράπηγμα ως καφενείο, μετά δε το έτος αυτό παρέμεινε στην κατοχή του επιδίκου με βάση άτυπη σύμβαση χρησιδανείου, που είχε συναφθεί μεταξύ του δικαιοπαρόχου, προικοδότη, πατέρα της και του εναγομένου, η οποία συνεχίσθηκε, με τη συναίνεσή της, και μετά την κατά το έτος 1968 μεταβίβαση σ' αυτήν του επιδίκου.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος από το έτος 1954 νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (1987), δηλαδή επί χρονικό διάστημα μιας τουλάχιστον εικοσαετίας, και συνεπώς απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας περί διεκδικήσεως του επιδίκου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 976 και 1045 ΑΚ, ούτε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ίδιου κώδικα, τους οποίους ορθά εφάρμοσε για την εξεύρεση της πραγματικής βούλησης των συμβληθέντων στο από 10-11-1954 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό, στο οποίο διέγνωσε κενό και ασάφεια ως προς αυτήν, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ.
της 29-10/5-12-1949) και 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 431/1968, που δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα η διατάξεις αυτές του Αγροτ. Κώδικα και του Α.Ν. 431/1968 δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέες, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο δεν είχε την ιδιότητα τμήματος συγκεκριμένου αγροτικού κληροτεμαχίου, ώστε να είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας από τον εναγόμενο, περιστατικό, άλλωστε, το οποίο η ενάγουσα δεν επικαλέσθηκε με την αγωγή της, αλλ' ούτε και με τις προτάσεις της στο Εφετείο.
Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ.
Επομένως οι για όλα τα αντίθετα πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, και κατά τα δύο μέρη αυτών, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτόν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β΄ και 11 εδ.
γ΄ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση δεν αναφέρονται σ' αυτόν ποιά "πράγματα", που προτάθηκαν, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ενώ προσκομίσθηκαν νόμιμα. Ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 31-8-1954 ιδιωτικού εγγράφου, αφού, ενώ σ' αυτό αναφέρεται ότι "ο Ψ1 ενοικιάζει στον εναγόμενο ένα τεμάχιο εκ του αγρού(επίδικο) για εκατό χρόνια", το Εφετείο δέχθηκε ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι ήθελαν με αυτό, όχι την κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως, αλλά τη μεταβίβαση στον εναγόμενο του επιδίκου, λόγω πωλήσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-1992 αίτηση αναιρέσεως της....... κατά της υπ' αριθμ. 476/1991 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ