Supreme Court dismisses appeal on lease termination for serious cause, rejecting arguments on evidence assessment and legal interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a lease termination claim for a serious reason. The appellants argued that the appellate court erred in applying the legal concept of 'serious reason' and improperly assessed evidence regarding the tenants' conduct after termination. The court ruled that the lower court correctly applied the law and that the appeal's arguments were inadmissible due to vagueness and because they concerned the court's evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal where the appellant fails to specify the violated substantive law provisions or challenges the court's evaluation of evidence and proof assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 600 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 600/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Α. Β. του Λ., κατοίκου ... Αττικής, 3) Σ. Γ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και Γεώργιο Κοπακάκη, που ανακάλεσαν τις από … δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαμπινιώτη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13146/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-07-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 285/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 13146/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθούν κάτοχοι των μισθίων οριζοντίων ιδιοκτησιών και να διαταχθεί η αποβολή του εναγομένου από αυτές.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 825/2020, ΑΠ 31/2019, ΑΠ 115/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 του Α.Κ., συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η μίσθωση πράγματος, για σπουδαίο λόγο. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσης έως τον χρόνο της λήξης της.
Μη ανεκτή είναι η συνέχισή της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε και για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει σε περίπτωση που επήλθε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής.
Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, δεν αποκλείεται όμως να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Περαιτέρω, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλαδή κατ' αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία.
Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 200, 281 και 288 του Α.Κ., ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά που οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ειδικά, για την πρόωρη καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης ακινήτου, για την οποία ο νόμος έχει θεσπίσει και ειδικούς προς τούτο λόγους για αμφότερους τους συμβαλλομένους, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά.
Για τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του σπουδαίου λόγου μπορεί να γίνει και στάθμιση του συμφέροντος του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλομένου για διατήρηση της σύμβασης μέχρι την κανονική λύση της. Εξάλλου, ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια και, συνεπώς, η κρίση για την ορθή υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1030/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ` ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: ..."Με τα από ... τρία ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως κατοικίας οι Ν. Χ., Κ. Β., Α. Β. και Δ. Β. εκμίσθωσαν από κοινού, στους Δ. Μ., Γ. Σ.
και τον εναγόμενο, τα παρακάτω τρία ακίνητα: α) μία αυτοτελή ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ... αρ. …και ... στην ..., επιφάνειας 89 τ.μ., β) μία αυτοτελή ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου της ίδιας ως άνω οικοδομής, επιφάνειας 162 τ.μ. και γ) μία αυτοτελή ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου της ίδιας ως άνω οικοδομής, επιφάνειας 175 τ.μ., για να χρησιμοποιηθούν ως κατοικία των μισθωτών.
Η διάρκεια των ανωτέρω μισθώσεων ορίστηκε δεκαετής, αρχόμενη στις 1-7-2016 και λήγουσα στις 30- 6-2026, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 500 ευρώ για το ισόγειο, στο ποσό των 700 ευρώ για τον πρώτο όροφο και στο ποσό των 800 ευρώ για το δεύτερο όροφο. Τα μίσθια, σύμφωνα με τα ως άνω μισθωτήρια δεν ήταν κατάλληλα για τη συμφωνηθείσα χρήση και για το λόγο αυτό επιτράπηκε στους μισθωτές να προβούν με δικές τους δαπάνες σε εργασίες, τροποποιήσεις και βελτιώσεις αυτών, προκειμένου να καταστούν κατάλληλα για τη χρήση, για την οποία οι συμμισθωτές τα προόριζαν και η οποία ήταν η εκμίσθωση τους με το σύστημα των βραχυχρόνιων μισθώσεων, σύμφωνα με επιτρεπόμενη κατά τα προαναφερθέντα μισθωτήρια αλλαγή της χρήσης τους.
Τα μίσθια παραδόθηκαν και στους τρεις συμμισθωτές στις αρχές Μαΐου του 2016, οι οποίοι έτσι απέκτησαν νόμιμα την κατοχή αυτών και άρχισε άμεσα η επισκευή τους. Πλην όμως, λόγω οικονομικών διαφορών μεταξύ τους, προκλήθηκε στις … σοβαρό επεισόδιο μεταξύ των συμμισθωτών Μ. και του εναγόμενου, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του πρώτου, για τον οποίο ο δεύτερος παραπέμφθηκε ενώπιον του ΜΟΔ Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 1433/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και συγκεκριμένα για να δικαστεί για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη.
Κατόπιν αυτού στις … η πλειοψηφία των εκμισθωτών, επέδωσαν στον εναγόμενο την από … εξώδικη δήλωση - καταγγελία μίσθωσης (βλ. την υπ' αριθ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Μ.), στην οποία ανέφεραν ότι στις … έλαβαν από τους συμμισθωτές Μ. και Σ. καταγγελία της μίσθωσης, λόγω λήξεως της συνεργατικής τους σχέσης με τον εναγόμενο, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας τρίτα πρόσωπα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Μ., ότι αποδέχθηκαν την καταγγελία αυτή και παρέλαβαν το μίσθιο και ότι λόγω του σοβαρού λόγου της ως άνω καταγγελίας, καταγγέλλουν και αυτοί με τη σειρά τους τη μεταξύ αυτών και του εναγόμενου μίσθωση, αναφορικά με τον πρώτο όροφο του μισθίου, καλώντας αυτόν να παραδώσει τα κλειδιά που πιθανόν κατέχει.
Με την από … δεύτερη εξώδικη δήλωση - καταγγελία τους, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις … (βλ. την υπ' αριθμ. …έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Μ.) οι εκμισθωτές διευκρίνισαν ότι για τους ίδιους λόγους καταγγέλλουν το σύνολο των μισθώσεων και όχι μόνο αυτήν του πρώτου ορόφου.
Στις καταγγελίες αυτές ο εναγόμενος απάντησε με τις από … και … εξώδικες απαντήσεις, που επιδόθηκαν στους εκμισθωτές στις … και … αντίστοιχα, ότι δεν αποδέχεται την προς αυτόν καταγγελία των?μισθώσεων εκ μέρους των εκμισθωτών και ότι παραμένει μοναδικός μισθωτής των μίσθιων. Στην δεύτερη δε εξώδικη απάντησή του ανέφερε, ότι όταν στις …επισκέφθηκε τα μίσθια, διαπίστωσε ότι είχαν αλλαχθεί οι κλειδαριές και ότι οι ως άνω συμμισθωτές του εκτελούσαν σε αυτά εργασίες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όταν στις …ο εναγόμενος επισκέφθηκε εκ νέου τα μίσθια, διαπίστωσε ότι λειτουργούσαν πλέον ως ξενοδοχείο, ο δε ευρισκόμενος εκεί πρώτος ενάγων δεν του επέτρεψε την είσοδο, επικαλούμενος νόμιμη χρήση των μισθίων με αποτέλεσμα να κληθεί η αστυνομία. Όπως προέκυψε, οι εκμισθωτές, με τα από … ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης είχαν προβεί σε νέα εκμίσθωση των τριών μισθίων στον δεύτερο και τρίτο των εναγόντων-εκκαλούντων για το χρονικό διάστημα από … μέχρι ..., αυτοί δε έχοντας δικαίωμα υπομίσθωσης, τα υπεκμίσθωσαν για το ίδιο διάστημα, με το από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης, στον πρώτο ενάγοντα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την αϊτό ... αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας να αναγνωρισθεί προσωρινός κάτοχος των επίδικων μίσθιων και να υποχρεωθούν οι ενάγοντες να του παραδώσουν την κατοχή αυτών, ενώ άσκησαν αντίθετη αίτηση και οι εκμισθωτές των μισθίων ζητώντας να αναγνωρισθούν οι ίδιοι προσωρινοί νομείς αυτών και να παύσει ο εναγόμενος να διαταράσσει τη νομή τους.
Επί των ανωτέρω αιτήσεων που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 905/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των εκμισθωτών και έγινε δεκτή η αίτηση του εναγόμενου, ο οποίος αναγνωρίσθηκε προσωρινός κάτοχος των μισθίων και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν την κατοχή αυτών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τους νυν ενάγοντες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 5772/2017 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. Στις 13-1-2017 ο εναγόμενος προέβη σε εκτέλεση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 905/2016 απόφασης, αποβάλλοντας τους καθ' ων η αίτηση από τα επίδικα μίσθια δυνάμει της υπ' αριθμ.
… έκθεσης αποβολής του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ά. Κ. και εγκαταστάθηκε σ' αυτά ο ίδιος. Προηγουμένως δε, άσκησε την από 17-11-2016 τακτική αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κάτοχος των επίδικων μισθίων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του παραδώσουν την κατοχή αυτών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 12049/2017 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων, έκτοτε δε, δεν προέβη σε άλλη ενέργεια.
Ακολούθως, μετά την εγκατάσταση του εναγομένου στα μίσθια σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 905/2016 απόφασης, οι ενάγοντες άσκησαν την από … αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία ζήτησαν την ανάκληση της ανωτέρω απόφασης και την αναγνώρισή τους ως κατόχων των επίδικων μισθίων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1349/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση και ειδικότερα, λόγω του ότι το δικαίωμα κατοχής του εναγομένου είχε παραγραφεί, ανακάλεσε την άνω απόφαση για το μέλλον, ενώ απέρριψε το αίτημα αναγνώρισης των εναγόντων ως κατόχων των επίδικων μισθίων.
Κατόπιν όλων αυτών ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 997 σε συνδ. με 987 ΑΚ. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, οι ενάγοντες θεμελιώνουν το στοιχείο του παρανόμου της αποβολής τους από τα μίσθια, στο γεγονός ότι η προαναφερόμενη 905/2016 απόφαση (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), σε (αναγκαστική) εκτέλεση της οποίας απεβλήθησαν αυτοί, ήδη ανακλήθηκε κατά τα ανωτέρω, λόγω παραγραφής του δικαιώματος κατοχής του εναγομένου.
Πλην όμως, η ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου που έκανε δεκτή την αίτηση περί ασφαλιστικών μέτρων κατοχής του εναγομένου και σε εκτέλεση της οποίας ο τελευταίος απέβαλε τους ενάγοντες από τα μίσθια, παρήγε προσωρινό δεδικασμένο, και δεν δέσμευε την παρούσα κυρία δίκη με την οποία φέρεται αγωγή προς οριστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 1472/2006, ΑΠ 1312/2003 Δημ.
ΝΟΜΟΣ), θα έπαυε δε να ισχύει από την έκδοση αποφάσεως επί της δίκης αυτής, ανεξάρτητα από την ανάκλησή της ή μη.
Συνεπώς η προηγηθείσα ανάκλησή της για το μέλλον με την προαναφερόμενη απόφαση, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω όμως, δεν αποδείχθηκε, η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 997 ΑΚ, για την άσκηση της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε το απαιτούμενο στοιχείο της παραδόσεως της κατοχής του πράγματος με τη βούληση του νομέα, αφού κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, ο εναγόμενος ήταν ο μόνος κάτοχος και μάλιστα δυνάμει έγκυρης και ισχυρής μισθωτικής σχέσης, η οποία ερευνάται παρεμπιπτόντως, καθόσον αποτελεί πρόκριμα της παρούσας δίκης.
Ειδικότερα: Η καταγγελία των μισθώσεων εκ μέρους των δύο συμμισθωτών του εναγομένου Δ. Μ. και Γ.. Σ. και η αποχώρησή τους από τα μίσθια, δεν ωφέλησε ούτε έβλαψε τον εναγόμενο συμμισθωτή, ούτε επηρέασε τη θέση των εκμισθωτών, οι οποίοι εξακολούθησαν να έχουν την υποχρέωση να παράσχουν ολόκληρη τη χρήση του μισθίου στον εναγόμενο, που νομίμως, μετά την δήλωσή του, προς αυτούς, παρέμεινε καθ' ολοκληρίαν στην κατοχή και χρήση των μισθίων, σύμφωνα με τη νομική σκέψη (υπό στοιχείο I) που προεκτέθηκε.
Κρίνονται συνεπώς απορριπτέα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία των συμβάσεων μισθώσεως του εναγομένου από τους εκμισθωτές και συνεπώς αυτή είναι άκυρη και δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, η ρήξη των σχέσεων των συμμισθωτών και η διακοπή της συνεργατικής τους σχέσης, ακόμα και αν προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του εναγομένου, λόγω της βαριάς σωματικής βλάβης που φέρεται να προκάλεσε στον Δ. Μ. (ως ηθικός αυτουργός), δεν εμπίπτει στον κύκλο των πραγματικών περιστατικών που αφορούν τη σύμβαση μισθώσεως, ούτε τις σχέσεις μεταξύ εκμισθωτών και μισθωτή και ως εκ τούτου δεν συνιστά αντικειμενικά κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σοβαρό λόγο καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως, δεδομένου ότι δεν επικαλέσθηκαν ούτε οι εκμισθωτές στην καταγγελία τους, ούτε οι ενάγοντες, παράβαση οποιουδήποτε συμβατικού όρου εκ μέρους του εναγομένου, ο οποίος συνέχισε να καταβάλει το μίσθωμα εξ ολοκλήρου ο ίδιος.
Σημειώνεται ότι στην προαναφερόμενη καταγγελία των εκμισθωτών, ως σπουδαίος λόγος αναφέρονται μόνο τα ανωτέρω και όχι και τα λοιπά επικαλούμενα από τους εκκαλούντες. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι οι εκμισθωτές δέχθηκαν να περιληφθούν ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι στις συμβάσεις μίσθωσης, διότι είχαν εμπιστοσύνη στον Δ.
Μ., καθόσον από τη σύγκριση των προσκομιζομένων από ... και … ιδιωτικών συμφωνητικών, προκύπτει ότι περιλαμβάνουν σχεδόν ταυτόσημους όρους (δικαίωμα επισκευών και αλλαγής χρήσης των μισθίων, όμοιο ακριβώς μίσθωμα κλπ) ενώ ειδικά οι επόμενες επίδικες μισθώσεις έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια από τις πρώτες.
Συνεπώς αν και δικαιολογείται η δυσπιστία των εκμισθωτών προς το πρόσωπο του εναγομένου, λόγω της επικαλούμενης και στην καταγγελία τους συμπεριφορά του, πλην όμως, σταθμίζοντας τα συμφέροντα των μερών, προκύπτει ως υπέρτερο το οικονομικό συμφέρον του εναγομένου, ο οποίος απέβλεψε στην διάρκεια των μισθώσεων, καταβάλλοντας και αυτός χρήματα για τις επισκευές, συνδέοντας την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομά του κλπ., περιστατικά που οφείλουν να ληφθούν υπόψη ως οικονομικές επιπτώσεις από την λύση των μισθώσεων, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω (II) νομική σκέψη.
Αντίθετα οι εκμισθωτές δεν βλάπτονται οικονομικά από την αποχώρηση των λοιπών συμμισθωτών και την παραμονή μόνο του εναγομένου στα μίσθια, αφού μέχρι τώρα τουλάχιστον, δεν προέκυψε ότι ο τελευταίος έχει παραβιάσει κάποιον όρο των συμφωνητικών. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί, ότι οι ίδιοι οι εκμισθωτές αν και αρχικά έλαβαν μέρος, ασκώντας ιδία αίτηση και πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων στην προηγηθείσα διαδικασία περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατοχής ενώπιον του Ειρηνοδικείου, στην παρούσα δίκη δεν έλαβαν μέρος (ασκώντας ομοίως πρόσθετη παρέμβαση), ενώ από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφα και δη α) την από … εξώδικη γνωστοποίηση των συμμισθωτών του εναγομένου προς τους εκμισθωτές και τον ίδιο, με την οποία τους μέμφονται για την αλλαγή της στάσης τους προς τον εναγόμενο β) την από … αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων κατά των εκμισθωτών και γ) αντίγραφο της πορείας της με αριθμ.
εκθ. καταθ. 75978/2208/2016 αγωγής που είχαν ασκήσει οι εκμισθωτές κατά του εναγομένου, με την διαδικασία των μισθώσεων (περιουσιακών διαφορών), από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν, προκύπτει, ότι αυτοί (εκμισθωτές) άλλαξαν στάση σχετικά με την συνέχιση της μίσθωσης με τον εναγόμενο και δεν επιθυμούν πλέον τη λύση της, προφανώς διότι δεν θεωρούν και οι ίδιοι πλέον σπουδαίο λόγο καταγγελίας της μίσθωσης, το ανωτέρω περιστατικό, γεγονός που δεν επιδρά μεν στην εκτίμηση του σπουδαίου λόγου και συνεπώς της εγκυρότητας της καταγγελίας κατά τον χρόνο που αυτή έγινε, πλην όμως λαμβάνεται υπόψη για την συνολική εκτίμηση της διαφοράς.
Ενόψει των ανωτέρω και του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω (II) νομική σκέψη, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά, για να μην δημιουργείται ανασφάλεια στα συμβαλλόμενα μέρη, δεν προέκυψε ότι τα παραπάνω περιστατικά καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης μη αξιώσιμη, κατά την καλή πίστη για τους καταγγέλοντες- εκμισθωτές και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους.
Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, τον Μάιο του 2016, οι εκμισθωτές παρέδωσαν την κατοχή των μισθίων σε όλους τους συμμισθωτές, ήτοι και στον εναγόμενο, δυνάμει των προαναφερομένων συμβάσεων μίσθωσης, οι οποίοι έκτοτε απέκτησαν νόμιμη κατοχή. Ειδικότερα ο εναγόμενος, που κατά τα ανωτέρω παρέμεινε μετά την αποχώρηση των συμμισθωτών του, ο μόνος νόμιμος μισθωτής, προέβη στη σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομά του, κατέβαλε μέρος των δαπανών για τις επισκευές και είχε κλειδιά των μισθίων, αφού διαφορετικά δεν θα υπήρχε λόγος να επιζητούν οι εκμισθωτές την παράδοση των κλειδιών από αυτόν με τις προαναφερόμενες καταγγελίες τους.
Εφόσον δε, η καταγγελία των συμβάσεων μισθώσεως από τους εκμισθωτές δεν επέφερε τα αποτελέσματα της, ο εναγόμενος και μετά από αυτήν εξακολούθησε να είναι ο νόμιμος κάτοχος των επίδικων μίσθιων, δυνάμει ενεργής μίσθωσης, η οποία λήγει στις …. Κατόπιν της παράδοσης της κατοχής (φυσικής εξουσίασης) των μισθίων στον εναγόμενο από τους ιδιοκτήτες-εκμισθωτές, δυνάμει έγκυρης μισθωτικής σχέσης, οι τελευταίοι, παρέμειναν νομείς χωρίς κατοχή, ασκώντας τη νομή μέσω των κατόχων (ΑΚ 980).
Συνεπώς, οι ενάγοντες εξ αντικειμένου, δεν απέκτησαν κατοχή από τους νομείς-εκμισθωτές, όπως απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 997 ΑΚ, αφού οι τελευταίοι, ακόμη και αν είχαν αυτή τη βούληση, στερούνταν της κατοχής, την οποία ήδη είχαν παραδώσει στον εναγόμενο και δεν μπορούσαν να την παραδώσουν και στους ενάγοντες.
Κάτοχος δε με έγκυρη μισθωτική σχέση, ήτοι μισθωτής, κατέστη δε εν προκειμένω ο εναγόμενος, στον οποίο πρώτο είχαν παραδοθεί τα μίσθια. Ειδικότερα, λόγω της σχετικότητας του ενοχικού δικαιώματος, αν και είναι δυνατή η διαδοχική εκμίσθωση του ίδιου πράγματος, μισθωτής καθίσταται αυτός στον οποίο παραδόθηκε τελικά το πράγμα, αυτός δηλαδή που ικανοποιήθηκε, με βάση την αρχή της πρόληψης, ενώ οι τυχόν άλλοι έχουν δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 382, 583, 584 και 585 ΑΚ (ΑΠ 518/2011 Δημ.
ΝΟΜΟΣ). Οι ενάγοντες επομένως δεν ήταν ειδικοί διάδοχοι των εκμισθωτών στην κατοχή, την οποία οι τελευταίοι δεν είχαν, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, αντίθετα ήταν αυτοί που απέβαλαν παράνομα τον εναγόμενο από την νόμιμη κατοχή του, χωρίς τη θέλησή του, έστω και με την συναίνεση των νομέων και τούτο ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή μη της δικής τους μισθωτικής σχέσης.
Βάσει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι οι ενάγοντες είχαν την προστατευόμενη κατοχή, που απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 997 ΑΚ, και ότι συνεπώς υπήρξε παράνομη αποβολή τους, ούτε και η επιλήψιμη κατοχή του εναγομένου, η οποία συντρέχει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό (βλ. Κ.
Παπαδόπουλου ο.π. σελ. 122), αφού ο εναγόμενος είχε ενοχικό δικαίωμα και συνεπώς δεν απέβαλε παράνομα τους ενάγοντες. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται απορριπτέος ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα κρίθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, επιλήψιμοι κάτοχοι και ότι ακόμη και αν θεωρηθούν τέτοιοι, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά αυτών το επιλήψιμο της κατοχής, διότι ήταν ειδικοί διάδοχοι των εκμισθωτών στην κατοχή και δεν γνώριζαν το ελάττωμα αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 ΑΚ.
Σημειώνεται ότι η αποβολή των εναγόντων που έγινε στις … δυνάμει αναγκαστικής εκτέλεσης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, δεν ήταν τότε παράνομη και για τον λόγο ότι ο παράνομος χαρακτήρας αίρεται στην περίπτωση που η αποβολή γίνεται με αφαίρεση του πράγματος από τον δικαστικό επιμελητή κατά την αναγκαστική εκτέλεση (βλ.
Γεωργιάδη Ερμηνεία ΑΚ υπό αρ. 984 αρ. 13, Παπαδόπουλου ο.π. σελ. 123). Και όταν όμως ακολούθησε ανάκληση της απόφασης αυτής ασφαλιστικών μέτρων για το μέλλον, με την υπ'αριθμ. 1349/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δημοσιεύθηκε στις 3-12-2018 και ο εναγόμενος εξακολουθούσε να είναι κάτοχος και πάλι δεν κατέστη εκ του λόγου αυτού παράνομη η αποβολή των εναγόντων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αφού δεν είχαν προστατευόμενη κατοχή, ενώ ο εναγόμενος κατείχε δυνάμει έγκυρης ενοχικής σχέσης.
Κατ' αποδοχή επομένως του ισχυρισμού αυτού του εναγομένου, ότι δηλαδή έχει δικαίωμα νόμιμης κατοχής, ενώ οι ενάγοντες όχι, ισχυρισμός που εκτιμάται ως άρνηση της αγωγής (βλ. Παπαδόπουλου ο.π. σελ. 170), θα έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε μεν την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, πλην όμως με άλλη αιτιολογία και δη ότι από τις 6-12-2018 που επιδόθηκε στον εναγόμενο η ανωτέρω ανακλητική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, αυτός κατέχει άνευ νομίμου αιτίας τα επίδικα μίσθια, έχοντας αποβάλλει από την κατοχή αυτών τους ενάγοντες, αλλά δεδομένου ότι η εγκατάσταση των εναγόντων στα μίσθια την … αποτελούσε παράνομη αποβολή του εναγόμενου από την κατοχή του σε αυτά και οι ενάγοντες ήταν επιλήψιμοι κάτοχοι, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η υποβληθείσα ένσταση επιλήψιμων κατόχων.
Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, αν και βασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της παραπάνω ένστασης και έκανε αυτήν δεκτή, ενώ δεν είχε προβληθεί εκ μέρους του εναγομένου, αφού πράγματι αυτός προέβη μόνο σε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Ομοίως απορριπτέος ως αλυσιτελής, κρίνεται ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και ο έκτος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αν και έκανε δεκτό ότι τόσο ο εναγόμενος όσο και οι ενάγοντες απέκτησαν κατοχή στα μίσθια, στη συνέχεια συνέδεσε εσφαλμένως την ύπαρξη της κατοχής από τη νομιμότητα αυτής.
Τέλος, απορριπτέος τυγχάνει και ο πέμπτος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος προέβη σε επίκληση του δικαιώματος του κατά παράβαση του άρθρου 991 ΑΚ, το οποίο δεν επιτρέπει στον εναγόμενο να αντιτάξει ως ένσταση στην αγωγή αποβολής από τη νομή (ή κατοχή), ότι έχει δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, αν αυτό δεν έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σε αυτόν και τον ενάγοντα, διότι η διάταξη του άρθρου αυτού επιτρέπει την επίκληση του δικαιώματος αυτού, προκειμένου να δικαιολογηθεί η άρνηση της αγωγής, δηλαδή το ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση αυτής, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός του δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί απλώς αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικά και να επιφέρει την απόρριψή της ως αναπόδεικτης (ΑΠ 1195/2011, ΑΠ 275/2010 Δημ.
ΝΟΜΟΣ, Κ. Παπαδόπουλου ο.π. σελ. 140). ...". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι νόμιμος κάτοχος των μισθίων ακινήτων, δυνάμει έγκυρης και ισχυρής μισθωτικής σύμβασης, ήταν ο εναγόμενος, διότι η καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους των συμμισθωτών του εναγομένου και η αποχώρησή τους από το μίσθιο δεν είχε ως αποτέλεσμα τη λύση της σύμβασης μίσθωσης ως προς αυτόν.
Αντίθετα η σύμβαση μίσθωσης συνεχίστηκε, με τους ίδιους όρους, με μόνο μισθωτή τον εναγόμενο. Επίσης έκρινε όσον αφορά την επιγενόμενη καταγγελία της μίσθωσης από τους εκμισθωτές ότι είναι άκυρη διότι δεν έγινε για σπουδαίο λόγο. Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγόντων.
Εν προκειμένω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία παραβίαση από το Εφετείο των άρθρων 293, 257 και 259 του Ν. 4072/2012 και των άρθρων 785 επ. και 789 ΑΚ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα, αλλά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτική αναφορά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση και οδήγησαν στο σχηματισμό του αντίστοιχου αποδεικτικού της πορίσματος, αλλά ούτε και το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη των αναιρεσειόντων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 20/2005). Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, ούτε αυτές ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του.
Με τον, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτο λόγο και με τον, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 ΑΚ, διότι δέχθηκε, όσον αφορά την από 28-7-2016 καταγγελία της μίσθωσης που απηύθυναν οι εκμισθωτές στον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ότι "...η ρήξη των σχέσεων των συμμισθωτών και η διακοπή της συνεργατικής τους σχέσης, ακόμα και αν προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του εναγομένου....δεν εμπίπτει στον κύκλο των πραγματικών περιστατικών που αφορούν τη σύμβαση μισθώσεως,...και ως εκ τούτου δεν συνιστά αντικειμενικά κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σοβαρό λόγο για την καταγγελία τους" καθώς και ότι "...αν και δικαιολογείται η δυσπιστία των εκμισθωτών προς το πρόσωπο του εναγομένου, λόγω της επικαλούμενης και στην καταγγελία τους συμπεριφορά του, πλην όμως, σταθμίζοντας τα συμφέροντα των μερών, προκύπτει ως υπέρτερο το οικονομικό συμφέρον του εναγομένου, ο οποίος απέβλεψε στην διάρκεια των μισθώσεων, καταβάλλοντας και αυτός χρήματα για τις επισκευές, συνδέοντας την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομά του κλπ., περιστατικά που οφείλουν να ληφθούν υπόψη ως οικονομικές επιπτώσεις από την λύση των μισθώσεων"..
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση και οδήγησαν στο σχηματισμό του αντίστοιχου αποδεικτικού της πορίσματος, τα οποία, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, αποσπασματικά και μόνον παρατίθενται.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα οποία προαναφέρθηκαν, αυτή δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία των συμβάσεων μίσθωσης από τους εκμισθωτές και συνεπώς αυτή είναι άκυρη και δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα ως προς τον εναπομείναντα μοναδικό μισθωτή αναιρεσίβλητο, γιατί η ρήξη των σχέσεων των αρχικών συμμισθωτών και η διακοπή της συνεργατικής τους σχέσης, ακόμα και αν προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου δεν εμπίπτει στον κύκλο των πραγματικών περιστατικών που αφορούν τη σύμβαση μίσθωσης, ούτε τις σχέσεις μεταξύ εκμισθωτών και μισθωτή και ως εκ τούτου δεν συνιστά αντικειμενικά, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σοβαρό λόγο καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, δεδομένου ότι δεν επικαλέσθηκαν οι εκμισθωτές στην καταγγελία τους αλλά και ούτε αποδείχθηκε παράβαση οποιουδήποτε συμβατικού όρου εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος συνέχισε να καταβάλει το μίσθωμα εξ ολοκλήρου ο ίδιος.
Επομένως, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό ανελέγκτως ως άνω πραγματικά περιστατικά στο νόμο και στην έννοια του σπουδαίου λόγου για καταγγελία της μίσθωσης πράγματος, και επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, που αναφέρονται σε εσφαλμένη υπαγωγή των ως άνω γενομένων υπό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεκτών περιστατικών στην αόριστη έννοια του σπουδαίου λόγου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και ειδικότερα των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 του Α.Κ. που στηρίζουν στο νόμο καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης πράγματος για σπουδαίο λόγο και ο περί του εναντίου τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι η κρίση της, ότι οι εκμισθωτές, μετά την καταγγελία, άλλαξαν στάση σχετικά με τη συνέχιση της μίσθωσης, μη επιθυμούντες πλέον τη λύση της, είναι αυθαίρετη και αναιτιολόγητη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται σ` αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτική αναφορά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι οι περιεχόμενες σ` αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο είναι σαφές, επιπλέον δε οι επικαλούμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεν αφορούν ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό που επιδρά στη έκβαση της δίκης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-07-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 285/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ