Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, ruling appeal filed within time limit but arguments baseless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal in a lease dispute. The appellants argued the lower court erred in classifying the tenancy as mandatory, but the court found this claim inadmissible as it was raised for the first time in the appeal. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal must be filed within the statutory period and must raise admissible substantive grounds; arguments raised for the first time in the appeal or lacking factual basis are rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 600 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 600/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... (περιοχή Αλφουτζέϊρα), 3) Ι. Π. του Γ. και 4) Μ. - Κ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στεφανάκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην "... ΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 779/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3219/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 15.1.2020 (αρ. εκθ. κατ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3219/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591 επ., 614 αρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), ασκήθηκε - κατατέθηκε νομότυπα στις 15.1.2020 και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, από την δημοσίευση της προσβαλλομένης στις 27.6.2018, Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 16.2.2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...
Α.Ε" (πρώην ... Α.Ε.), εξέθεταν ότι, δυνάμει συμβάσεως μεταξύ αυτών (και αρχικά των δικαιοπαρόχων τους στη θέση των οποίων νόμιμα υπεισήλθαν) ως εκμισθωτών και της εναγομένης - αναιρεσίβλητης τράπεζας ως μισθώτριας, εκμίσθωσαν σε αυτήν, για ορισμένο χρονικό διάστημα, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 11.250.000 δραχμών, το ανήκον σε αυτούς ποσοστό συγκυριότητας από 56/192 επί του διατηρητέου πολυωρόφου κτιρίου - μεγάρου με στοά (...), που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., η διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε να λήξει στις 30.4.2011.
Ότι, με όρο της μισθωτικής σύμβασης είχε συμφωνηθεί, ότι σε περίπτωση παρατάσεως της μισθώσεως, το ποσό του μηνιαίου μισθώματος θα αυξάνεται ετησίως κατά το επί πλέον ποσοστό από 20% επί του μηνιαίου μισθώματος του τελευταίου μισθωτικού μηνός. Ότι η εναγομένη μισθώτρια και συγκυρία του λοιπού ιδανικού ποσοστού από 136/192 επί του ιδίου (κοινού) ακινήτου, με την από 27.4.2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, δήλωσε σε αυτούς ότι δεν συμφωνεί στην παράταση της μισθώσεως ούτε στην εφαρμογή του ως άνω όρου και ότι εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου.
Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει την προκύπτουσα, βάσει του ως άνω όρου, διαφορά μεταξύ καταβληθέντος και οφειλομένου ανταλλάγματος από 2.990.943,36 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.5.2011 έως 30.4.2014 κατά τις εκεί αναφερόμενες χρονικές διακρίσεις, με τους νόμιμους τόκους από την ημέρα που ήταν καταβλητέο το κάθε επί μέρους μίσθωμα.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 779/2016 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Κατ' αυτής της απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 11.7.2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη υπ' αριθμόν 3219/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν.
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. θ' του π.δ. 34/1995 δεν υπάγονται στον νόμο για τις εμπορικές μισθώσεις οι μισθώσεις ακινήτων που έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα και οι οποίες συνάπτονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990.
Συνεπώς, οι μισθώσεις αυτές ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα τους, έστω κι αν αφορούν άσκηση προστατευόμενου, κατά το άρθρο 2 του ιδίου π.δ/τος, επαγγέλματος, είναι μισθώσεις του κοινού αστικού δικαίου και διέπονται καθ' ολοκληρίαν και ιδία ως προς τη διάρκειά τους και το ύψος του μισθώματος από τις διατάξεις των άρθρων 574 και επ.
του Α.Κ. και τις σχετικές συμφωνίες των μερών (ΑΠ 1224/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 608 του ΑΚ, η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει αυτοδικαίως με την πάροδο του χρόνου διάρκειας της, χωρίς να απαιτείται καταγγελία αυτής από τον εκμισθωτή ή, ακόμη, οποιαδήποτε άλλη όχληση του μισθωτή και ο μισθωτής υποχρεούται σε απόδοση του μισθίου, χωρίς οποιαδήποτε άλλη όχληση.
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ., ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο ο μισθωτής, ανεξάρτητα από τυχόν πταίσμα του τελευταίου, γιατί η ευθύνη είναι αντικειμενική.
Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ιδιόμορφη αντικειμενική ευθύνη του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση στον εκμισθωτή για την παραβίαση της προβλεπόμενης από τη ρύθμιση του άρθρου 599 παρ. 1 Α.Κ. υποχρέωσης αυτού να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, κατά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου (ΑΠ 646/2020, ΑΠ 329/2019).
Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 599, 601, 297, 298 Α.Κ., ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 574 Α.Κ. (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 852/2018, ΑΠ 7/2010).
Η θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ αξίωση του εκμισθωτή προς αποζημίωση, η οποία γεννιέται από την επόμενη ημέρα της λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα της απόδοσης της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της σύμβασης μίσθωσης (ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1815/2007). Επίσης, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 601 Α.Κ.
προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, όπως προαναφέρθηκε, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 640/2020, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 1331/2013, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/2012).
Εάν δε ο μισθωτής, μετά τη λήξη της μίσθωσης, παρακρατεί το μίσθιο, μη αποδίδοντας αυτό στον εκμισθωτή, δεν επέρχεται παράταση του ορισμένου χρόνου, χωρίς ρητή ή σιωπηρή προς τούτο συμφωνία των μερών (άρθρο 611 του ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει, λόγω αποζημίωσης, το συμφωνημένο μίσθωμα (άρθρο 601 του ΑΚ), ο δε εκμισθωτής δικαιούται να ζητήσει την απόδοση του μισθίου, χωρίς την τήρηση κάποιας προδικασίας.
Εξάλλου, ως συμφωνημένο μίσθωμα για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης νοείται αυτό, το οποίο οφειλόταν κατά το χρόνο στοιχειοθέτησης της αξίωσης, δηλαδή κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης και όχι εκείνο που, κατά τη διάρκεια της παρακράτησης του μισθίου, θα προέκυπτε από τη συμφωνημένη αναπροσαρμογή του (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 1473/2003, ΑΠ 1248/2001).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005), δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που ανέλεγκτα δέχθηκε το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π. 8/2006, ΑΠ 125/2023, ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 1182/2020). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Ειδικότερα, σε περίπτωση που, από τη διατύπωση συμβατικού όρου, διαπιστώνεται ασάφεια ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων τους, επιβάλλεται προσφυγή στους κανόνες της καλής πίστης και των συν/κών ηθών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1281/2013, ΑΠ 111/2004).
Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να εκληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα, κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 766/2019, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 374/2013, ΑΠ 142/2003, ΑΠ 80/2004).
Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, ή παρέλειψε να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, που ήταν κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 124/2023).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων και το αληθές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, καθώς και το διαφορετικό από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, που έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1128/2011).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: ".....Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή ρητά προβλέπεται στον υπ' αριθμ. 3.4 όρο της ένδικης σύμβασης (μισθώσεως), ότι η αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος ετησίως κατά ποσοστό 20% έναντι του μηνιαίου μισθώματος του τελευταίου μισθωτικού μήνα της συμφωνημένης διάρκειας της μισθώσεως θα λαμβάνει χώρα σε περίπτωση παράτασης της μίσθωσης "δυνάμει του νόμου αναγκαστικώς οπωσδήποτε και αν ήθελε χαρακτηρισθεί νομικά η σχετική παράταση και δη ως συμβατική ή μη".
Όσον αφορά στην συμβατική παράταση της μισθώσεως, η ενάγουσα εκθέτει, (....) ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) γνωστοποίησε εγγράφως με την από 27.4.2011 εξώδικη δήλωσή της προς τους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) ότι δεν συναινεί στην παράταση και στην εφαρμογή του ως άνω 3.4 όρου της εν λόγω σύμβασης, ούτε στην ανανέωση της μίσθωσης, ενώ μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης, δεν απέδωσε το μίσθιο ακίνητο στους ενάγοντες κατά τα ιδανικά τους μερίδια, αλλά συνέχισε να κάνει χρήση ολοκλήρου του μισθίου ακινήτου, επικαλούμενη την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας και πλειοφηφούσας κοινωνού και όχι ενεργώντας ως μισθώτρια.
Αλλά ούτε και όσον αφορά στην αναγκαστική "δυνάμει τον νόμου" παράταση, αυτή δεν ήταν δυνατή στην προκειμένη περίπτωση, διότι, .....η ένδικη μίσθωση καίτοι συνομολογήθηκε για επαγγελματική χρήση, δεν υπάγεται στις προστατευτικές ρυθμίσεις του πδ/τος 34/95, διότι το εν λόγω μίσθιο χαρακτηρίσθηκε διατηρητέο, δυνάμει του από 13.9.1983 πδ/τος και της υπ' αριθμ.
ΤΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/3402/53066 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού, αλλά έληξε με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, ήτοι στις 30.4.2011 και πλέον διέπονταν από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ.
Συνεπώς οι ενάγοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν την ένδικη αγωγή στον ανωτέρω όρο της σύμβασης, θεωρώντας ότι αυτός καλύπτει κάθε νοητή περίπτωση παραμονής της εναγομένης στο μίσθιο στα ποσοστά τους, αφού η αναγκαστική εκ του νόμου παράταση δεν ήταν δυνατή. Ο ισχυρισμός, επομένως, των εκκαλούντων, με σχετικό λόγο έφεσης, ότι επιβάλλεται η προσφυγή στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, προκειμένου να διαπιστωθεί η αληθής έννοια των δηλώσεων των μερών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν κρίνεται βάσιμος, αφού δεν διαπιστώνεται καμία ασάφεια ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, που οι ίδιοι οι εκκαλούντες - ενάγοντες επικαλούνται στην αγωγή τους, στην οποία ρητώς αναφέρονται στο σαφές νόημα της παράτασης της μίσθωσης .......στον επίμαχο όρο (υπ' αριθμ 3.4) της σύμβασης μίσθωσης γίνεται λόγος για παράταση της δυνάμει του νόμου αναγκαστικώς .......".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ μεταβολή της βάσης της αγωγής είναι απαράδεκτη. Ανεπίτρεπτη δε μεταβολής της βάσης της αγωγής επέρχεται, όταν στις προτάσεις που κατατίθενται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση....
Περαιτέρω, οι εκκαλούντες-ενάγοντες για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους επικαλούνται παράταση συμβάσεως, "αναγκαστικής", επιβαλλόμενης από την εναγομένη και παράνομη παρακράτηση του μισθίου, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 601 ΑΚ, ήτοι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μίσθωσης, που έληξε με νόμιμο τρόπο, ενώ με την αγωγή τους ισχυρίζονται την κατάρτιση με τον όρο 3.4 και την ύπαρξη εντεύθεν αμφοτεροσοβαρούς σύμβασης.
Πλην όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός απαραδέκτως προτείνεται, διότι σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, απαγορεύεται κάθε μεταγενέστερη με τις προτάσεις της πρωτόδικης συζητήσεως ή με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών....". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση των εναγόντων - αναιρεσειόντων.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σχετικά με τον ως άνω όρο με αριθμό 3.4 της μισθωτικής σύμβασης, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ. Ειδικότερα, από την σαφή και χωρίς κενά διατύπωση του εν λόγω όρου, συνάγεται ανενδοιάστως ότι αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος ετησίως, κατά ποσοστό 20% έναντι του μηνιαίου μισθώματος του τελευταίου μισθωτικού μήνα της συμφωνημένης διάρκειας της μισθώσεως, ρητά συμφωνήθηκε να λάβει χώρα μόνο σε περίπτωση αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης, ήτοι βάσει νομοθετικής πρόβλεψης ή συμβατικής, η οπαία εν προκειμένω δεν επετεύχθη.
Ως εκ τούτου, η παραμονή της αναιρεσίβλητης στο κοινό ακίνητο και η χρήση αυτού, για το μετά τη λήξη, λόγω παρέλευσης του συμβατικού χρόνου (30-4-2011), της μισθωτικής σύμβασης χρονικό διάστημα, δεν συνιστά ούτε αναγκαστική, ούτε συμβατική παράταση της μίσθωσης, και συνεπώς, οι αναιρεσείοντες έχουν μόνο το δικαίωμα να απαιτήσουν από την αναιρεσίβλητη, η οποία ποιεί αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, αποζημίωση χρήσης, για τον υπολογισμό της οποίας, λαμβάνεται υπόψη το ύψος του μισθώματος, το οποίο οφειλόταν κατά το χρόνο στοιχειοθέτησης της αξίωσης, δηλαδή κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης και όχι εκείνο που, κατά τη διάρκεια της παρακράτησης του μισθίου, θα προέκυπτε από τη συμφωνημένη αναπροσαρμογή του, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην άνω νομική σκέψη.
Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται μισθωτική σχέση σε ισχύ, δεν νοείται υποχρέωση καταβολής αναπροσαρμοσμένου μισθώματος ως αντάλλαγμα για τη χρήση του ακινήτου, για όσο χρόνο διαρκεί η παρακράτηση αυτού. Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη, κρίνοντας ότι δεν πρόκειται για παράταση της συμβατικής μίσθωσης αναγκαστική, ως επιβαλλομένη από την αναιρεσίβλητη, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 361 Α.Κ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού τούτο θα ίσχυε κατ' άρθρο 361 Α.Κ.
μόνο στην περίπτωση της καθ' οιονδήποτε τρόπο της μίσθωσης. Εξάλλου, ο ισχυρισμός, ότι πρόκειται για αναγκαστική - επιβαλλόμενη από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια παράταση, δεν αποτελεί περιεχόμενο της αγωγής, αλλά απαραδέκτως προτάθηκε αυτός το πρώτον με τις προτάσεις, όπως προκύπτει από την διαβεβαίωση της πληττόμενης απόφασης και δεν αμφισβητείται.
Οι περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις περί του αν ορθώς ή μη προσέφυγε το Εφετείο στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. προβάλλονται αλυσιτελώς κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτών, λόγω της σαφούς διατύπωσης του επίμαχου όρου της μισθωτικής σύμβασης, ως προελέχθη .
Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο "ανέγνωσε" επιλεκτικά την έγγραφη συμφωνία των διαδίκων στην οποία περιλαμβάνεται "γενική ρήτρα καταβολής του υπό συζήτηση ποσού... και καθ' όλο και το χρονικό διάστημα της αναγκαστικής παραμονής της μισθώτριας στο μίσθιο..." κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η εν λόγω περικοπή, που συνέχεται απολύτως νοηματικά με το διαγνωσθέν ζήτημα της αναγκαστικής ή μη παραμονής της αναιρεσίβλητης στο κοινό ακίνητο, ορθώς αναγνώστηκε από την προσβαλλομένη, κατά τα προαναφερθέντα, αφού προϋπόθεση αυτής της καταβολής συνιστά η αναγκαστική παραμονή στο μίσθιο.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.1.2020 αίτηση για αναίρεση της 3219/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ