Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling rejecting claim for moral damages due to vehicle damage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two transport companies against the First Instance Court's decision rejecting their claim for moral damages. The companies argued that physical damage to their refrigerated truck caused reputational harm and loss of business, but the lower court found no legal basis for such a claim. The Court upheld the lower court's interpretation of civil liability statutes, ruling that material damage does not automatically constitute a violation of reputation or trust sufficient to warrant moral damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932, 57, 914 of the Civil Code; Article 559(1)(7) of the Code of Civil Procedure: Moral damages are not recoverable when the plaintiff's reputation or professional future is not infringed solely by material damage to their property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 601 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 601/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "Β. & Μ. Transport LTD", που εδρεύει στη Λεμεσό Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "Β. & Μ. Spedition GmbH", που εδρεύει στο Μόναχο Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Λαμπρινή Κουλούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 18-11-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, 2) Γ. Ξ. του Σ. και 3) Δ. Ξ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2013 αγωγή των ήδη 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 30-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του Α. Τ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 8-1-2013 και 24-9-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 1ης αναιρεσείουσας και του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3703/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2091/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-1-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις 11630Β' και 11631Β'/30-5-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών Ν. Κ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδουσες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες "Β@Μ Τransport LTD" "Β@Μ Spedition GmbH", προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30-1-2017 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-4-2020 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (με επίδοση στην σύνοικο μητέρα τους, όπως αυτή δήλωσε, προς την οποία χωρεί επίδοση κατ' άρθρο 128 παρ.1 ΚΠολΔ), οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε (οίκοθεν) με σχετική σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-11-2020) και έλαβε αριθμό πινακίου …, οπότε αυτοί δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Πρέπει συνεπώς κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τις αναιρεσείουσες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚπολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη με αριθμό 2091/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την 3703/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεκδικάστηκαν οι ασκηθείσες: 1) Από 12-2-2013 (κύρια) αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων Γ.
Ξ. και Δ. Ξ. κατά των εναγομένων-ήδη αναιρεσειουσών εταιρειών "Β@Μ Τransport LTD" "Β@Μ Spedition GmbH" και κατά των (μη διαδίκων στην προκείμενη αναιρετική δίκη) Α. Τ. και νπιδ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", με την οποία ζητούσαν (όπως παραδεκτά μετέτρεψαν τα αιτήματά τους σε αναγνωριστικά), την αναγνώριση των επακριβώς αναφερομένων ποσών ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας αφενός των υλικών ζημιών που υπέστη το με αριθμό κυκλ.
… ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος, που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, ανασφάλιστο κατά τον επίδικο χρόνο, και αφετέρου των σοβαρών σωματικών βλαβών που υπέστη ο πρώτος εξ αυτών (οδηγός) στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, που οφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Α. Τ., οδηγού του με αριθμό … IX φορτηγού ρυμουλκού μετά του με αριθμό … επικαθήμενου (ρυμουλκούμενου) οχήματος, ιδιοκτησίας των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, αντίστοιχα, κατά τη σύγκρουση των οχημάτων, όπως αναλυτικά εκτίθετο στην αγωγή. 2) Από 30-5-2013 (κύρια) αγωγή των εναγουσών-ήδη αναιρεσειουσών, ως άνω εταιρειών "Β@Μ Τransport LTD" "Β@Μ Spedition GmbH" και του Α.
Τ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, Γ. Ξ. και νπιδ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση των χρηματικών ποσών που επακριβώς ανέγραφαν στην αγωγή σε βάρος των εναγομένων, εις ολόκληρον υποχρέων, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες και για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου (Γ.
Ξ.), οδηγού του υπ'αριθμ. Κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο δεν ήταν κατά το χρόνο εκείνο ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη του κυρίου, κατόχου και οδηγού του για ζημίες σε κάποια ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο επέπεσε επί του υπ' αριθμ.κυκλ. … επικαθήμενου οχήματος (ρυμουλκούμενου), ιδιοκτησίας της α' ενάγουσας, το οποίο εσύρετο από το υπ'αριθμ.
κυκλ. … IX, φορτηγό ρυμουλκό όχημα, ιδιοκτησίας της β' ενάγουσας, το οποίο οδηγούσε ο γ' ενάγων, προστηθείς της β' στην οδήγηση του παραπάνω συρμού, με αποτέλεσμα το ανωτέρω επικαθήμενο όχημα (ρυμουλκούμενο), ανήκον στην κυριότητα της α' ενάγουσας να υποστεί ζημίες από τις περιγραφόμενες ειδικότερα στην αγωγή συνθήκες. 3) Από 8-1-2013 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της "Β@Μ Τransport LTD" (δεύτερης των εναγομένων στην ως άνω πρώτη κύρια αγωγή) με την οποία ανακοίνωσε τη δίκη και προσεπικάλεσε την εταιρεία "CHARTIS CYPRUS LIMITED" (μη διαδίκου εν προκειμένω), στην οποία ήταν ασφαλισμένο κατά τον κρίσιμο χρόνο το νήκον στην ιδιοκτησία της, ρυμουλκό φορτηγό (ελκυστήρας με αριθμ.
κυκλ. …), προκειμένου να παρέμβει υπέρ αυτής στην εν λόγω δίκη και σε περίπτωση παραδοχής της ως άνω (κύριας) αγωγής εναντίον της να υποχρεωθεί να της καταβάλει κάθε ποσό που αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της ως άνω (υπ. αριθμ. 1) κύριας αγωγής. 4) Από 24-9-2013 ανακοίνωση δίκη-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου (στην ως άνω δεύτερη κύρια αγωγή) ήδη αναιρεσιβλήτου, νπιδ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" με την οποία ανακοίνωσε τη δίκη και προσεπικάλεσε τους Γ.
Ξ. και Δ. Ξ., να παρέμβουν στην ανοιγείσα δίκη και σε περίπτωση παραδοχής της ως κύριας αγωγής εναντίον του ν' αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν εις ολόκληρον κάθε ποσό που αυτό υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της ως άνω κύριας αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 3703/2014 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, όπως προαναφέρθηκε, τις ως άνω κύριες αγωγές και ανακοινώσεις δίκης-παρεμπίπτουσες αγωγές, αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, πλην της παρεμπιπτόντως εναγομένης, εδρεύουσας στην Κύπρο, εταιρείας "CHARTIS CYPRUS LIMITED", που δεν παραστάθηκε, δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ήταν ο Γ.
Ξ., οδηγός του με αριθμό κυκλ. …. ΙΧΕ αυτοκινήτου: α) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 12-2-2013 ως άνω (κύρια) αγωγή των Γ. Ξ. και Δ. Ξ., β) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-1-2013 ανακοίνωσης δίκης - προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής της εναγομένης στην ως άνω (κύρια) αγωγή εταιρείας "Β@Μ Τransport LTD", λόγω μη νόμιμης κλήτευσης της, γ) δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ'ουσία την από 30-5-2013 κύρια αγωγή, μόνο ως προς την ενάγουσα "Β@Μ Τransport LTD", και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, εις ολόκληρον έκαστος, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, δ) απέρριψε την ως άνω (κύρια) αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες (B@M SPEDITION GmbH" και "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", ως αβάσιμη κατ'ουσία και τέλος, ε) δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσία την από 24-9-2013 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και αναγνώρισε ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στο παρεμπιπτόντως ενάγον, κάθε ποσό που το τελευταίο υποχρεωθεί να καταβάλει στην προαναφερθείσα ενάγουσα της κύριας αγωγής "Β@Μ Τransport LTD", εντόκως, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της καταβολής σε αυτήν και μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις από 2-2-2015 και από 6-3-2015, αντίθετες εφέσεις τους και δη : α) η εν μέρει ηττηθείσα, β' ενάγουσα της από 30-5-13 αγωγής, εταιρεία "Β@Μ Τransport LTD", (ως προς την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, πλην του αγωγικού αιτήματος για διαφυγόντα κέρδη 15.000 από τη μη εκμετάλλευση του επικαθήμενου φορτηγού), απευθυνομένη κατά των εφεσιβλήτων νπιδ "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και Γ.
Ξ., με σκοπό να γίνουν δεκτά τα σχετικά με τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της εκκαλούμενης αγωγικά κονδύλια της ως άνω αγωγής της και β) το νπιδ "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ως εν μέρει ηττηθέν εναγόμενο της ως άνω αγωγής και ως παρεμπιπτόντως ενάγον στην από 24-9-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή, απευθυνόμενη κατά των εφεσιβλήτων "Β@Μ Spedition GmbH", Γ.
Ξ. και Δ. Ξ., με την οποία ζητούσε ν'απορριφθεί η ως άνω κύρια αγωγή, άλλως σε περίπτωση που επιδικασθούν στην κυρίως ενάγουσα μεγαλύτερα ποσά να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των Γ. Ξ. και Δ. Ξ.. Οι διάδικοι των λοιπών συνεκδικασθεισών αγωγών (της από 12-2-2013 κύριας αγωγής και της από 8-1-2013 ανακοίνωσης δίκης-προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής), δεν άσκησαν έφεση κατά των κεφαλαίων της πρωτόδικης αποφάσεως που αφορούσαν τις ως άνω δύο αγωγές και επομένως, ως προς αυτές, δεν μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο.
Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών εφέσεων, εξεδόθη η προσβαλλόμενη με αριθμό 2091/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος ήταν αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι οδηγοί και δη, σε ποσοστό 60% ο οδηγός του φορτηγού (ρυμουλκού με ρυμουλκούμενο) Α.
Τ. και 40% ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ. Ξ.. Ακολούθως, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις : 1) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, "Β@Μ Τransport LTD", ιδιοκτήτριας του επικαθήμενου ψυκτικού θαλάμου, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη των αγωγικών κονδυλίων: α) χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 6.000 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω αχρησίας του ρυμουλκού και συνακόλουθης πλήξεως της αξιοπιστίας της, β) διαφυγόντων κερδών ποσού 15.000 ευρώ, από την, επί 30 ημέρες μετά το ατύχημα, μη εκμετάλλευση του ως άνω επικαθήμενου φορτηγού. 2) Δέχθηκε κατ' ουσίαν και εν μέρει την έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, νπιδ, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αφορούσαν την από 30-5-2013 αγωγή της πρώτης ενάγουσας "Β@Μ SPEDITION GmbH", στη συνέχεια, κράτησε και δίκασε ως προς τις διατάξεις που αφορούσαν την ως άνω ενάγουσα κατά το μέρος που στρέφετο κατά του εναγομένου νπιδ (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ), δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς αυτό το εναγόμενο και α) υποχρέωσε το ανωτέρω νπιδ, να καταβάλει στην ως άνω ενάγουσα (Β@Μ SPEDITION GmbH), το ποσό των 800 ευρώ (ως αποζημίωση για την μείωση της αγοραστικής αξίας του, ανήκοντος στην ιδιοκτησία της, ρυμουλκούμενου, μειωμένης όμως κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του οδηγού του ρυμουλκού), με το νόμο τόκο επιδικίας από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο διατακτικό της.
Την εφετειακή αυτή απόφαση (2091/2016) προσβάλλουν με την ένδικη αναίρεσή τους, οι εταιρείες "Β@Μ Τransport LTD" και "Β@Μ SPEDITION GmbH", υπό την ιδιότητά τους ως ηττηθείσες εκκαλούσες (η δεύτερη ως εν μέρει ηττηθείσα), στρεφόμενες κατά των εφεσιβλήτων νπιδ (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ), Γ. Ξ. και Δ. Ξ..
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχεται και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφόσον όμως αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, ενώ αντίθετα είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 152/2009, ΑΠ 201/2010), νοούνται δε ως διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα (ΑΠ 2032/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
β'του Κ.Πολ.Δικ. Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Περαιτέρω, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών και αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής,ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.120/2004, ΑΠ 152/2009, 416/2008), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ` αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2100, 2101/2007, ΑΠ 1850/2007).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) "Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού.
Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 ΚΟΚ ορίζεται ότι: "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους".
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή της απόφασής του, αναφορικά με το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, θέμα των συνθηκών του ατυχήματος, της υπαιτιότητος των εμπλεκομένων οδηγών και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος: "Την 11-5-2012 και περί ώρα 5.40'π.μ.
ο Α. Τ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. …. ΔΧ φορτηγό ρυμουλκό όχημα (ελκυστήρας ή τράκτορας), μετά του υπ' αριθμ. κυκλ. … επικαθήμενου οχήματος (ρυμουλκούμενου) επί του νοτίου παραδρόμου της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Κορίνθου (η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 8 μ.
που χωρίζεται με λευκή διακεκομμένη γραμμή στο μέσον του οδοστρώματος), με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο. Όταν ο ανωτέρω οδηγός του ως άνω συρμού (τράκτορα μετ'επικαθήμενου) πλησίασε την 37η θέση της ως άνω οδού (παρδρόμου) της Ν.Ε.Ο. ΑΚ του Δ. Μεγάρων, ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης προκειμένου να πραγματοποιήσει αριστερό -σε σχέση με την πορεία του-ελιγμό ούτως ώστε να διασχίσει διαγωνίως το αντίθετο ρεύμα πορείας κυκλοφορίας και να εισέλθει σε παρακείμενο χώρο στάθμευσης της εταιρείας "Μ.
ΤΡΑΝΣ ΙΜΕ ΕΠΕ" και ενώ πραγματοποίησε τον ως άνω ελιγμό και ήδη το όχημά του (συνολικού μήκους άνω των 20 μ.) και δη ο ελκυστήρας και ένα μικρό μέρος του επικαθήμενου οχήματος είχαν ήδη εισέλθει στον προαύλιο χώρο της ως άνω εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο μέρος του ρυμουλκούμενου οχήματος είχε διαγώνια κλίση επί του αντιθέτου-σε σχέση με την αρχική του πορεία- ρεύματος κυκλοφορίας (προς Αθήνα), (ήτοι πριν ολοκληρώσει τον ως άνω ελιγμό), αυτός σταμάτησε και περίμενε όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 28-5-2012 προανακριτική του εξέταση, έχοντας καταλάβει και αποκλείσει τη διέλευση στο μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας που άγει προς Αθήνα και τότε το υπ' αριθμ.
κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον α' εναγόμενο Γ. Ξ. επί του ως άνω παραδρόμου της Ν.Ε.Ο. Α.Κ., με κατεύθυνση από Κόρινθο προς Αθήνα, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του επί της δεξιάς πίσω επιφανείας του υπ' αριθμ. κυκλ. … επικαθήμενου που ως προελέχθη-ευρίσκετο έμπροσθεν της πορείας του και του είχε αποκλείσει τη διέλευση, με αποτέλεσμα -πλην των άλλων- να προκληθούν υλικές ζημίες στο επικαθήμενο του ως άνω φορτηγού-ρυμουλκού, ήτοι στον υπ' αριθμ.
κυκλ. … επικαθήμενο ψυκτικό θάλαμο. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο που έλαβε χώρα η προαναφερόμενη σύγκρουση των οχημάτων, ήταν για αμφότερα τα συγκρουσθέντα οχήματα 50 χιλ/ώρα σύμφωνα με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 που ήταν τοποθετημένη επί της ως άνω οδού. Επίσης ο ως άνω παράδρομος της Ν.Ε.Ο.
Α.Κ. όπου εκινούντο τα προαναφερόμενα συγκρουσθέντα οχήματα, ήταν ευθεία, άσφαλτος στο οδόστρωμα, ξηρά η κατάσταση της οδού και υπήρχε τεχνητός φωτισμός σε λειτουργία, η δε ορατότητα αμφοτέρων των οδηγών των ως άνω οχημάτων δεν περιοριζόταν. Δεν απεδείχθη ότι η ταχύτητα των ανωτέρω οχημάτων, ήταν ανωτέρα της επιτρεπομένης, ήτοι 50 χιλ/ώρα...
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το ως άνω όχημα (συρμός οχημάτων) που οδηγούσε ο Α. Τ., δεν έφερε πλευρικά φώτα όγκου και ότι ο τελευταίος δεν τα είχε θέσει σε λειτουργία όταν διενήργησε τον ως άνω ελιγμό, όπως ισχυρίζεται το β' εναγόμενο (Ε.Κ). Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα και οι προκληθείσες συνεπεία αυτού υλικές ζημίες στο ρυμουλκούμενο, οφείλονται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των ως άνω οχημάτων (ήτοι του Α.
Τ., οδηγού του ως άνω φορτηγού-ρυμουλκού-ρυμουλκούμενου και του Γ. Ξ., οδηγού του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου), συνισταμένη στην αμελή και παράνομη συμπεριφορά αυτών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την προσήκουσα σε ανάλογες περιπτώσεις επιμέλεια και προσοχή μέσης ικανότητας συνετών οδηγών, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και ηδύναντο να καταβάλουν, καθ'όσον ο μεν οδηγός του ως άνω φορτηγού ρυμουλκού ρυμουλκούμενου (Α.
Τ.) διενήργησε ελιγμό προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του προκειμένου να εισέλθει σε παρακείμενο προαύλιο χώρο και κατέλαβε με το όχημά του (μήκους άνω των 20 μ.), το αντίθετο -σε σχέση με την αρχική πορεία του- ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση επί του αντιθέτου αυτού ρεύματος κυκλοφορίας και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δύναται να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και χωρίς να επιτρέψει προηγουμένως-ως όφειλε - τη διέλευση του Γ.
Ξ. που κινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού στο οποίο αυτός εισήλθε, προκειμένου να εισέλθει στον παρακείμενο προαύλιο χώρο αν και είχε ορατότητα προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας που εκινείτο το ως άνω ΙΧΕ καθ'όσον η οδός ήταν ευθεία και δεν περιοριζόταν η ορατότητά του και επιπροσθέτως αυτός δεν επιτάχυνε την κίνηση του οχήματός του όταν διενήργησε τον ελιγμό αυτό, ούτως ώστε να ελευθερωθεί το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας και να επιτρέψει την διέλευση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά ακινητοποίησε το όχημά του με το μεγαλύτερο μέρος του επικαθήμενου να έχει αποκλείσει το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των άρθρων 21 παρ.1, 23 παρ.2 του ΚΟΚ, η δε συμπεριφορά του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν-πλην των άλλων-υλικές ζημίες στο ρυμουλκούμενο (επικαθήμενο ψυκτικό θάλαμο του φορτηγού ρυμουλκού) που οδηγούσε.
Ο δε οδηγός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ. Ξ., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ούτως ώστε ανά πάσα στιγμή να δύναται να εκτελέσει τους απαραίτητους χειρισμούς και να ακινητοποιήσει το όχημά του (καίτοι ήταν νύχτα και εκινούντο στην ως άνω οδό φορτηγά), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το ως άνω ογκώδες ρυμουλκό-ρυμουλκούμενο όχημα (το οποίο εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας που αυτός εκινείτο, ήτοι σε αυτό που άγει από Κόρινθο προς Αθήνα, προκειμένου να το διασχίσει διαγωνίως και να σταθμεύσει σε παρακείμενο προαύλιο χώρο) και έτσι δεν ακινητοποίησε το όχημά του αν και είχε το χρονικό περιθώριο ν το ακινητοποιήσει (εάν βεβαίως είχε την προσοχή του τεταμένη στην οδήγηση και το αντιλαμβανόταν), καθ' όσον αφ'ενός μεν είχε απεριόριστη ορατότητα στο ρεύμα κυκλοφορίας που αυτός κινείτο (και στο οποίο εισήλθε το ως άνω ρυμουλκό-ρυμουλκούμενο) λόγω του ότι η οδός που εκινείτο ήταν ευθεία, αφ' ετέρου δε, από τη στιγμή που εισήλθε το ως άνω ρυμουλκό -ρυμουλκούμενο στο αντίθετο - σε σχέση με την αρχική του πορεία - ρεύμα κυκλοφορίας, μέχρι τη στιγμή που το ως άνω ΙΧΕ προσέκρουσε σ'αυτό (ήτοι αφού το ως άνω ογκώδες ρυμουλκό-ρυμουλκούμενο, μήκους άνω των 20 μ.
είχε ήδη εγκαταλείψει το ρεύμα προς Κόρινθο στο οποίο αρχικά εκινείτο και είχε εισέλθει ήδη ο ελκυστήρας και ένα μικρό τμήμα του επικαθήμενου θαλάμου, στον παρακείμενο χώρο, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του επικαθήμενου θαλάμου, κάλυπτε το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο εκινείτο το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο), μεσολάβησε ικανό χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ηδύνατο να ακινητοποιήσει το όχημά του, εάν βεβαίως είχε την προσοχή του τεταμένη στην οδήγηση και τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1,2,3 του ΚΟΚ και η συμπεριφορά του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν -πλην των άλλων- και υλικές ζημίες στο επικαθήμενο του φορτηγού-ρυμουλκού, ήτοι στο ρυμουλκούμενο.
Με τους τέσσερις πρώτους κατά σειρά λόγους της αναιρέσεώς τους, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1, 19 ΚπολΔ, ήτοι ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ, 21 παρ. 1, 23 παρ.2 του ΚΟΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του ως άνω άρθρου, κατ' εκτίμηση όσων αναγράφονται, διότι: α) με την κρίση περί συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος (αμέλειας) του οδηγού του φορτηγού Α. Τ., παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 300ΑΚ, ερχόμενη σε αντίθεση με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ.
Ξ.. β) Παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατική αιτιολογία την ως άνω ουσιαστική διάταξη, διότι (σύμφωνα με τους αναιρετικούς ισχυρισμούς) αποκλειστικά υπαίτιος για την σύγκρουση είναι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεδομένου ότι το φορτηγό (συρμός) δέχθηκε χτύπημα από πίσω και ενόσω είχε μπει σχεδόν ολόκληρο σε χώρο στάθμευσης (ο ελκυστήρας, όπου και η θέση του οδηγού, ήταν μέσα στο πάρκινγκ και απέμεναν εκτός από 2/3 περίπου του μήκους του επικαθήμενου) και επομένως, ο οδηγός δεν είχε ορατότητα για την κίνηση των οχημάτων στον παράδρομο, ενώ ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν είχε την προσοχή του στο οδόστρωμα και δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, έστω και την τελευταία στιγμή, με το μέρος του φορτηγού που σε οποιαδήποτε τυχαία συγκυρία θα είχε βρεθεί στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας πριν ολοκληρώσει τον ελιγμό του στο χώρο στάθμευσης.
γ) δέχθηκε συνυπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού Α. Τ. : Α) αφενός με αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ έπρεπε να κρίνει αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του ΙΧΕ, αφού αυτός, σύμφωνα με τις παραδοχές του δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθυστερημένα αντιλήφθηκε το φορτηγό που απέκλειε την πορεία του, ενώ επίσης από την έκθεση αυτοψίας και από τις φωτογραφίες που ελήφθησαν προκύπτουν αντίθετα πραγματικά περιστατικά ως προς την μη διαπίστωση ιχνών τροχοπέδησης του ΙΧΕ, απομένοντος ελεύθερου χώρου διέλευσης του ΙΧΕ, ώστε να μην επιπέσει στο φορτηγό των αναιρεσειουσών.
Β) αφετέρου, με ελλιπείς αιτιολογίες, θα έπρεπε να αξιολογήσει όλα τα ζητήματα και να προσδιορίσει την απόσταση μεταξύ των οχημάτων, πριν τον ελιγμό του φορτηγού, την τυχόν οπτική επαφή μεταξύ των οδηγών και την τελική θέση των οχημάτων, τον λόγο που καθυστέρησε να ολοκληρωθεί ο ελιγμός καθώς και εάν πρόκειται για καθυστέρηση στην ολοκλήρωση τους ελιγμού ή ακινητοποίησή του και τέλος, δ) ότι δηλαδή παρέλειψε να υπαγάγει το πραγματικό περιστατικό, ότι δηλαδή ο οδηγός το φορτηγού ακινητοποίησε το όχημά του, έχοντας αποκλείσει το ρεύμα πορείας προς Αθήνα με το μεγαλύτερο μέρος του επικαθήμενου σε κάποια από τις διατάξεις του ΚΟΚ (αν δεν πρόκειται για υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 21 παρ.1, 23 παρ.2 ΚΟΚ), σε αντίθεση με το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, έκρινε ότι "είναι απολύτως λογικό, το ογκώδες φορτηγό ρυμουλκό με επικαθήμενο ψυκτικό θάλαμο συνολικού μήκους άνω των 20 μέτρων, όταν επιχειρεί να στρίψει, λόγω του όγκου του και συνεπώς της αδυναμίας του να κινηθεί ευέλικτα και γρήγορα, χρειάστηκε περισσότερο χρόνο και χώρο να πραγματοποιήσει τον ελιγμό".
Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως ως αορίστως προβαλλόμενος, αφού δεν εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως οι πλήρεις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου, (αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την αμέλεια που επέδειξε καθένας από τους εμπλεκομένους οδηγούς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής της αμελούς συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος), αλλά εκτίθενται μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές, κατ` επιλογή των αναιρεσειουσών, έτσι ώστε να μην μπορεί να κριθεί, αν οι αποδιδόμενες στην απόφαση παραβιάσεις, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσης.
Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας του, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι τα αναγραφόμενα περιστατικά, τα οποία, κατά το αναιρετήριο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είτε περιέχουν αντιφάσεις στο αιτιολογικό της αποφάσεως είτε έδει να είχαν, αναγκαίως, διαληφθεί σ' αυτό (αιτιολογικό), για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους των αναιρεσειουσών και επιχειρήματά τους, ώστε με την κατ' επίφαση επίκληση των ως άνω πλημμελειών, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (άρθρο 561 §1ΚΠολΔ).
Όσον αφορά το σκέλος του ως άνω αναιρετικού λόγου, που αφορά παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα (διαδικασία ελιγμού φορτηγού, που απαιτεί περισσότερο χρόνο και χώρο), δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προαναφερόμενη έννοια και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδεικτικών αποδείξεων.
Ο ως άνω λόγος εξάλλου, είναι απαράδεκτος και ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται επακριβώς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεωρούν ότι έγινε ελλιπής ή εσφαλμένη υπαγωγή πραγματικού γεγονότος, αλλά όλως αορίστως αναφέρουν: "ελλείπει η υπαγωγή σε κάποια διάταξη του ΚΟΚ (αν δεν έγινε εσφαλμένη υπαγωγή στα άρθρα 21 παρ.1 και 23 παρ.2 ΚΟΚ)".
Ανεξαρτήτως και επιπλέον αυτών, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 21 και 23 του ΚΟΚ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολίες η συνυπαιτιότητα των εμπλεκομένων οδηγών.
Ειδικότερα: α) αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, β) προσδιορίζονται επακριβώς οι πορείες και οι θέσεις των οχημάτων στο οδόστρωμα, καθώς και το σημείο συγκρούσεως αυτών, γ) αναγράφονται οι ταχύτητες με τις οποίες κινούντο στον παράδρομο της Ν.Ε.Ο ΑΚ, καθώς και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για το επίδικο σημείο, δ) διευκρινίζεται ότι ο οδηγός του ρυμουλκού άναψε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης προκειμένου να πραγματοποιήσει τον αριστερό ελιγμό, ε) αναφέρεται εν συνεχεία ο τρόπος ελιγμού και η θέση του ρυμουλκού με το ρυμουλκούμενο επί της οδού και στ) τέλος, προσδιορίζεται αναλυτικά η αμελής συμπεριφορά περί την οδήγηση που βαρύνει τους οδηγούς των οχημάτων αυτών.
Επομένως, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος κρίνοντας συνυπαίτιους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά έκαστο, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξαν για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με την παράβαση της διάταξης των άρθρων 21 παρ.1, 23 παρ.2, 12 παρ.1 και 19 παρ.1,2,3, του ΚΟΚ, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτές (αναιρεσείουσες) διατείνονται, με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως τους, δεν διευκρινίζεται : α) σε ποιό χρονικό σημείο μπορούσε να αντιληφθεί ο οδηγός του ΙΧΕ το φορτηγό να κινείται και σε ποιό ρεύμα κυκλοφορίας ήταν, β) ποια ήταν η απόσταση των οχημάτων προτού το φορτηγό επιχειρήσει τον ελιγμό για να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης, καθώς και αν η απόσταση ήταν μεγάλη, γ) πόσος χρόνος απαιτείτο για τον ελιγμό του ογκώδους φορτηγού οχήματος στο χώρο στάθμευσης, δ) εάν η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού ήταν σύννομη ή παράνομη, ε) δεν αιτιολογεί επαρκώς αναφορικά με το θέμα της κίνησης και θέσης των οχημάτων κατά το χρόνο της σύγκρουσης και ιδίως με τα σημεία σύγκρουσης και τις τελικές θέσεις που βρέθηκαν μετά τη σύγκρουση και τέλος, στ) σε ποιο σημείο και από ποια απόσταση μπόρεσε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου να αντιληφθεί το "εμπόδιο" (εννοεί το φορτηγό) στο οδόστρωμα, αφού εν τέλει προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό αριστερά και για ποιό λόγο δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημά του ώστε ν'αποφύγει τη σύγκρουση.
Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής δεύτερος κατά σειρά λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Οι τρίτος και τέταρτος λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚπολΔ, είναι επίσης απορριπτέοι για τους ίδιους ως άνω λόγους, αφού αναφέρονται (ο τρίτος λόγος) σε ευθεία παραβίαση των άρθρων 19 παρ.1,2,3, 21 παρ.1 και 23 παρ.2 του ΚΟΚ και (ο τέταρτος) σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας και ειδικότερα, του ήδη προαναφερθέντος κατά το οποίο "η διαδικασία ελιγμού φορτηγού, απαιτεί περισσότερο χρόνο και χώρο" και επιπλέον του ότι "η αυξημένη ταχύτητα προκύπτει από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης", τα οποία όμως, δεν έχουν χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προαναφερόμενη έννοια και δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 64/2019, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.
γ` του ΚΠολΔ, επειδή, όπως διατείνονται οι αναιρεσείουσες, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε: α) αφενός, συνυπαίτιους για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και τους δύο οδηγούς των εμπλεκομένων οχημάτων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσοστά έκαστο και β) αφετέρου, απέρριψε ως αβάσιμο το αγωγικό αίτημα της β' ενάγουσας - εκκαλούσας, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας "Β@Μ Transport LTD" περί διαφυγόντων κερδών ποσού 15.000 ευρώ, λόγω μη εκμεταλλεύσεως του φορτηγού της (επικαθήμενου) για το διάστημα που αυτό παρέμεινε στο συνεργείο για επισκευή, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα προς απόδειξη.
Ειδικότερα, όπως διατείνονται αυτές, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε: α) την ένορκη εξέταση του αυτόπτη μάρτυρα Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά των οδηγών και την "ιλιγγιώδη" ταχύτητα με την οποία κινείτο ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και β) την από 9-11-2012 βεβαίωση του συνεργείου αυτοκινήτων "ΑΦΟΙ Κ.
ΟΕ", από την οποία προκύπτει ότι το φορτηγό παρέμεινε προς επισκευή στο ως άνω συνεργείο από τις 7-10-2012 έως την 9-11-2012. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν μνημονεύεται ειδικώς ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "... από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, ...στα οποία περιλαμβάνονται και αντίγραφα των εγγράφων της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας από το Τ.Τ.
Μεγάρων..". Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στα ως άνω αποδεικτικά του πορίσματα, έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, όπως και όλους τους προβληθέντες στην δίκη ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών.
Ας σημειωθεί ότι όσον αφορά την από 9-11-2012 βεβαίωση, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εφετείο την έλαβε υπόψη του, έστω και αν δεν την μνημονεύει ειδικά, αφού όπως επακριβώς αναγράφεται στο αιτιολογικό της: "Δεν απεδείχθη ότι η β'ενάγουσα ... απώλεσε για 30 ημέρες, που ο υπ' αριθμ. κυκλ. … επικαθήμενος ψυκτικός θάλαμος, παρέμεινε στο συνεργείο για επισκευή (χρονικό διάστημα που-σημειωτέον-αυτή δεν προσδιορίζει στην αγωγή της), το ποσόν των 15.000 ευρώ από τη μη εκμετάλλευσή του." (σελ. 11 απόφασης) και στη συνέχεια (σελ.13 απόφασης) "...για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που αυτό ήταν στο συνεργείο προς επισκευή, δεδομένου ότι η β' ενάγουσα δεν προσδιορίζει ποιο χρονικό διάστημα ημερολογιακά παρέμεινε αυτό στο συνεργείο προς επισκευή...".
Ανεξαρτήτως αυτού, ο λόγος ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την ως άνω βεβαίωση του συνεργείου, με αποτέλεσμα ν' απορρίψει ως αβάσιμο το αγωγικό αίτημα για διαφυγόντα κέρδη, είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, αφού πλήττει αιτιολογία, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε το κονδύλιο διαφυγόντος κέρδους για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ο χρόνος παραμονής του στο συνεργείο αλλά διότι, σύμφωνα με τις ακριβείς παραδοχές της: (σελ. 11 επομ.) " Δεν αποδείχθηκε ότι η β'ενάγουσα εκμεταλλευόταν αποκλειστικά δυνάμει συμφωνίας της με την α' ενάγουσα τον επικαθήμενο ψυκτικό θάλαμο ...δεν προκύπτει ότι η β' ενάγουσα είχε το δικαίωμα πλήρους και αποκλειστικής εκμετάλλευσης του επικαθήμενου ψυκτικού θαλάμου,...αντιθέτως αποδεικνύεται ότι η β' ενάγουσα είχε δυνατότητα μόνο έλξης με τους ελκυστήρες της των ρυμουλκούμενων επικαθήμενων οχημάτων που ανήκαν στην κυριότητα της α' ενάγουσας και άρα και του επικαθήμενου (εν προκειμένω) ψυκτικού θαλάμου.
Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η β' ενάγουσα με το εν λόγω ρυμουλκούμενο όχημα είχε προγραμματίσει σε συγκεκριμένο χρόνο, να πραγματοποιήσει διεθνή δρομολόγια για 30 ημέρες που χρειάστηκε αυτό -ως ισχυρίζεται- για να επισκευασθεί...και συγκεκριμένα δεν απεδείχθη ότι το ως άνω ρυμουλκούμενο όχημα θα μετέφερε νωπά κρέατα από τις εταιρείες "Β.-Κ.
ΑΕ", "ΑΙΑΝΤΑΣ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΕΣ ΕΙΣ ΕΞΑΓ ΑΕ" και "Ζ. Δ." προς χώρες της ΕΕ κατά το χρονικό διάστημα που αυτό επισκευαζόταν στο συνεργείο..Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ως κατ'ουσίαν αβάσιμο με διαφορετική αιτιολογία, δεν έσφαλε ως προς την απόρριψή του, έσφαλε όμως ως προς την αιτιολογία της απόρριψής του και πρέπει ν' αντικατασταθεί από το παρόν δικαστήριο, χωρίς να εξαφανισθεί γι' αυτό το λόγο η εκκαλουμένη".
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος κατά τις ως άνω διακρίσεις. Με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚπολΔ, για ουσιαστική παραβίαση των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, όσον αφορά την απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου διαφυγόντων κερδών της β' ενάγουσας, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, όπως διατείνονται, τα διαφυγόντα κέρδη είναι επιδικαστέα, ανεξαρτήτως αν η ζημία είναι ενεστώσα ή μέλλουσα και στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται η ζημία από την αχρησία του επικαθήμενου οχήματος (ψυγείου) και την ανάγκη επισκευής του δια της εισαγωγής του στο συνεργείο για ένα μήνα.
Όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν απέρριψε το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο για τον λόγο αυτό (αχρησία και επισκευή), αλλά γιατί δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που αμέσως πιο πάνω αναφέρονται (δεν αποδείχθηκε η συμφωνία εκμετάλλευσης, ούτε ο προγραμματισμός συγκεκριμένου ταξιδίου), ήτοι το διατακτικό της στηρίχθηκε σε διαφορετική αιτιολογία απόρριψης.
Συνεπώς, αυτός ο λόγος είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη φύση της χρηματικής ικανοποίησης προκύπτει ότι η τελευταία αφορά φυσικά πρόσωπα. Αντίθετα, αξίωση από ηθική βλάβη καθιδρύεται προτογενώς υπέρ του νομικού προσώπου, μόνον εφ` όσον δια της εκ βάρος του τελούμενης αδικοπραξίας ή αξιοποίνου πράξεως πλήττεται αμέσως η πίστη, η υπόληψη, η δραστηριότητα ή το μέλλον αυτού (Ολ. ΑΠ 402/1981). Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να συμβεί σε περίπτωση προκλήσεως υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο της εταιρείας, κυρίας ή κατόχου του βλαβέντος αυτοκινήτου, δια του οποίου εκτελούνται οι μεταφορές των εμπορευμάτων στους πελάτες της.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεώς τους προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ'ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου του, την εκ του άρθρου 559 αρ.1 (και όχι 19) ΚπολΔ, πλημμέλεια, για το λόγο ότι αυτή παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 932 , 57, 59 και 914 του ΑΚ, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αξίωση της πρώτης αναιρεσείουσας "Β @ Μ Transport LTD", η οποία εκμεταλλευόταν το όχημα (επικαθήμενο) που υπέστη υλικές ζημίες συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν παρατίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου στο αναιρετήριο σχετικά με το κεφάλαιο αυτό. Ανεξαρτήτως αυτού πάντως, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο σε σχέση με την αγωγική αξίωση της ηθικής βλάβης από την ως άνω β' ενάγουσα, ήδη α' αναιρεσείουσα δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η β' ενάγουσα (της 2447/13 αγωγής), ήτοι η εταιρεία ""Β @ Μ Transport LTD", ήδη εκκαλούσα, ζήτησε μεταξύ άλλων να της επιδικασθεί το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις υλικές ζημίες που υπέστη το υπ' αριθμ.
… επικαθήμενο (ψυκτικός θάλαμος) το οποίο έσυρε το υπ'αριθμ. Κυκλ. … ελκυστήρας ΔΧ κατά το ένδικο ατύχημα, καθ' όσον αυτή -κατά τους ισχυρισμούς της- είχε-δυνάμει συμφωνίας της με την α' ενάγουσα, κυρία του ως άνω επικαθήμενου-την εκμετάλλευσή του και ως εκ τούτου ήταν νομέας και κάτοχός του και εξαιτίας των ως άνω υλικών ζημιών που αυτό υπέστη, επλήγη η αξιοπιστία της επειδή δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τους σταθερούς για το συγκεκριμένο όχημα πελάτες της και να εκτελέσει τα δρομολόγιά του για το διάστημα αχρησίας του εν λόγω οχήματος λόγω της παραμονής του στο συνεργείο για 30 ημέρες με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθεί έναντί τους στην υπεπροσπάθειά της να αναστρέψει το αρνητικό κλίμα σε βάρος της και να διατηρήσει το πελατολόγιό της.
Το ως άνω αγωγικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη καθ' όσον η πίστη, η υπόληψη και το επαγγελματικό μέλλον του νομικού προσώπου δεν πλήττονται σε περίπτωση πρόκλησης υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο της εταιρείας και της εξ αυτού του λόγου προσωρινής αδυναμίας εκτέλεσης των μεταφορών των εμπορευμάτων των πελατών της.".
Το δευτεροβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγική αξίωση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 932, 57 και 914 ΑΚ και, συνακολούθως, ο συναφής με το κεφάλαιο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως, έβδομος κατά σειρά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρασταθέντος πρώτου αναιρεσίβλητου νπιδ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2017 και με ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 64/2017 αίτηση για αναίρεση της 2091/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παρισταμένου πρώτου αναιρεσίβλητου, νπιδ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ