Supreme Court annuls first instance ruling on equal pay claim, remands case for dismissal of specific monthly allowance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding the monthly 'special allowance' paid to employees, remanding the case for a final decision. The municipality argued that the claim was inadmissible because the plaintiffs were not covered by the relevant circulars, while the plaintiffs contended the allowance violated the principle of equality. The court agreed with the municipality, ruling the specific claim legally unfounded and ordering the plaintiffs to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2)(a), (c) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a first-instance judgment on specific grounds and remand the case for a final ruling if the legal basis for the claim is found to be unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 601 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 601/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Γκίζη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Φ. Β., 2)Ι. Γ., 3)Χ. Κ., 4)Β. Κ., 5)Γ. Κ., 6)Α. Κ., 7)Κ. Κ., 8)Ε. Μ., κατοίκων ..., 9)Α. Μ., κατοίκου ..., 10)Ε. Ν., 11)Μ. Π., 12)Θ. Σ. - Α., 13)Μ. Σ., 14)Α. Τ. και 15)Μ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 569/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων δήμος με την από 10/4/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 341/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Κατόπιν της ανωτέρω απόφασης η υπόθεση επαναφέρεται με την από 10/7/2018 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων δήμος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΆ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10.7.2018 κλήση του αναιρεσείοντος ... νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτόν ασκηθείσα από 10.4.2017 με αριθ. κατάθ. 528000/500020/19.4.2017 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 569/24.2.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 341/13.2.2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθούν με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος τα αναγκαία έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η μη άσκηση έφεσης εκ μέρους κάθε διάδικης πλευράς ή η παραίτηση από την τυχόν ασκηθείσα έφεση κατά τη διάρκεια της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης οριστικής κατά τα άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή της τριακονθήμερης προθεσμίας από την τυχόν επίδοσή της, προς απόδειξη της τελεσιδικίας αυτής, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμό ...6/20.6.2017, ...3/19.6.2017, ...9/20.6.2017, ...0/19.6.2017, ...4/19.6.2017, ...2/19.6.2017, ...4/22.6.2017, ...9/19.6.2017, ...0/20.6.2017, ...1/20.6.2017, ...5/19.6.2017, ...8/27.6.2017, ...8/19.6.2017, ...2/21.6.2017 και ...1/19.6.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Π., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων Δήμος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 10.4.2017 και με αριθ.
κατάθ. 528000/500020/19.4.2017 αίτησης αναίρεσης αυτού με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 28ης Νοεμβρίου 2017, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς όλους τους αναιρεσίβλητους (άρθ. 126 παρ.1 περ.
α, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή συζητήθηκε η άνω αίτηση αναίρεσης, ερήμην όλων των αναιρεσίβλητων, και επ' αυτής εκδόθηκε η ως άνω με αριθ. 341/13.2.2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Περαιτέρω από τις υπ' αριθμό ...6/17.10.2018, ...8/16.10.2018, ...1/17.10.2018, ...6/18.10.2018, ...0/16.10.2018, ...9/16.10.2018, 4911/19.10.2018, ...3/12.10.2018, ...7/17.10.2018, ...6/16.10.2018, ...4/12.10.2018, ...7/16.10.2018, ...5/12.10.2018, ...2/12.10.2018 και ...0/17.10.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.
Π., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων Δήμος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 10.7.2018 κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (12 Φεβρουαρίου 2019), επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς όλους τους αναιρεσίβλητους (άρθ. 126 παρ.1 περ.
α, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ. Εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με την κρινόμενη από 10.4.2017 και με αριθ. κατάθεσης 528000/500020/19.4.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 569/24.2.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 1 Ιουνίου 2009 και με αριθμό κατάθεσης 28392/655/12.2.2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων [επί συνόλου 19 αρχικά εναγόντων], κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ..., και επιδικάσθηκε στον καθένα των εναγόντων το χρηματικό ποσό των 3.168 ευρώ ως μισθολογικές διαφορές, λόγω της μη καταβολής σε αυτούς της παροχής των 176 ευρώ και για τη χρονική περίοδο από 1.1.2008 έως 30.6.2009.
Με την ίδια απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της κατ' ουσία για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", και λόγω συμπλήρωσης του χρόνου της διετούς παραγραφής κατά το μέρος που αφορούσε αξιώσεις των εναγόντων της περιόδου από 1.1.2002 έως 31.12.2007 κατά του δευτέρου των εναγομένων Δήμου.
Η αίτηση αναίρεσης, για την άσκηση της οποίας προσκομίζεται με επίκληση η κατά το άρθρο 72 παρ.1 περ. ιγ του Ν. 3852/2010 με αριθ. 446/25.8.2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού όπως προκύπτει από τα με αριθ.
…37/18.6.2018 και ….226/31.12.2018 πιστοποιητικά του γραμματέα του τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία προσκομίζει με επίκληση ο αναιρεσείων Δήμος, κατά της αναιρεσιβαλλομένης με αριθ. 569/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έχουν ασκηθεί (πλην της ένδικης αίτησης αναίρεσης) μέχρι τις 31.12.2018 άλλα ένδικα μέσα και κατά συνέπεια η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την πάροδο της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της στις 24 Φεβρουαρίου 2014 (άρθ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Από τη διάταξη αυτή που καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύεται και υποχρεώνεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Εκδήλωση δε της καθιερουμένης με τη πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 968/2013).
Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α του Ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία (παρ. 1).
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση (παρ. 2)". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του Ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 110), ορίσθηκαν τα εξής: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001 (παρ. 1).
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (παρ. 2).
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες (παρ. 3).
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους (παρ. 4) ... (παρ. 5).
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002 (παρ. 6)". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (ΟλΣτΕ 95/2013).
Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 αριθ. 4 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31. 12. 2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ήδη ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Κεφαλαίου Β του Ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, και σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες όπου διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003 για το ενιαίο μισθολόγιο, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (ΟλΑΠ 16/2015).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη οριστική απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι [επί συνόλου 19 αρχικά εναγόντων] προσλήφθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, που χαρακτηρίσθηκαν ως "συμφωνητικά συνεργασίας" με την (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) πρώτη εναγομένη "...
ΑΕ (.... Α.Ε.)" και τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ..., με αντικείμενο τη φύλαξη σχολικών συγκροτημάτων του .... Ότι οι εν λόγω ανανεούμενες κατά τη λήξη τους συμβάσεις, οι οποίες διήρκεσαν από 29.1.2001 έως 31.10.2006, κατ' επίφαση είχαν χαρακτηρισθεί από τους συμβαλλομένους ως "συμφωνητικά συνεργασίας", ενώ έφεραν στην πραγματικότητα τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας με εργοδότη τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ..., εφόσον οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι από την πρόσληψη αυτών τελούσαν για την παροχή της εργασίας τους σε προσωπική και νομική εξάρτηση από τον εναγόμενο Δήμο και ειδικότερα τελούσαν υπό τον έλεγχο και εποπτεία αυτού, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας τους και την επιμελή εκτέλεση αυτής από αυτούς και με την υποχρέωση των τελευταίων να συμμορφώνονται με τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες του δευτέρου εναγομένου.
Ότι με την απασχόληση τους αυτή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύλαξης των σχολικών κτηρίων του δευτέρου εναγομένου ..., δεδομένου ότι το μόνιμο προσωπικό τους δεν αρκούσε για τη κάλυψη των αναγκών αυτών. Ότι κατόπιν έκδοσης σχετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου και απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) οι εργασιακές σχέσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων μετατράπηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από την 1.11.2006 και εφεξής όλοι οι ενάγοντες κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του δευτέρου εναγομένου ...
με την ανωτέρω ειδικότητα του σχολικού φύλακα (ΔΕ). Ότι αυτοί έπρεπε να λαμβάνουν για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της παρεχομένης εργασίας τους, τις μισθολογικές παροχές που σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους, καταβάλλονται στους εργαζόμενους που συνδέονται με το δεύτερο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή είναι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, στις οποίες περιλαμβάνεται η "ειδική παροχή" (επίδομα) του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, η οποία χορηγείται στο σύνολο των εργαζομένων που συνδέονται με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με ιδιωτικού δικαίου σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και ανέρχεται από 1.7.2002 σε 176 ευρώ.
Ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την "ειδική αυτή παροχή" με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία σημαίνει την απαγόρευση της χειροτέρευσης της θέσης ενός μισθωτού σε σχέση με τους υπολοίπους που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτόν. Ότι δηλαδή η αρχή αυτή, η οποία συμπορεύεται με την αρχή της ισότητας του δημοσίου δικαίου, απαγορεύει κάθε αυθαίρετο αποκλεισμό ενός ή περισσοτέρων μισθωτών ή τις διαφοροποιήσεις τους με κριτήρια που δεν είναι αντικειμενικά αιτιολογημένα.
Ότι στην κρινόμενη περίπτωση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, καθόσον οι ενάγοντες και οι συνδεόμενοι με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σχέση εξαρτημένης εργασίας συνάδελφοί τους, απασχολούνταν ουσιαστικά στον ίδιο εργοδότη (ευρύτερος δημόσιος τομέας), δυνάμει ενεργού σχέσης εργασίας και μεταξύ τους υπήρχαν καταστάσεις όμοιες αντικειμενικά, ήτοι ίδιες συνθήκες εργασίας και προσφοράς, ίδια υπηρεσία, ίδια κατηγορία μισθωτών και ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τόσο δε οι ενάγοντες, όσο και οι προαναφερόμενοι συνάδελφοί τους ασκούσαν ουσιαστικά, καθήκοντα όμοια ως προς το περιεχόμενο και τη φύση τους.
Με βάση το ως άνω σκεπτικό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού κατά παραδοχή σχετικών ισχυρισμών των εναγομένων απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη (παθητικά ανομιμοποίητη) ως προς την πρώτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ (.... Α.Ε.)" και ως παραγεγραμμένη για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1.1.2002 έως 31.12.2007 ως προς τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντα ..., έκρινε ακολούθως με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/200 ύψους 176 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009 και επιδίκασε στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 3.168 ευρώ (176 ευρώ Χ 18 μήνες), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ.3 του Ν. 3336/2005 και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για την επιδίκαση της άνω "ειδικής παροχής", καθόσον η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται, εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και μάλιστα, επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης όπως στην ένδικη διαφορά, των δυνατοτήτων του προϋπολογισμού των, και εκδώσει κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνουν οι υπάλληλοι άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.
Στην προκείμενη όμως περίπτωση, στην προσβαλλομένη απόφαση και παρά την προβολή σχετικού ισχυρισμού με τις προτάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν διαλαμβάνεται παραδοχή περί του εάν οι ενάγοντες ή το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του αναιρεσίβλητου Δήμου (εφόσον διατηρήθηκε η καταβολή σε αυτό της παροχής αυτής ή μέρους της ως προσωπική διαφορά), λάμβαναν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πρόσθετες μισθολογικές παροχές και ποίο ήταν το ύψος αυτών, η οποία συνιστά την αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη νόμιμη χορήγηση της παροχής αυτής (ή μέρους αυτής) στους ενάγοντες αναιρεσίβλητους.
Ούτε διαλαμβάνεται σε αυτήν παραδοχή εάν μέχρι τις 31.12.2003 είχε εκδοθεί κανονιστική πράξη με την οποία η παροχή αυτή να έχει επεκταθεί σε υπαλλήλους (και ποίας κατηγορίας) του αναιρεσείοντος Δήμου και σε καταφατική απάντηση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή περί της νόμιμης συνέχισης της καταβολής ή μη της εν λόγω παροχής μετά την 1.1.2004 σε υπαλλήλους της αυτής υπηρεσίας του αναιρεσείοντος Δήμου, ως προσωπικής διαφοράς.
Πέραν δε του ότι η καταβολή της ειδικής αυτής παροχής δεν είχε επεκταθεί στο σύνολο των απασχολουμένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως εσφαλμένως διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας και την ειδικότερη αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν απέρρεε υποχρέωση της Διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της παροχής αυτής στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Επισημαίνεται ότι στην αγωγή γίνεται απλά μνεία της έκδοσης διαφόρων ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η ως άνω ειδική παροχή σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων σε διάφορες υπηρεσίες του Δημοσίου ή αποσπασμένους σε αυτές και διώκεται η καταβολή αυτής και στους ενάγοντες με βάση την αρχή της ισότητας. Επομένως ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους την πιο πάνω παροχή, αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 για τη χορήγηση του επιδόματος των 176 ευρώ στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, ούτε παραβιάσθηκε η συνταγματική αρχή της ισότητας από τη μη χορήγησή του, ούτε υπήρξε παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας από τη μη έκδοση της σχετικής κανονιστικής πράξης και επί πλέον, χωρίς να ερευνήσει εάν οι αναιρεσίβλητοι λάμβαναν ή όχι πρόσθετες μισθολογικές παροχές, όπως επίδομα ειδικής απασχόλησης και έξοδα κίνησης, που υπερέβαιναν το ποσό των 176 ευρώ, είναι βάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ.1 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αναίρεσης απαιτείται η συνδρομή εννόμου συμφέροντος, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από το δικαστήριο κατ' εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 68 του ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης (ΑΠ 640/2015).
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση αίτησης αναίρεσης ή κατά την προβολή συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη του αίτησης αναίρεσης ή του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου. Ειδικότερα δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την προβολή σχετικού αναιρετικού λόγου, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σε αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν πλεοναστικά και εκ περισσού, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης (για να αποτραπεί δεδικασμένο), ούτε κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 640/2015, ΑΠ 2008/2013, ΑΠ 41/2012, ΑΠ 1830/2008, ΑΠ 525/2008, ΑΠ 463/2007).
Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος δεν αρκεί το γεγονός ότι ενδέχεται να προκύψει μελλοντικά συναφής διαφορά μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο ζήτημα (ΑΠ 85/2010). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος από το Δικαστήριο κρίνεται από τη προσβαλλομένη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση αντικείμενο της ανοιγείσας δίκης με την από 1.7.2009 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (επί 19 αρχικά εναγόντων) ήταν η επιδίκαση στον καθένα από αυτούς της ειδικής παροχής των 88 ευρώ μηνιαίως (μέχρι 30.6.2002) και 176 ευρώ μηνιαίως (από 1.7.2002) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 30.6.2009 και συνολικά του ποσού των 15.312 ευρώ για τον καθένα από αυτούς.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου έκρινε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.12.2007 είχαν υποπέσει στην προβλεπομένη (κατά την προσβαλλομένη απόφαση) από το άρθρο 48 του Ν.
Δ/τος 496/1974 διετή παραγραφή, απορρίπτοντας την αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής αυτής, στη συνέχεια έκρινε νόμιμη την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες την πιο πάνω "ειδική παροχή" για το διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009 συνολικού ύψους 3.168 ευρώ για κάθε ενάγοντα, ήτοι για χρονικό διάστημα κατά το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν ήδη καταταχθεί από 1.11.2006 σε οργανικές θέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του σχολικού φύλακα (ΔΕ).
Επομένως οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι από την πρόσληψη αυτών στις 29.1.2001 (και μέχρι τις 31.10.2006) η σχέση εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων έφερε τον χαρακτήρα της σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τους ήδη προαναφερθέντες λόγους, έλαβαν χώρα πλεοναστικώς και δεν επιστηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την επιδίκαση των ανωτέρω χρηματικών ποσών, διότι η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν αποτελεί στοιχείο του κριθέντος στη δίκη δικαιώματος, ήτοι της αξίωσης καταβολής της "ειδικής παροχής" από 176 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αναφέρεται σε περίοδο κατά την οποία ήδη οι ενάγοντες συνδέονταν με τον εναγόμενο Δήμο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχοντας αντίστοιχες οργανικές θέσεις, με συνέπεια να μην παράγεται από αυτήν (αιτιολογία) δυσμενές για τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος Δήμου δεδικασμένο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των άρθρων 648, 649 του ΑΚ, 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ.2, 7 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994, 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και των ρυθμίσεων της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι συνδέονταν από την πρόσληψη αυτών μέχρι τις 31.10.2006 με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθόσον οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις αυτών ορισμένης διάρκειας δεν μπορούσαν κατά νόμο να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστης διάρκειας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν και κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 1.9.2009 και με αριθ. κατάθ. 28392/655/2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο καταβολής στον καθένα από αυτούς της "ειδικής παροχής" των 176 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009 συνολικού ύψους 3.168 ευρώ.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να ερευνηθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό και απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη, καθόσον στην ένδικη αγωγή γίνεται απλώς αναφορά στην έκδοση σχετικών ΚΥΑ (54 τον αριθμό) με τις οποίες χορηγήθηκε η ως άνω ειδική παροχή σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων σε διάφορες υπηρεσίες του Δημοσίου ή αποσπασμένους σε αυτές, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνονται και κατηγορίες εργαζόμενων στον εναγόμενο ..., διώκεται δε η καταβολή αυτής και στους ενάγοντες με βάση την αρχή της ισότητας.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου για την παρούσα δίκη που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, ως και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. ...3/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 569/24.2.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Δικάζει την από 1 Ιουλίου 2009 και με αριθμό κατάθεσης 28392/ 655/12.2.2010 αγωγή και κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου για τη παρούσα δίκη, ως και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ