Supreme Court dismisses appeal as res judicata applies due to unchanged legal regime in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the appellate court erred by applying outdated salary regulations instead of newer collective agreements, claiming a violation of procedural rights. The court rejected this, ruling that the final judgment on the employment relationship created res judicata because the legal framework governing the contract had not changed since the original trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 8 of the Code of Civil Procedure: Res judicata on the legal relationship of continuous employment prevails if the legal regime remains unchanged, barring appeals based on subsequent legislative modifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 601 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 601/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 621/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8307/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 18-3-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη.
Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κ.λπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.
Με τον όρο 32 αυτής ορίσθηκε ότι οι ηλεκτροτεχνίτες λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την AYE 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την AYE 17.853/ 1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3 και 10/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την από 16-12-1999 αγωγή του εξέθετε ότι προσελήφθη από το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών (Ν.Π.Δ.Δ.) και εργάζεται στις εγκαταστάσεις του, από την 7-9-1983 ως ηλεκτρολόγος, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ότι με τις 8671/1991, 6282/1997 και 3058/2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκαν επί προηγουμένων αγωγών του για την επιδίκαση σ' αυτόν μισθολογικών διαφορών του από 1-1-1987 έως 30-4-1997 χρονικού διαστήματος, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας του (αναιρεσείοντος) διέπεται από την Δ.Α. 42/1981 και τις προϊσχύουσες της Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις και έτσι επιδικάστηκαν ή αναγνωρίστηκε ότι οφείλονται σ' αυτόν μισθολογικές διαφορές για το χρονικό αυτό διάστημα, με βάση την άνω Δ.Α. και τις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Ακολούθως ο αναιρεσείων ζήτησε, με την ένδικη από 16-12-1999 αγωγή, διαφορές των αποδοχών του για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 31-1-1999 με βάση τις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό από 2-4-1996 και 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, οι οποίες προέκυπταν, λόγω μη υπολογισμού του βασικού του μισθού βάσει του εκάστοτε κατωτάτου ορίου ημερομισθίου των Ε.ΓΣ.Σ.Σ.Ε.
και του οκταώρου της εργασίας και μη χορήγησης των επιδομάτων τριετιών, της αμοιβής των δυο (2) ωρών ημερησίως του ν. 201/ 1975, και λόγω μη υπολογισμού των επιδομάτων ειδικών συνθηκών και ανθυγιεινής εργασίας επί του συνόλου των αποδοχών του, αλλά μόνο επί του βασικού του μισθού, και συνακόλουθα μη εφαρμογής του άρθρου 9 της από 10-10-1989 Ε.Σ.Σ.Ε.
καθώς και μισθολογικές διαφορές από την τακτικώς παρεχόμενη εργασία του τις Κυριακές και αργίες, όπως και από την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία του. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, για τις ως άνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 15.723.524 δρχ. Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 621/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία, μετά από την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου - αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του και στη συνέχεια απέρριψε, ως μη νόμιμη την αγωγή, για τις αξιούμενες με αυτήν απαιτήσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 και εφεξής.
Ειδικότερα, με την απόφασή του αυτή έκρινε το Εφετείο ότι το δεδικασμένο των παραπάνω 8671/1991, 6282/1997 και 3058/2000 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών καταλαμβάνει μόνο τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από 1-6-1997 έως 31-12-1997, αλλά όχι και τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 30-11-1999, διότι κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος με την από 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
Πράγματι, οι προεκδοθείσες ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις δεν αποτελούν δεδικασμένο για τις αξιώσεις του επίδικου διαστήματος από 1-1-1998 έως 30-11-1999, αφού από 1-1-1998 ίσχυσε η από 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., την οποία επικαλείται και ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση των αξιώσεων αυτών και με την οποία μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές του κατά τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έκριναν οι παραπάνω αποφάσεις.
Το Εφετείο, συνεπώς, δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις αποφάσεις αυτές για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 30-11-1999 και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ 1ος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αναιρεσείων, ότι η από 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. δεν κατήργησε τις διατάξεις των ΔΑ 42/1981 και 74/ 1982 και είχε ως σκοπό την αύξηση και όχι τη μείωση των αποδοχών του, αποτελούν επιχειρήματα που δεν ευσταθούν, γιατί στηρίζονται σε λανθασμένη προϋπόθεση. Διότι με την ανωτέρω Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
μεταβλήθηκε, όπως αναφέρθηκε, το νομοθετικό καθεστώς υπό το οποίο ίσχυε το δεδικασμένο των προεκδοθεισών αποφάσεων και έπαψε έτσι να υπάρχει η εξ αυτού δέσμευση για την εφαρμογή μη ισχυουσών από μακρού διατάξεων, ενώ δεν μειώθηκαν οι προβλεπόμενες από τις ισχύουσες, πράγματι, διατάξεις αποδοχές του.
Ούτε άλλωστε, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, του όρου 32 της υπ' αρ. 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, των όρων της υπ' αρ. 1/1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, των άρθρων 680 του ΑΚ, του όρου 9 της από 22-12-1988 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αλλά ούτε και αυτές του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ή τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων, ως εργαζόμενος με την ιδιότητα του ηλεκτρολόγου στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο και αποτελώντας μέλος του σωματείου της ΠΟΕΔΗΝ κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, θα έπρεπε να αμείβεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, σύμφωνα με τις οποίες δεν δικαιούται τις αιτούμενες διαφορές.
Κατά συνέπεια, οι, περί του αντιθέτου, περιεχόμενες επί μέρους αιτιάσεις, στον 1ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που πρότεινε νόμιμα ο αναιρεσείων για το δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από τις πιο πάνω αναφερθείσες αποφάσεις των ουσιαστικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη, όπως εκτέθηκε ήδη, το σχετικό ισχυρισμό του και τον απέρριψε.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια (από τον αρ. 8 του άρθρου ΚΠολΔ), διότι το Εφετείο αφενός έλαβε υπόψη την μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981, με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΕΓΣΣΕ, χωρίς να προταθεί τούτο.
Ο λόγος αυτός, εκτός του ότι είναι αβάσιμος, αφού το αναιρεσίβλητο πρότεινε την επελθούσα νομική μεταβολή, αλλά και ο ενάγων - αναιρεσείων επικαλέσθηκε με την αγωγή του την τελευταία, ως άνω ΕΓΣΣΕ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους.
Τέλος, ο ίδιος, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το άλλο μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με βάση το προηγούμενο της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και των οικείων ως άνω από 10-3-1989, 21-2-1990, 3-4-1991, 9- 6-1993 και 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 1/1999). 2.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι με την 24/29-6-1993 απόφαση του Δ.Σ.
του αναιρεσίβλητου αποκλείσθηκε η εφαρμογή της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος και συνέχισε όσον αφορά τις αποδοχές του, να τις καταβάλλει, υπολογίζοντας αυτές, με βάση τις προγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις, για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζει διαφορετική βάση της αγωγής, που δεν προκύπτει ότι περιέχεται στο δικόγραφο αυτής.
Επομένως, το Εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη δεν έσφαλε και ο πιο πάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον ηττώμενο αναιρεσείοντα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 18-11-2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8307/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ