Supreme Court dismisses appeal against eviction compensation award, upholding lower court's finding of statute of limitations interruption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Central Macedonia Region against the First Instance Court's decision to award compensation to private individuals. The lower court correctly determined that the statute of limitations for the compensation claim was interrupted by procedural actions taken in 2002, 2003, and 2007, preventing the expiration of the ten-year period. Consequently, the court ruled that the appellant's argument regarding the lapse of time was unfounded and rejected the appeal in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArt. 33 of Law 2971/2001; Art. 10 of Law 2882/2001: The statute of limitations for eviction compensation claims is interrupted by procedural acts filed by the claimants, thereby preserving the right to claim compensation despite the passage of the statutory period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 601 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 601/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ράσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 3) Κ. Μ. του Η., 4) Θ. Μ. του Η., κατοίκων ..., 5) Π. Κ. του Β., κατοίκου ... και 6) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νικολέτα Μαγκλαβέρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3660/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 17-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-4-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 3660/2015 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ν. 2971/19-12-2001 "περί Αιγιαλού και παραλίας και άλλων διατάξεων" (ΦΕΚ 285/19-12-2001) ορίζει ότι: "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ’ ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης... (παρ. 3).
Το δικαστήριο... οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον το ένδικο μέσο της αναίρεσης (παρ. 6)". Κατά το άρθρο 37 του ίδιου ν. 2971/2001 "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι την έναρξη της ισχύος τους συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του...". Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι οι διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και αυτή που προβλέπει ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών για την άσκηση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να ζητήσει με αίτησή του να κινηθεί η διαδικασία ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, εφαρμόζονται στις απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του καθώς και σ’ αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε στις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, καθόσον το άρθρο 37 του ν. 2971/2001 περιλαμβάνει ένα πλήρη και σαφή κανόνα διαχρονικού δικαίου και δεν απαιτείται να προσφύγει το Δικαστήριο είτε σε διασταλτική ερμηνεία, λόγω μη συνειδητής παράλειψης του νομοθέτη, είτε σε ανάλογη εφαρμογή, λόγω συνειδητής παράλειψης αυτού για τις περιπτώσεις των απαλλοτριώσεων που είχαν συντελεσθεί καθ’ ολοκληρίαν πριν την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, καθόσον ουδαμώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης, καίτοι γνώριζε ότι υπήρχε και αυτή η κατηγορία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (των πλήρως συντελεσμένων κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001), άφησε έκτοτε κενό ρύθμισης ως προς την προθεσμία άσκησης του δικαιώματος του παρόδιου ιδιοκτήτη κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας του και εντεύθεν αυτοαποζημιώσεώς του, για να ισχύει και επ’ αυτών, χωρίς διάκριση και εξαίρεση, η ρύθμιση για τις εκκρεμείς ακόμη αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, σύμφωνα με την οποία το ως άνω δικαίωμά του ο παρόδιος ιδιοκτήτης όφειλε να το ασκήσει το αργότερο έως την 19-3-2002.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας και αυτοαποζημιώσεως του παρόδιου ιδιοκτήτη μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001 το στερούσε ο νόμος και είχε μόνο νομολογιακώς αναγνωρισθεί η δυνατότητα ασκήσεώς του, λόγω αντιθέσεως του νόμου προς υπερνομοθετικούς κανόνες δικαίου (Σύνταγμα και ΕΣΔΑ).
Ως προς τις απαλλοτριώσεις, η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001, η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδ. α’ του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τ’ ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ’ αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής, με αγωγή εισαγόμενη προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, η δε αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη (Ολ.ΑΠ 7/2013, 11/2011 και 12/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. Πριν καταβληθεί δε η ορισθείσα οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη.
Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2882/2001 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 126 του Ν. 4070/ 2012, ΦΕΚ Α’ 82/10.04.2012 και σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 146 του αυτού νόμου ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος απαλλοτριώσεις), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 και 5 αυτού: "1.
Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7.
Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή. 2.
Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης. 3. Το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου".
Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται, ότι σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου το δικαίωμα (αξίωση) του ενδιαφερόμενου για απόληψη της δικαστικώς προσδιορισθείσας προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης υπόκειται πλέον σε οκταετή παραγραφή, αρχομένη από την αποδεδειγμένη κατάληψη του ακινήτου, και πάντως σε δεκαετή παραγραφή με αφετηρία τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Η εν λόγω παραγραφή τυγχάνει εφαρμοστέα, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, και στις συντελεσμένες κατά την 10.04.2012 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4070/2012), με στόχο να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον με την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων εντός εύλογου χρόνου, κατά την οποία ο δικαιούχος της αποζημίωσης είχε την δυνατότητα να ενεργήσει εγκαίρως για την είσπραξή της.
Εξάλλου, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου ως προς το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημιώσεως τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης κατ’ εφαρμογήν του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, αποτελεί μέρος της πλήρους αποζημιώσεως που κατ’ εφαρμογήν της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία.
Επομένως η αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, Ολομ.ΑΠ 10 και 11/2004, 11/2011), δεν υπόκειται στην κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου, ούτε αρχίζει από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης για την απαλλοτρίωση, οπότε ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης λαμβάνει γνώση του χαρακτηρισμού της έκτασής του ως αυτοαποζημιούμενης (από τα οικεία κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακα).
Αλλά, υπόκειται στην προβλεπόμενη από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ) παραγραφή, που εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από την 1η Φεβρουαρίου 1971, κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του ίδιου ν. 2882/2001, και έχουν συντελεστεί πριν από τον τελευταίο αυτό νόμο (2882/2001), όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με την οποία (διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001) κατά τα εκτεθέντα, "Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 2882/2001, η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του παραπάνω άρθρου παραγραφή της αξίωσης για την αποζημίωση από απαλλοτρίωση διακόπτεται, επίσης κατά τα ήδη εκτεθέντα και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από το τότε εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της αξιώσεως που ασκήθηκε με την ένδικη από 20-6-2012 αγωγή λόγω παρόδου δεκαετίας από την κατά το έτος 1999 συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αφού έκρινε ως βάσιμη στην ουσία της την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 261 και 264 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 § 2 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001).
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως εφετείο την από 30-12-2013 έφεση του τότε εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας", ως καθολικού διαδόχου βάσει του ν. 3852/2010 του καταργηθέντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης", κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 109/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, η οποία είχε δεχτεί την εισαχθείσα κατά την τακτική διαδικασία από 20-6-2012 ένδικη αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του τότε εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης", που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία είχε ήδη πριν από την ισχύ του ν. 2971/2001, συντελεστεί, μετά από ανατροπή του νόμιμου τεκμηρίου ύπαρξης ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη της οδού που αφορά η απαλλοτρίωση, για το τμήμα της ιδιοκτησίας τους που αναγκαστικά απαλλοτριώθηκε, αλλά δεν τους καταβλήθηκε αντίστοιχη αποζημίωση, επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι και συνεπώς αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, αφού απέρριψε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για παραγραφή της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων και τότε εναγόντων κατά παραδοχή της προβληθείσας από τους ενάγοντες αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δέχτηκε με την ως άνω απόφασή του, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα αυτής, καθώς και της ενστάσεως παραγραφής και αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, που προβλήθηκαν κατά τα προαναφερόμενα, τα ακόλουθα: "Με την από 20-06-2012 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, εξέθεταν ότι, με την υπ’ αριθμ. 69/1997 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της 11ης επαρχιακής οδού από τη διασταύρωση της εθνικής οδού ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 21.076,35 τ.μ., όπως αυτή απεικονίζεται στο από 29-04-1997 κτηματολογικό διάγραμμα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες.
Ότι με την παραπάνω απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι, δυνάμει του Ν. 3852/2010, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών απαλλοτριώθηκαν μεταξύ άλλων και τα με αριθμούς ... (κτηματολογικού οδού) - και ... - 3ος κόμβος, ... - κόμβος 3ος, ... - κόμβος 3ος, ...
ακίνητα, όπως αυτά περιγράφονται στην αγωγή, που κείνται στην κτηματική περιοχή .... Ότι με την υπ’ αριθμ. 1364/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας για έκαστο των παραπάνω ακινήτων, και με τις υπ’ αριθμ. 28626/2003, 28773/2002, αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή ως προς έκαστο ακίνητο και κατά το εκεί αναφερόμενο ποσοστό συνιδιοκτησίας.
Ότι από τις ανωτέρω ιδιοκτησίες των εναγόντων που απαλλοτριώθηκαν, αυτοί έλαβαν αποζημίωση μόνο για ένα μέρος των απαλλοτριωθέντων τμημάτων, ενώ τα ειδικά αναφερόμενα και περιγραφόμενα κατ’ έκταση, όρια και τοποθεσία για έκαστο των ως άνω ακινήτων λοιπά τμήματα αυτών δεν αποζημιώθηκαν αλλά εξαιρέθηκαν της αποζημιώσεως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 Ν. 653/1977, ως ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες.
Ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων τους δεν ωφελήθηκαν από την κατασκευή του έργου για το οποίο και η εν λόγω απαλλοτρίωση, αλλά αντίθετα υπέστησαν ζημία και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή τους το τεκμήριο ωφέλειας του άρθρου 1 του Ν. 653/77, κατ’ εφαρμογή του οποίου το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε αποζημίωση για τα τμήματα των ως άνω ακινήτων, που θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα.
Ότι, ειδικότερα αυτά (ακίνητα), δεν απεκόμισαν ουδεμία ωφέλεια, καθόσον η επίδικη απαλλοτρίωση δεν αφορά την κατασκευή ή χάραξη νέας οδικής αρτηρίας, αλλά τη βελτίωση της ήδη υπάρχουσας, τα εν λόγω δε ακίνητα είχαν και πριν την επίδικη απαλλοτρίωση πρόσοψη στην υφιστάμενη επαρχιακή οδό και ήταν κατάλληλα για επαγγελματική χρήση, διότι από πολλών ετών εκατέρωθεν της οδού υπήρχαν εγκατεστημένες διάφορες εμπορικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα εξαιτίας της απαλλοτρίωσης να μην έχουν καταστεί πλέον εκμεταλλεύσιμα ως προς τη χρήση τους.
Ότι, αντίθετα, με τη βελτίωση της εν λόγω επαρχιακής οδού με την επίδικη απαλλοτρίωση, κατασκευάσθηκε εκατέρωθεν του οδοστρώματος ρείθρο και τοποθετήθηκαν τσιμεντένια διαζώματα, τα οποία αποκλείουν την πρόσβαση των οχημάτων στα ως άνω ακίνητα από οποιοδήποτε σημείο, για την είσοδο δε σ’ αυτά απαιτείται πλέον η κατασκευή οδικού κόμβου.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούσαν, κυρίως με βάση τις διατάξεις για τις απαλλοτριώσεις, άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε έναν από τους ενάγοντες τα κάτωθι χρηματικά ποσά και ειδικότερα στην πρώτη το ποσό των 17.437,89 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 14.250,50 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 4.023,25 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 4.023,25 ευρώ, στον πέμπτο το ποσό των 6.086,30 ευρώ και στην έκτη το ποσό των 14.201 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως... (Περαιτέρω, σε αντίκρουση της αγωγής αυτής), ...το εναγόμενο, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιλήφθηκε στο οικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικό, αλλά και με τις νομοτύπως επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίστηκε ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 48 του Ν.Δ 496/1974, διότι από την ημερομηνία συντέλεσης τη ένδικης απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα την 29-09-1999, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίηση ότι η αποζημίωση της απαλλοτρίωσης κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΦΕΚ 718Δ’ /29-09-1999) μέχρι του χρόνου άσκησης της αγωγής, ήτοι την 21-06-2012 (χρόνος επίδοσης), παρήλθε χρονικό διάστημα ανώτερο των πέντε ετών.
Επικουρικώς, ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει και στην δεκαετή παραγραφή του Ν. 651/1977 και του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, διότι από την προαναφερόμενη ημερομηνία συντέλεσης της ένδικης απαλλοτρίωσης και την κατάληψη των επίδικων ακινήτων μέχρι του χρόνου άσκησης της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα ανώτερο των δέκα ετών.
Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά ο ισχυρισμός του εναγομένου συνιστά την ένσταση παραγραφής, η οποία, καθόσον αφορά το πρώτο σκέλος της, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ 496/1974, είναι μη νόμιμη, διότι η αξίωση για την αποζημίωση, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 (ήδη άρθρου 33 του Ν. 2971/2001), υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2882/ 2001 οκταετή ή σε κάθε περίπτωση δεκαετή παραγραφή, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση εκτεθέντα.
Ακολούθως, η ένσταση παραγραφής του εναγομένου που επιχειρείται, κατά το δεύτερο σκέλος της, να θεμελιωθεί στις διατάξεις του Ν. 2882/2001 είναι νόμιμη και πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Απαντώντας στον ισχυρισμό αυτό οι ενάγοντες, ισχυρίσθηκαν ότι η ως άνω παραγραφή διεκόπη, διότι, αφενός μεν, τα έτη 2002 και 2003 κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τις υπ’ αριθμ. 12180 και 25819 αιτήσεις τους με αντικείμενο την αναγνώριση δικαιούχων, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 28773/2002 και 28626/2003 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, που δίκασε κατά τις διατάξεις του Ν. 2882/2001, αντίστοιχα, αφετέρου δε, άσκησαν το έτος 1999 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης αίτηση για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί της οποίας εκδόθηκαν, αρχικά η υπ’ αριθμ. 1891/2003 απόφαση που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και εν συνεχεία η υπ’ αριθμ. 1364/2007 απόφαση.
Επομένως, από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1364/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διεκόπη η ως άνω δεκαετής παραγραφή μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεν παρήλθε χρονικό διάστημα ανώτερο των οκτώ ή δέκα ετών. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά ο ισχυρισμός των εναγόντων συνιστά την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στο άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα των εναγόντων (η εναγόμενη δεν εξέτασε μάρτυρα), που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και διαλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, από όλα τα έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ’ αριθμ. 69/1997 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ’ αριθμ. .../15-10-1997 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας "...", κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπέρ της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και ειδικότερα για τη βελτίωση της 11ης επαρχιακής οδού από τη διασταύρωση της εθνικής οδού ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 21.076,35 τ.μ., η οποία αρχίζει από τη διασταύρωση της εθνικής οδού Καβάλας έως τον Λαγκαδά σε απόσταση 11 - 12 χιλιομέτρων από την Θεσσαλονίκη και περιλαμβάνει ακίνητα τα οποία βρίσκονται εκατέρωθεν της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης από την παραπάνω διασταύρωση έως τον Λαγκαδά και βρίσκεται στις κτηματικές περιοχές ..., όπως αυτή απεικονίζεται στο από 29-04-1997 κτηματολογικό διάγραμμα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες που συντάχθηκαν και θεωρήθηκαν νόμιμα.
Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων είναι και τα εμφαινόμενα στον κτηματολογικό πίνακα και διαγράμματα ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγόντων, τα οποία φέρουν τους κάτωθι αριθμούς κτηματολογικών στοιχείων και ειδικότερα: α) το υπ’ αριθμ. ... (κτηματολογικού οδού) - και ... - 3ος κόμβος ακίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγόντων, β) τα υπ’ αριθμ. ...
ακίνητα ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγόντων, γ) το υπ’ αριθμ. ... - κόμβος 3ος ακίνητο συνιδιοκτησίας των τρίτου και τέταρτου των εναγόντων, συγκληρονόμων του αρχικού ιδιοκτήτη Η. Μ., δ) το υπ’ αριθμ. ... - κόμβος 3ος ακίνητο ιδιοκτησίας του πέμπτου των εναγόντων και ε) το υπ’ αριθμ. ... ακίνητο ιδιοκτησίας της έκτης των εναγόντων.
Η πρώτη των εναγόντων με την υπ’ αριθμ. 28626/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκε συνδικαιούχος της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του ως άνω ακινήτου της, κατά ποσοστό 64,29%, όπως αυτή (αποζημίωση) καθορίστηκε οριστικά με την υπ’ αριθμ. 1364/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Οι λοιποί των εναγόντων, με την υπ’ αριθμ. 28773/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση των ως άνω ακινήτων τους, όπως αυτή (αποζημίωση) καθορίστηκε οριστικά με την υπ’ αριθμ. 1364/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω, η επίδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε την 29-09-1999, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίηση ότι η αποζημίωση της απαλλοτρίωσης κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΦΕΚ 718Δ’ /29-09-1999).
Η υπό κρίση αγωγή με αντικείμενο, αφενός μεν, την αναγνώριση ανυπαρξίας ωφέλειας των ακινήτων των εναγόντων - ιδιοκτητών από την ένδικη απαλλοτρίωση, αφετέρου δε, την καταβολή της αντίστοιχης αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά για έκαστο τμήμα των ιδιοκτησιών τους (των εναγόντων) που θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ασκήθηκε την 21-06-2012 (χρόνος επίδοσης της αγωγής).
Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε, στο παραπάνω χρονικό διάστημα μεσολάβησε η έκδοση των υπ’ αριθμ. 28773/2002 και 28626/2003 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η υπ’ αριθμ. 1364/ 2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως των εναγόντων, που άρχισε την 29-09-1999, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίηση ότι η αποζημίωση της απαλλοτρίωσης κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, διακόπηκε με την ενέργεια των ως άνω πράξεων των εναγόντων που απέβλεπαν στην δικαστική αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, που έλαβε χώρα τα έτη 2002 και 2003 και τον κατά το έτος 2007 οριστικό προσδιορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Ως εκ τούτου, εφόσον από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1364/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης (06-07-2007), μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (21-6-2012) δεν έχει παρέλθει οκταετία από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση δεκαετία από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση εκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση παραγραφής του εναγομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής των εναγόντων, ως βάσιμης στην ουσία της.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος εφέσεως, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αφού απέρριψε την ένσταση παραγραφής του εναγομένου, ως αβάσιμη στην ουσία της, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των εναγόντων, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, δεν έσφαλε, αφού, ορθώς ερμήνευσε το νόμο..."..
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως με τους οποίους το εκκαλούν ΝΠΔΔ υποστήριζε τα αντίθετα, συνακόλουθα δε και την έφεση στο σύνολό της. Κρίνοντας έτσι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, και ειδικότερα με το να δεχτεί ότι η ασκηθείσα με την ένδικη από 20-6-2012 αγωγή τους αξίωση των αναιρεσιβλήτων για την είσπραξη της αποζημίωσης, κατά την άσκηση αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 126 του Ν. 4070/2012, ΦΕΚ Α’ 82/10.04.2012 και σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 146 του αυτού νόμου ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος απαλλοτριώσεις) παραγραφή, αν και ασκήθηκε την 21-6-2012 (χρόνος επίδοσης της αγωγής), δηλ.
μετά από την παρέλευση δεκαετίας από την κατά την 29-9-1999 συντέλεση της απαλλοτρίωσης, που θα συμπληρωνόταν την 29-9-2009, επειδή η παραγραφή αυτή, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 261 και 264 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 2 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001) διακόπηκε πριν από τη συμπλήρωσή της, αρχικά κατά τα έτη 2002 (καθόσον αφορά στον πρώτο ενάγοντα) και 2003 (καθόσον αφορά στους λοιπούς ενάγοντες), και στη συνέχεια κατά το έτος 2007, με τις αναφερόμενες σ’ αυτήν μεταγενέστερες της συντέλεσής της διαδικαστικές πράξεις των εναγόντων και του δικαστηρίου (υποβολή αιτήσεων για τη δικαστική αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, και στη συνέχεια για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και την έκδοση των υπ’ αριθμ. 28773/2002 και 28626/2003 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. 1364/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί των αιτήσεων αυτών), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 2882/2001, 261 και 264 ΑΚ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας" με το μοναδικό λόγο της από 20-4-2015 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν με την ίδια πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία θα καθορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3660/2015 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ