Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and rejects appeal on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance court's decision regarding custody of a minor. The appellant argued that the lower court improperly ignored her sworn statement, but the court found the first instance had correctly evaluated all evidence presented by both parties. The appeal was rejected because the appellant's claim constituted an impermissible review of the lower court's free evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 226(4)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews procedural compliance when a party is absent, and it rejects appeals based on alleged errors in the free evaluation of evidence as they constitute impermissible interference with the lower court's discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 601 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 601/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Χ. του Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Καπετανάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Σ., ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της, Ά. Α. του Γ. και της Ε. (γεννηθείσα στις ….), 2) Γ. Α. του Γ. και της Ε. 3) Ά.-Σ. Α. του Γ. και της Ε., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, η αναιρεσείουσα παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔικ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ. αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση, από την επισπεύδουσα τη δίκη αναιρεσείουσα, … εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Θηβών, Σ. Ε.. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 19ης Οκτωβρίου 2022 και της με αριθμό πρωτοκόλλου … βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου περί της αναβολής της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 17ης Μαΐου 2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, κατά την οποία όμως η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023 και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρίας Μουλιανιτάκη, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 260 ΚΠολΔ και του με αριθμό πρωτοκόλλου 22079 οικ/02.05.2023 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας, ενόψει των εκλογών της 21ης Μάιου 2023, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 15ης.11.2023 για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε εγγραφή της στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε, συγχρόνως δε η ημερομηνία της νέας δικασίμου προς ενημέρωση των διαδίκων γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon gov. gr.
στο site του Αρείου Πάγου www areiospagos.gr και στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal olomeleia gr. Νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την ως άνω δικάσιμο της 15ης Νοεμβρίου 2023 οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 59/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας: Η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ως ασκούσα την αποκλειστική γονική μέριμνα των τότε ανηλίκων τέκνων της, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών την από 9.7.2018 αγωγή της, με την οποία εξέθετε ότι ο πρώην σύζυγός της και πατέρας των ανηλίκων τέκνων της που αποβίωσε στη Θήβα στις …, με την … δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Ε.
Κ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το … πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θηβών, εγκατέστησε γενική και μοναδική κληρονόμο του την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ανιψιά του, ενώ με την ίδια διαθήκη ο διαθέτης επικαλούμενος ρητά τις διατάξεις του άρθρου 1840 ΑΚ αποκλήρωσε τα ανήλικα τέκνα του. Επικαλούμενη δε η ενάγουσα ότι η αποκλήρωση αυτή είναι άκυρη και ότι τα ανήλικα τέκνα του διαθέτη, ως νόμιμοι μεριδούχοι, έχουν κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους, ανερχόμενο σε 1/6 εξ αδιαιρέτου για το καθένα, το οποίο αποδέχθηκαν με την νόμιμα μεταγραμμένη … πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Α.
Σ., ζήτησε : α) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα των ανηλίκων τέκνων της, ως νόμιμων μεριδούχων του αποβιώσαντος επί της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου για το καθένα και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη, να αποδώσει σε καθένα από τα ανήλικα τέκνα της ίδιας και του διαθέτη το ως άνω ποσοστό του 1/6 επί της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού, το οποίο παρακρατεί ως κληρονόμος και σε περίπτωση αρνήσεώς της να διαταχθεί η αποβολή της από την κατοχή της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου για το καθένα από τα ανήλικα τέκνα της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 137/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ως άνω αποκλήρωσης, ενώ, επίσης, αναγνωρίστηκε και το κληρονομικό δικαίωμα των ανηλίκων τέκνων της ενάγουσας επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου για το καθένα, το οποίο και υποχρεώθηκε η εναγομένη να τους αποδώσει.
Κατά της ως άνω 137/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη και επί αυτής εκδόθηκε η 59/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στρέφεται η από 27.9.2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Στο άρθρο 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Επίσης η ιδιοκτησία προστατεύεται από τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 17, ενώ το άρθρο 21 του Συντάγματος αφορά στην προστασία της οικογένειας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1825,1839 και 1843 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θέλησης του διαθέτη, αλλά ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο της νόμιμης μοίρας του και μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται στο νόμο (αποκλήρωση υπό στενή έννοια) και οι οποίοι πρέπει να υπάρχουν κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη.
Ειδικότερα ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1840 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (με αριθμό 3) και η περίπτωση που ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. Δεν απαιτείται μεν και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο που εξετάζει το λόγο της αποκλήρωσης, τον οποίο οφείλει να αποδείξει εκείνος που την επικαλείται, πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος ή πλημμελήματος.
Με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη και τις συνθήκες κάθε περίπτωσης κρίνεται πότε το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", το ζήτημα δε αν τα επικαλούμενα και δεκτά γενόμενα γεγονότα φέρουν ή μη χαρακτήρα "σοβαρού" πλημμελήματος, είναι νομικό (Α.Π 248/2023, ΑΠ 22/2019, ΑΠ 5/2019, ΑΠ 1406/2012, ΑΠ 146/2009). Στην έννοια του σοβαρού πλημμελήματος από πρόθεση ικανό να θεμελιώσει τον πιο πάνω λόγο αποκλήρωσης εντάσσεται, μεταξύ άλλων, η σκαιά ύβρις, η χειροδικία, η απειλή χειροδικίας κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 732/2016, ΑΠ 1406/2012).
Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με την στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη), β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο "αποκληρώνω" ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως π.
χ. "στερώ από τη νόμιμη μοίρα") ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης, γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του, δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης, ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου.
Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 1349/2005).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η ελευθερία τελευταίας βούλησης ή ελευθερία διάθεσης ή ελευθερία του διατιθέναι, ήτοι η εξουσία του ατόμου να καθορίζει κατά την απόλυτη κρίση του την τύχη της κληρονομιάς του, αποτελεί ατομικό δικαίωμα του διαθέτη που εκφράζει την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης στο κληρονομικό δίκαιο.
Η ελευθερία του διαθέτη περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής κληρονόμων, την ελευθερία διανομής (δηλαδή το ποσοστό του κάθε κληρονόμου) και την ελευθερία καθορισμού του προορισμού της κληρονομιάς. Το κληρονομικό δικαίωμα προστατεύεται από το Σύνταγμα σε όση έκταση προστατεύονται η ιδιοκτησία (άρθρο 17 παρ. 1) και η οικογένεια (άρθρο 21 παρ. 1).
Σύμφωνα δε με το πνεύμα της έννομης τάξης που διαπνέει το Σύνταγμα το κληρονομικό δικαίωμα είναι ουσιώδες συστατικό της ιδιοκτησίας. Ο θεσμός της διαθήκης ως τρόπος άσκησης της ελευθερίας τελευταίας βούλησης υπάγεται στην συνταγματική προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας του διαθέτη δεν είναι όμως απεριόριστη, αλλά περιορίζεται από τα συνταγματικά δικαιώματα των κληρονόμων που εφαρμόζονται εντός της κληρονομικής σχέσης.
Έτσι ο θεσμός των αναγκαίων κληρονόμων αποτελεί στο χώρο του κληρονομικού δικαίου τη νομοθετική προστασία της οικογένειας που εγγυάται το Σύνταγμα με το ως άνω άρθρο 21 παρ. 1 αυτού. Άλλωστε και στη θεωρία του αστικού δικαίου γίνεται κοινά αποδεκτό ότι η τελευταία βούληση υπόκειται στους περιορισμούς των χρηστών ηθών, της καλής πίστης και της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018).
Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήπει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Συντάγματος, με τα οποία καθιερώνεται η ελευθερία του διατιθέναι, ήτοι της δυνατότητας του διαθέτη να καθορίσει ο ίδιος την τύχη της περιουσίας του μετά το θάνατό του, αλλά και της δυνατότητας, για ορισμένους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο λόγους, να στερήσει τον νόμιμο μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα του, καθώς και των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1712, 1825,1839, 1840 και 1843 του Α.Κ., σε συνδυασμό και με τις διατάξεις 14,18 και 361 του Π.Κ.
Ειδικότερα αιτιάται η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο που δέχθηκε την ακυρότητα της αποκλήρωσης των τέκνων του αποβιώσαντος διαθέτη, αποφαινόμενο ότι "η συμπεριφορά αυτών δεν συνιστά σοβαρό πλημμέλημα σε βάρος του διαθέτη που να δικαιολογεί την αποκλήρωσή τους σύμφωνα με το άρθρο 1840 αριθ.3 ΑΚ, λαμβανομένου, μάλιστα υπ' όψη και του γεγονότος ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχε ενεργηθεί εκ μέρους των εναγόντων κάποια χειροδικία ή απόπειρα αυτής ή σκαιά ύβρις σε βάρος του διαθέτη πατέρα τους" παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ αν τις είχε εφαρμόσει ορθά, θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι με τη χρήση εναντίον του διαθέτη εκ μέρους των τέκνων του των φράσεων "αλήτη, ξεφτιλισμένε, καραγκιόζη, άχρηστε" προσβλήθηκε η τιμή του και αμφισβητήθηκε η ηθική και κοινωνική αξία του προσώπου του και ότι δικαιολογείται η αποκλήρωσή τους με την διαθήκη του, με την υπαγωγή των ως άνω περιστατικών στην έννοια του "σοβαρού" πλημμελήματος του άρθρου 361 παρ. 1 ΠΚ.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, στο δικόγραφό της, δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την ακυρότητα της αποκλήρωσης των αναιρεσιβλήτων από τον διαθέτη πατέρα τους και της ακόλουθης αυτοδίκαιης ακυρότητας της διαθήκης του ίδιου, κατά το μέρος που με αυτήν προσβάλλεται το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του καθενός από τα τέκνα του, για το οποίο αυτά, ως νόμιμοι μεριδούχοι, έχουν άμεσο κληρονομικό δικαίωμα, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1εδ.
α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλά γίνεται μνεία μόνο της προαναφερόμενης εντελώς αποσπασματικής πορισματικής παραδοχής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος καθόσον το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας που δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι τα διαλαμβανόμενα στην διαθήκη του διαθέτη πατέρα των αναιρεσιβλήτων τέκνων του δεν συνιστούν κάποιο λόγο αποκλήρωσης, εφόσον δεν εμπίπτουν σε κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους αποκλήρωσης κατιόντος και ότι από την αξιολόγηση της συμπεριφοράς τους έναντι του διαθέτη δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που αρκούν για τη θεμελίωση οιουδήποτε "σοβαρού πλημμελήματος" σε βάρος του διαθέτη και συνεπώς δεν θίγεται το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους επί της κληρονομιάς αυτού, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος, του ΑΚ, ούτε το άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ., σύμφωνα με το οποίο "Όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμισης...
προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή.". Τούτο δε, διότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, ο διαθέτης έχει την ελευθερία με την τελευταία βούλησή του, να διαθέτει την περιουσία του, το δικαίωμα επί της οποίας προστατεύεται από το Σύνταγμα, εξίσου όμως προστατεύεται συνταγματικά και το δικαίωμα των αναγκαίων κληρονόμων, στα πλαίσια της προστασίας της οικογένειας, όπως το συγκεκριμένο δικαίωμα εκφράζεται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ περί της νόμιμης μοίρας αυτών, το οποίο αποκλείεται μόνο σε περίπτωση, που υφίστανται οι περιοριστικά αναφερόμενοι στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγοι, οι προϋποθέσεις των οποίων δεν συνέτρεξαν στην προκειμένη υπόθεση.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο, έπρεπε να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητοι, τέκνα του διαθέτη, τέλεσαν σε βάρος του "σοβαρό" πλημμέλημα εξύβρισης ικανό να θεμελιώσει τον συγκεκριμένο λόγο της αποκλήρωσης αυτών από τη νόμιμη μοίρα τους επί της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους, πλήττεται αποκλειστικά η ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ/2008) ή κατ άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των απο§είξεων (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 11 γ' τουάρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας δεν έλαβε υπόψη του προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι αναιρεσίβλητοι, τέκνα του διαθέτη, εκδήλωσαν σε βάρος του εξυβριστική συμπεριφορά ικανή να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1840 λόγο αποκλήρωσής τους, την … ένορκη βεβαίωση του Α.
Λ., που λήφθηκε με τις νόμιμες διατυπώσεις και προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως ενώπιόν του. Κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στο περιεχόμενο της ουδεμία αναφορά γίνεται σχετικά με τα όσα κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από τις … και … ένορκες βεβαιώσεις των Β. Α. και Ε. Κ., αντίστοιχα, που λήφθηκαν για λογαριασμό των εναγόντων-εφεσίβλητων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Α. Δ.. Σ., τις … και … και τις … και … ένορκες βεβαιώσεις των Κ.
Π., Κ. Κ., Α.. Λ.., Α. Π. και Α. Μ., αντίστοιχα, που λήφθηκαν για λογαριασμό της εναγομένης-εκκαλούσας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θηβών και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Εξάλλου, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία,τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, κατά την ελεύθερη κρίση του, χωρίς να έχει υποχρέωση να αξιολογεί ξεχωριστά το καθένα από αυτά.
Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, στον οποίο περιλαμβάνεται αυτούσιο το περιεχόμενο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι ο λόγος αυτός με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην ως άνω ένορκη βεβαίωση τη δική της εκτίμηση και εκφράζει τα δικά της συμπεράσματα από την αξιολόγησή της, αιτιώμενη,ότι αν το δικαστήριο την λάμβανε υπόψη και υιοθετούσε το περιεχόμενό της θα κατέληγε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 27.9.2021 αίτηση της Γ. Χ. του Π., για αναίρεση της 59/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα περί καταδίκης της αναιρεσείουσας στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.09.2021 αίτηση της Γ. Χ. του Π. για αναίρεση της 59/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ