Supreme Court allows appeal against labor court verdict regarding Sunday work and rest day compensation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court decision concerning an employee's claim for Sunday work pay and rest day compensation. The appellant argued the lower court failed to consider specific transport logs and driver schedules, while the respondent contended the evidence was sufficient. The court ruled that the lower court did not adequately evaluate the provided transport records and driver logs, necessitating a remand for further examination of these specific facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1a), 559(1), 559(11g), 580(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a labor court decision is subject to appeal if it fails to properly evaluate specific documentary evidence presented by the parties regarding working hours and rest periods, requiring remand for further fact-finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 601 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 601/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φούτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαμπρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1853/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5867/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/3/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 10/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Αν όμως το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να διαλαμβάνει το αναιρετήριο τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, ώστε από την αντιπαραβολή αυτών (παραδοχών και περιεχομένου αγωγής) να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός για την αοριστία ισχυρισμός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή με τις έγγραφες προτάσεις, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 765/2008).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή οδηγού τουριστικού λεωφορείου, με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής απασχόλησης, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχόλησης, χωρίς να είναι απαραίτητος, για την σύμφωνα με τις προαναφερθείσες εφαρμοστέες διατάξεις θεμελίωση των αξιώσεων αυτών, ο προσδιορισμός του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου οδήγησης και ο χρόνος των διαλειμμάτων και διακοπών, αφού η αξιούμενη αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση δεν στηρίζεται σε υπέρβαση του νόμιμου χρόνου ημερήσιας ή εβδομαδιαίας οδήγησης (ΑΠ 1069/2014, 199/2004).
Ακόμη, για τη νομική πληρότητα της αγωγής, που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για εργασία που παρασχέθηκε τα Σάββατα (ως έκτη ημέρα επί πενθημέρου εργασίας) και τις Κυριακές συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ο αριθμός των Σαββάτων και Κυριακών, κατά τις οποίες εργάσθηκε ο μισθωτός, καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι ημέρες και ώρες εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των ημερών που εργάσθηκε Σάββατα και Κυριακές με ακριβείς χρονολογίες (ΑΠ 534/2014, 984/2013,191/2011).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έκρινε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, παρότι αυτή δεν περιείχε τα εξής ουσιώδη στοιχεία: α) το χρόνο της ημερήσιας και εβδομαδιαίας οδήγησης, ποιες από τις επικαλούμενες ώρες απασχόλησης του ενάγοντος αντιστοιχούν σε χρόνο οδήγησης και ποιες όχι, β) το χρόνο των διαλειμμάτων και διακοπών των επικαλούμενων ωρών απασχόλησής του και γ) τις συγκεκριμένες ημερομηνίες κατά τις οποίες εργάσθηκε Σάββατα και Κυριακές και παρά την από μέρους του προβολή του σχετικού περί αοριστίας ισχυρισμού ενώπιον του Εφετείου με τις έγγραφες προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής ως προς τα επίμαχα κονδύλια, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας επί του ορισμένου αυτών και ότι είχε παραδεκτά προταθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, δηλαδή με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις του.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 2. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 4 της Υπουργικής Απόφασης 51266/2955/1975 (ΦΕΚ Β’ 1458) "περί καθορισμού των ωρών εργασίας του προσωπικού τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν)", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, όπως τροποποιήθηκε με την Υπουργική Απόφαση 1907/1987 (ΦΕΚ Β’ 594), η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.
Στις ώρες αυτές περιλαμβάνονται: α) ο χρόνος οδήγησης, ο οποίος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, ούτε τις 48 ώρες εβδομαδιαίως. Η καθ’ υπέρβαση των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας απασχόληση των μισθωτών αυτών, λογίζεται ως υπερεργασία κατά την έννοια του άρθρου 659 του ΑΚ, β) ο χρόνος παραλαβής και παραδόσεως του αυτοκινήτου, γ) ο χρόνος τυχόν επισκευής του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια της διαδρομής και δ) τα διαλείμματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής και οι διακοπές εντός και εκτός έδρας.
Για την πέραν του 8ώρου απασχόληση θα καταβάλλεται το ωρομίσθιο, εξευρισκόμενο δια διαιρέσεως των 6/25 του συμφωνημένου ή νόμιμου μισθού δια του αριθμού 45 (ήδη όμως 40 σύμφωνα με την Υ.Α. 11770/1984) και προσαυξημένο κατά ποσοστό: α) 25% για τις μέχρι 60 ώρες ετησίως, β) 50% για τις πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι 120 και γ) 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως.
Με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (Υ.Α. 11770/1984) ορίστηκε ότι "η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες. Οι αποδοχές των εργαζομένων, παρά τον περιορισμό των ωρών εργασίας, δεν μειώνονται ...".
Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1 της από 7-6-2008 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 52781/2462/15-29/7/2008 (ΦΕΚ Β’ 1489) από 1-4-2008 και ίσχυσε έως 31-3-2009, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 της παρούσας Σ.Σ.Ε. για το έτος 2008 αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985.
Οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται στην παρούσα απόφαση είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως. Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Περαιτέρω, με το ομοίου περιεχομένου άρθρο 4 της ΔΑ 17/2009 ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", που επακολούθησε, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 25.216/2058/6.8/3-9-2009 (ΦΕΚ Β’ 1847), που ίσχυσε από 1-4-2009 έως 31-3-2010, καθώς και της από 25-4-2010 ΣΣΕ ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας’ ‘ (πράξη κατάθεσης 1/28-4-2010), που ίσχυσε από 1-4-2010 έως 31-3-2011, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 παράγραφος 1 αυτών για τα έτη 2009 και 2010, αντίστοιχα, αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985 και ότι οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται σε αυτές είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως απασχόληση.
Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εξάλλου, η απόφαση 35/1985 ΔΔΔΔ Αθηνών ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας’ ‘ (πράξη κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 15870/26-6-1985) στο άρθρο 5 ορίζει ότι ‘ ‘ Καθιερώνεται εβδομάδα πέντε εργασίμων ημερών στους εργαζόμενους που υπάγονται στην απόφαση αυτή.
Οι ημέρες αναπαύσεως είναι συνεχόμενες’ ‘ . Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι απαγορεύεται και είναι παράνομη η εργασία οδήγησης καθ’ εαυτή των οδηγών τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων, που υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως ή τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, καθώς και η εργασία γενικώς, η οποία, μαζί με τα κατά την διαδρομή διαλείμματα και τις διακοπές οδήγησης εντός και εκτός έδρας και τις λοιπές περιστάσεις που καθορίζονται στην ως άνω παράγραφο 1 του άρθρου 1 της Υ.Α. 51266/2955/1975, δηλαδή το χρόνο παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου και το χρόνο τυχόν επισκευής του κατά τη διάρκεια της διαδρομής, υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ η πέραν των ωρών μέχρι 13 ωρών ημερησίως και 72 εβδομαδιαίως απασχόληση, που περιλαμβάνει και τις παραπάνω άλλες, εκτός της οδήγησης, περιστάσεις, είναι επιτρεπόμενη εργασία, για την αμοιβή της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2874/2000 (άρθρο 4 παρ. 2,3, 4 και 5) και του ν. 3385/2005 ( με το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1-10-2005).
Και ναι μεν, κατά το άρθρο 3 στοιχ. α’ του π.δ. 167/2006 (ΦΕΚ Α’ 179) "Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2002/15/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών (...23-3-2002)", η ισχύς του οποίου (π.δ. 167/2006) άρχισε από τις 23-3-2005, δεν περιλαμβάνονται στο χρόνο εργασίας των μετακινούμενων εργαζομένων (οδηγών) τα κατά το άρθρο 5 διαλείμματα, ο κατά το άρθρο 6 χρόνος ανάπαυσης, καθώς και οι κατά το στοιχείο β’ του παρόντος άρθρου 3 "περίοδοι υποχρέωσης διαθεσιμότητας", πλην όμως, κατά το άρθρο 10 (άρθρο 10 της Οδηγίας) του ως άνω π.δ. 167/2006, "Το παρόν διάταγμα δεν εμποδίζει την εφαρμογή ή τη θέσπιση ευνοϊκότερων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών ή την εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων ή άλλων συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ευνοϊκότερων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των μετακινούμενων εργαζομένων.
Η εφαρμογή του παρόντος δεν μπορεί να επιφέρει υποβάθμιση της γενικής προστασίας των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 αυτού". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εφόσον δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν ο προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το δε κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους λόγους αναίρεσης πρώτο έως τρίτο: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 24-11-2008, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) για να εργαστεί, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου (πούλμαν), με μηνιαίες αποδοχές καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες Σ.Σ.Ε.
Ότι με την παραπάνω ειδικότητα ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου έως τις 21-6-2010, οπότε ο τελευταίος κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του. Ότι ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται αποδείξεις εισπράξεως από τον ενάγοντα, που φέρουν την υπογραφή του, πλην όμως σε αυτές δεν παρατίθεται κάθε επί μέρους καταβληθέν ποσό, καθώς και η αιτία καταβολής του.
Ότι από τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα ταχογράφους, σε συνδυασμό προς τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο τεύχη καταστάσεων επιβατών, προκύπτει ότι ο ενάγων εκτελούσε δρομολόγια ως μόνος οδηγός και μόνο κατ’ εξαίρεση με τη συνοδεία δεύτερου οδηγού. Ότι ο τελευταίος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 28-2-2009 εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή, δηλαδή επί 60 ώρες εβδομαδιαίως.
Κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2009 έως 31-8-2009 εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως και τις επτά ημέρες της εβδομάδας, δηλαδή 60 ώρες το πενθήμερο από Δευτέρα έως Παρασκευή και 24 ώρες τα Σαββατοκύριακα. Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 έως 31-12-2009 εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως και τις επτά ημέρες της εβδομάδας, δηλαδή 60 ώρες στο πενθήμερο και 24 ώρες το Σαββατοκύριακο, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 28-2-2010 εργάσθηκε 12 ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή και συνολικά 60 ώρες.
Και ότι το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 έως 14-6-2010 εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως και τις επτά ημέρες της εβδομάδας, δηλαδή 60 ώρες στο πενθήμερο από Δευτέρα έως Παρασκευή και 24 ώρες τα Σαββατοκύριακα. Στη συνέχεια αναφέρει το Εφετείο ότι, ανάλογα με το εκάστοτε καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, ο ενάγων δικαιούται για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα αμοιβή για υπερεργασία και υπερωρίες, ανερχόμενη στο ποσό των 690,40, 7.599,96, 5.361,28, 540,60 και 3.117,14 ευρώ αντίστοιχα.
Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2009 έως 31-8-2009, εργάσθηκε επί 24 Σάββατα και 24 Κυριακές των αντίστοιχων εβδομάδων της χρονικής αυτής περιόδου, για την οκτάωρη απασχόληση των οποίων του οφείλεται απλό ημερομίσθιο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο για τα Σάββατα όσο και για τις Κυριακές, καθώς ο εναγόμενος δεν του χορηγούσε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, με προσαύξηση 75% για την απασχόληση των Κυριακών.
Έτσι, για την εργασία κατά τα 24 Σάββατα ο ενάγων δικαιούται 1.104 ευρώ (1.150 οι καταβαλλόμενες αποδοχές δια 24,46 το ημερομίσθιο επί 24 Σάββατα ίσον 1.104) και 1.932 ευρώ για τις 24 Κυριακές με την προσαύξηση του 75% γι’ αυτές ( 80,50 το ημερομίσθιο με την προσαύξηση επί 24), δηλαδή συνολικά 3.036 ευρώ. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 έως 31-12-2009 ο ενάγων εργάσθηκε επί 16 Σάββατα και 16 Κυριακές των αντίστοιχων εβδομάδων αυτής της χρονικής περιόδου, για την οκτάωρη απασχόληση των οποίων του οφείλεται απλό ημερομίσθιο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο για τα Σάββατα όσο και για τις Κυριακές, καθώς ο εναγόμενος δεν του χορηγούσε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, με προσαύξηση 75% για την απασχόληση των Κυριακών, δηλαδή 1.202 ευρώ οι μηνιαίες καταβαλλόμενες αποδοχές δια 25 ίσον 48,08 ευρώ το ημερομίσθιο επί 16 Σάββατα ίσον 769, 28 ευρώ για την εργασία κατά τα 16 Σάββατα και 1.346,24 ευρώ για την αμοιβή των 16 Κυριακών ( 84,14 το ημερομίσθιο με την προσαύξηση επί 16) και συνολικά 2.115,52 ευρώ.
Ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 έως 14-6-2010, εργάσθηκε επί 14 Σάββατα και 14 Κυριακές των αντίστοιχων εβδομάδων της χρονικής αυτής περιόδου, για την οκτάωρη απασχόληση των οποίων του οφείλεται απλό ημερομίσθιο, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο για τα Σάββατα όσο και για τις Κυριακές, καθώς ο εναγόμενος δεν του χορηγούσε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, με προσαύξηση 75% για την απασχόληση των Κυριακών, δηλαδή 1.202 ευρώ οι μηνιαίες καταβαλλόμενες αποδοχές δια 25 ίσον 48,08 ευρώ το ημερομίσθιο επί 14 Σάββατα ίσον 673,12 ευρώ για αμοιβή της εργασίας κατά τα Σάββατα και 1.177,96 ευρώ για αμοιβή εργασίας των 14 Κυριακών (84,14 το ημερομίσθιο με την προσαύξηση επί 14) και συνολικά 1.851,08 ευρώ.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως κατ’ ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς την αξίωση αυτού για αμοιβή από υπερωρίες, υπερεργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του παραπάνω χρονικού διαστήματος, και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για τα ποσά των 18.724,43 και 7.002,06 ευρώ αντίστοιχα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες από 7-6-2008 και 25-4-2010 ΣΣΕ και τις ΔΑ 17/2009 και 35/1984 ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας’ ‘ , οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, καθόσον δεν εφάρμοσε αυτές, όσον αφορά τη δυνατότητα που χορηγούν στον εναγόμενο εργοδότη να δίνει αθροιστικά (συνεχόμενα) το σύνολο των ημερών της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) που στερήθηκε ο ενάγων οδηγός τουριστικού λεωφορείου λόγω της εργασίας του κατά τις προαναφερόμενες Κυριακές και λόγω της πολυήμερης απουσίας του σε ταξίδια στο εξωτερικό, κρίνοντας ότι ο εναγόμενος δεν χορηγούσε στον ενάγοντα αναπληρωματική ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, η οποία άρχιζε την Κυριακή, χωρίς καθόλου να ερευνήσει αν εδικαιούτο κατ’ αρχήν ο ενάγων τη χορήγηση τέτοιας ημέρας ανάπαυσης (πχ αν εργάστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των επίδικων εβδομάδων ή όχι), ποιες ήταν οι ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του ενάγοντος, στις περιπτώσεις που για μακρά χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα της εβδομάδας βρισκόταν και διανυκτέρευε στο εξωτερικό και αν χορηγήθηκαν σ’ αυτόν σε μία από τις υπόλοιπες εβδομάδες που βρισκόταν στην Ελλάδα συνεχόμενα οι αναπληρωματικές ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης που εδικαιούτο λόγω της παράνομης εργασίας του τις Κυριακές, που δέχεται ότι εργάσθηκε, μετά την επιστροφή του από πολυήμερα ταξίδια στο εξωτερικό.
Οι ανωτέρω ελλείψεις καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοστέων ΣΣΕ και ΔΑ. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, στερείται νόμιμης βάσης η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτή ο χρόνος έναρξης και λήξης του ωραρίου εργασίας του ενάγοντος, ο ακριβής αριθμός των υπερωριών και οι συγκεκριμένες ημέρες εργασίας του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, είναι απορριπτέες.
Ειδικότερα, η αιτίαση που αφορά τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο αφενός μεν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό και αφετέρου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα που παραβιάστηκαν από το Εφετείο ως προς το ίδιο κεφάλαιο.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν σε ζητήματα που δεν είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, αφού δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 39/2011, 573/2011) και γι’ αυτό δεν ιδρύουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, είναι βάσιμοι.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 335, 338, 339, 340, 341, 346 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Ολ ΑΠ 2/2008, 14/2005, 42/2002).
Τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ1320/2011).
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι συνάγεται εξώδικη ομολογία από τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 156/2014, 1322/2014, 815/2009). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε παραδεκτά πρωτόδικα, αλλά και κατ’ έφεση, ο αναιρεσείων προς απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού του ότι εξοφλήθηκαν οι αξιώσεις που εγείρει ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, ότι αυτός δεν εργαζόταν πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και ποια Σάββατα και Κυριακές εργάσθηκε και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη:
α) τα αντίγραφα από την ηλεκτρονικά τηρούμενη καρτέλα αποδοχών - κρατήσεων του τελευταίου, οι οποίες φέρουν την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου, στις οποίες εμφαίνονται αναλυτικά τα ποσά που ελάμβανε αυτός κάθε μήνα ως τακτικές αποδοχές, δηλαδή για μηνιαίο μισθό, δώρα εορτών και αποδοχές και επίδομα αδείας, από τα οποία (έγγραφα) συνάγεται εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί εξόφλησής του, β) το αντίγραφο από τα δελτία κίνησης του τουριστικού λεωφορείου υπ’ αριθμ. ..., που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 29-11-2008 μέχρι 18-12-2010, τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στο αναιρετήριο, από τα οποία προκύπτει ότι εργάσθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης συνολικά 44 Σάββατα και 45 Κυριακές, ότι έπρεπε να λάβει 89 ημέρες αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) και έλαβε περισσότερες ημέρες αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης από όσες εδικαιούτο και γ) οι ταχογράφοι και τα βιβλιάρια φύλλων πορείας του υπ’ αριθμ. ...
λεωφορείου, καθώς και τεύχη καταστάσεων επιβατών, από τα οποία προκύπτουν οι ημερομηνίες πραγματοποίησης των δρομολογίων που εκτέλεσε ο ενάγων, η χιλιομετρική απόσταση κάθε δρομολογίου, η ώρα εκκίνησης και λήξης κάθε διαδρομής και σε ποια ταξίδια εξωτερικού υπήρχε ή όχι δεύτερος οδηγός στο λεωφορείο, από τα οποία προέκυπτε η μη πραγματοποίηση υπερωριών από μέρους του ενάγοντος.
Κατ’ αρχήν, όσον αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της ως άνω εξώδικης ομολογίας του ενάγοντος, την οποία ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι επικαλέσθηκε στο Εφετείο, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη και δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αυτή ανάγεται σε εκτίμηση αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο προς συναγωγή της σχετικής κρίσης του έλαβε υπόψη του όλα τα έγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με την ειδική επισήμανση ότι έλαβε υπόψη τους ταχογράφους και τα τεύχη καταστάσεων επιβατών (βλ. σελίδες 14,17 και 18 της προσβαλλόμενης απόφασης), προκύπτει ότι το Εφετείο για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τους ταχογράφους του λεωφορείου που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος και τις καταστάσεις επιβατών αυτού, έγγραφα τα οποία παραδεκτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων.
Κατά τα λοιπά, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτίμησε, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο αυτής, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την αναλυτική, ηλεκτρονικά τηρούμενη, κατάσταση κίνησης του λεωφορείου και απασχόλησης αυτού κατά το ίδιο διάστημα και τα βιβλιάρια φύλλων πορείας, από τα οποία ειδικότερα προκύπτει ποιες και πόσες ημέρες οδηγούσε ο ενάγων, τις πόλεις του εξωτερικού ή εσωτερικού στις οποίες βρισκόταν συγκεκριμένες ημερομηνίες και ποιες ημέρες είχε ρεπό, καθώς και αν υπήρχε ή όχι δεύτερος οδηγός στο λεωφορείο.
Ειδικότερα, στο πρώτο από τα παραπάνω έγγραφα αναγράφεται, ενδεικτικά, ότι ο ενάγων είχε αργία-ρεπό κατά τις ημερομηνίες 2-3-2009 έως 7-3-2009, 12-4-2009 έως 16-4-2009, 6-5-2009 έως 12-5-2009, 6-6-2009 έως 13-6-2009, 7-7-2009 έως 11-7-2009, 22-8-2009 έως 29-8-2009,3-1-2010 έως 28-1-2010, 29-1-2010 έως 26-2-2010, 1-4-2010 έως 24-4-2010 και 17-5-2010 έως 22-5-2010, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι δεν χορήγησε ο εναγόμενος στον ενάγοντα για την εργασία του κατά τις Κυριακές που εργάσθηκε, κατά το κρίσιμο διάστημα, καμία αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.
Στο δεύτερο έγγραφο (βιβλιάριο φύλλων πορείας του λεωφορείου που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος) αναφέρονται αναλυτικά οι ημερομηνίες κατά τις οποίες ο ενάγων βρισκόταν σε πολυήμερα ταξίδια στο εξωτερικό κυρίως και οι συγκεκριμένοι προορισμοί, καθώς και σε ποια ταξίδια υπήρχε ή όχι δεύτερος οδηγός. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 11γ’ ΚΠολΔ, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του ενάγοντος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ταχογράφους και τις καταστάσεις επιβατών είναι αβάσιμος και ως προς την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα βιβλία κίνησης του λεωφορείου και τα βιβλιάρια φύλλων πορείας αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Συνεπώς, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια της αξίωσης για αμοιβή λόγω εργασίας που παρασχέθηκε Σάββατα και Κυριακές και για μη χορήγηση αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και για αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση του επίμαχου χρονικού διαστήματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5867/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τα παραπάνω κεφάλαια, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ