Legislator Case Law & Legislation
600/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on work injury liability, finding employer and employee both negligent.

Case Number 600/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a security company and its predecessor against a lower court judgment awarding compensation to an injured employee. The court upheld the finding that the employee, a technician, was partially at fault for climbing a roof made of weak plastic sheets without recognizing the danger, while the employer failed to ensure adequate safety measures. Consequently, the court ruled that the employer's negligence did not vanish due to the employee's contributory fault and rejected the claims regarding the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 551/1915; Art. 16 of Law 551/1915; Art. 914 and 932 of the Civil Code: In work injury cases, the employer remains liable for damages caused by their negligence even if the employee is also at fault, provided the employer failed to take necessary safety measures.

Keywords

AI generated
work injury liability employer negligence employee contributory fault workplace safety measures Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 551/1915
Art. 16 of Law 551/1915
Art. 914 of the Civil Code
Art. 932 of the Civil Code
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1287/1986
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 600 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 600/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... GUARD Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας Ανώνυμη Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "... GUARD ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ..., ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Β.- Π. Π. ΕΠΕ", και 2) Β. Τ. του Μ., κατοίκου ... ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθυμίου Αναγνώστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Π., κατοίκου ... ...ς, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Γκιουλέκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 26807/30-6-2009. Εκδόθηκαν οι 5390/2011, 769/2014 μη οριστικές αποφάσεις και η 9436/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 2398/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-9-2018 και με αριθμό κατάθεσης 259/1-10-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου, της ψυχικής οδύνης) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ' αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται για αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 1389/1918, ΑΠ 80/2016, ΑΠ 910/2015).

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ.

Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", που εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ.2 αυτού εξαιρέσεων, περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, και του π.δ. 396/1994. Ειδικότερα, στο νόμο 1568/1985 ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο, που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, καθώς επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 στοιχ.

Α' αρ.1 και 3 του άνω νόμου), ενώ σύμφωνα με το π.δ. 396/1994 (ΦΕΚ Α' 220/19-12-1994), με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 89/656/ΕΟΚ, ο εργοδότης, στο πλαίσιο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, είναι υποχρεωμένος να εφοδιάσει τον εργαζόμενο με τον προβλεπόμενο από το νόμο αναγκαίο εξοπλισμό ατομικής προστασίας (άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 7 παρ.1 π.δ. 396/1994), στον οποίο (εξοπλισμό), κατά το άρθρο 10 αυτού, με τον τίτλο "προσάρτηση παραρτημάτων" που αφορά τον ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο διαφόρων εξοπλισμών ατομικής προστασίας, περιλαμβάνονται το προστατευτικό κράνος και η ζώνη πρόσδεσης.

Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ.5 του π.δ. 17/1996 "περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων" (ΦΕΚ Α' 11/18-1-1996), το οποίο εκδόθηκε σε εναρμόνιση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, ορίζεται ότι "στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων".

Ακόμη, στο άρθρο 10 παράρτημα Ι παρ.10.5.4 του π.δ. 16/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/654/ΕΟΚ", ορίζεται ότι "η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής [...] επιτρέπεται μόνον, εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζομένους από κίνδυνο πτώσης".

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και συνακόλουθα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

2.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 24/1992).

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 930/2019).

3.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2398/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 23-7-2004, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Τ.

Β.- Π. Π. ΕΠΕ", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ήδη η πρώτη αναιρεσείουσα, της οποίας διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η δεύτερη εναγομένη, προκειμένου να εργασθεί ως ηλεκτροτεχνικός- τεχνικός εγκαταστάσεων συστημάτων ασφάλειας, τα οποία η εργοδότρια εταιρία εμπορευόταν και εγκαθιστούσε σε πελάτες της.

Ότι η τελευταία, με την από 19-11-2004 σύμβαση μίσθωσης έργου, που συνήψε με την εδρεύουσα στη ... εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Αλουμινίου ΑΕ" (ΕΛΒΙΑΛ), ανέλαβε τη φύλαξη και εποπτεία των κτιριακών εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και οχημάτων της δεύτερης και τοποθέτησε στις εγκαταστάσεις αυτής κάμερες ασφάλειας.

Ότι με το άρθρο 2 της ανωτέρω σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι η ανάδοχος (πρώτη εναγομένη), για να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της, θα χρησιμοποιεί το απαραίτητο και εξειδικευμένο προσωπικό φύλαξης των προσώπων, χώρων και αγαθών, το οποίο και θα αμείβεται από αυτή, η δε ανάδοχος "είναι η αποκλειστική και μόνη εργοδότρια του προσωπικού που αυτή χρησιμοποιεί για την εκτέλεση του έργου και η μόνη που ευθύνεται έναντι αυτού και δεν δημιουργείται καμία άμεση ή έμμεση διαρκής ή πρόσκαιρη σχέση της εργοδότριας ΕΛΒΙΑΛ με το προσωπικό της αναδόχου".

Ότι με το άρθρο 3 της σύμβασης αυτής ορίσθηκε ότι το προσωπικό που θα χρησιμοποιεί η ανάδοχος, θα έχει την κατάλληλη εκπαίδευση και τον αναγκαίο εξοπλισμό, ενώ με το άρθρο 5 συμφωνήθηκε ότι η ανάδοχος "αναλαμβάνει να εκτελέσει το ανατιθέμενο σε αυτήν, με την παρούσα, έργο φύλαξης του εργοστασίου κλπ με δική της αποκλειστικά ευθύνη.

Κάθε ατύχημα ή σωματική βλάβη που θα συμβεί στην ίδια την ανάδοχο, κατά την εκτέλεση του παραπάνω έργου, στο προσωπικό που αυτή θα απασχολήσει ή και στα μηχανήματα αυτής, θα βαρύνει αυτή και μόνο την ανάδοχο". Ότι αρχές Μαρτίου 2006, εμφανίσθηκε βλάβη σε κάμερα παρακολούθησης, που ήταν τοποθετημένη στη στέγη αποθήκης της εταιρίας ΕΛΒΙΑΛ, στις εγκαταστάσεις της οποίας, μεσημβρινές ώρες της 10-3-2006, μετέβη συνεργείο της πρώτης εναγομένης, αποτελούμενο από τους υπαλλήλους ηλεκτρολόγους Σ.

Λ., Γ. Σ. και τον ενάγοντα Ι. Τ.. Ότι η κάμερα που επρόκειτο να επισκευασθεί, σε εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσης της πρώτης εναγομένης, ήταν τοποθετημένη στην άκρη της στέγης της αποθήκης και το καλώδιό της διέτρεχε τη στέγη κατά μήκος για περίπου 20 μέτρα. Ότι η στέγη έχει ύψος περίπου επτά μέτρων, με κλίση 2-3 μοιρών για την απορροή των ομβρίων υδάτων και η επιφάνειά της είναι κατασκευασμένη από σταθερές μεταλλικές διατάξεις, με ενδιάμεσα διαφώτιστα από πλεξιγκλάς, δηλαδή από υλικό ανεπαρκούς αντοχής, που είχαν τοποθετηθεί σε διάζωμα πλάτους ενός περίπου μέτρου, προκειμένου να φωτίζεται με φυσικό φωτισμό το εσωτερικό της αποθήκης.

Ότι ανέβηκε στην οροφή με πτυσσόμενη σκάλα, για να διαπιστώσει τα ακριβή αίτια της βλάβης, πρώτος ο Γ. Σ., ως εμπειρότερος, και στη συνέχεια ανέβηκε ο ενάγων, όχι αυτοβούλως, αλλά προφανώς για να τον βοηθήσει, ενώ ο Σ. Λ. παρέμεινε στο έδαφος. Ότι μόλις ο ενάγων ανέβηκε στην οροφή, πάτησε σε μία διαφανή διάταξη από πλεξιγκλάς, με αποτέλεσμα αυτή, λόγω του ότι δεν ήταν ανθεκτική, να υποχωρήσει από το βάρος του και να πέσει από ύψος περίπου πέντε μέτρων στο δάπεδο της αποθήκης, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα στο τοίχωμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου και κάταγμα δεξιού βραχίονα, συνεπεία των οποίων διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "Παπαγεωργίου", όπου νοσηλεύτηκε μέχρι την 18-3-2006 στην εντατική μονάδα και στη συνέχεια στη Β' χειρουργική κλινική, από όπου εξήλθε την 29-3-2006.

Ότι με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το προαναφερθέν εργατικό ατύχημα και η επακόλουθη σωματική βλάβη του ενάγοντος οφείλεται (κυρίως) σε αμέλεια της νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρίας, που παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας του εργαζομένου στην επιχείρησή της ενάγοντος.

Ότι, ειδικότερα, ενώ όφειλε έχοντας προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, βάσει των διατάξεων των άρθρων 662 ΑΚ, 7 του π.δ. 17/1996, 32 στοιχ. Α' παρ.1 του ν. 1568/1985 και 10 παράρτημα

ΙΙ παρ.10.4.3 του π.δ. 16/1996, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, εφαρμόζοντας υποχρεωτικά τις διαδικασίες καταγραφής, ανάλυσης, εκτίμησης και αποτροπής εμφάνισης των κινδύνων, καθώς και να χορηγεί, εφόσον δεν υπάρχει άλλος τρόπος προς αποφυγή των κινδύνων, κατάλληλο και καλά συντηρούμενο εξοπλισμό ατομικής προστασίας, και αφετέρου να ενημερώνει εκ των προτέρων τους εργαζομένους σχετικά με τους κινδύνους από τους οποίους τους προστατεύει ο εξοπλισμός ατομικής προστασίας, να προτείνει τον κατάλληλο εξοπλισμό και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας, εντούτοις παρέλειψε να καλύψει το διαφώτιστο διάζωμα της στέγης με προστατευτική διάταξη, που θα μπορούσε να γίνει με ασφαλές δάπεδο εργασίας, στηριζόμενο στα μεταλλικά τμήματα της οροφής της αποθήκης, δεν μερίμνησε, ώστε η επισκευή της κάμερας να γίνει με τη χρήση αυτοκινούμενης πλατφόρμας εργασίας, στην οποία πατώντας ο εργαζόμενος θα εκτελούσε με ασφάλεια την εργασία του, ούτε χορήγησε στον ενάγοντα ατομικά μέσα προστασίας και ειδικότερα ζώνη πρόσδεσης και κράνος κατά την ανατεθείσα εργασία, που θα λάμβανε χώρα σε στέγη κατασκευασμένη εν μέρει με υλικό ανεπαρκούς αντοχής και, σε κάθε περίπτωση, δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συγκεκριμένη θέση εργασίας του (πτώση από μεγάλο ύψος), ενόψει της περιορισμένης αντοχής των διαφώτιστων και δεν του επέστησε την προσοχή να μην πατήσει επ' αυτών.

Ότι ο ενάγων εργαζόταν μεν δύο χρόνια στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, πλην όμως στην συγκεκριμένη στέγη πρώτη φορά πήγε να εργασθεί, ενώ οι τεχνικοί της, που είχαν κάνει την εγκατάσταση των συστημάτων φύλαξης στην εν λόγω στέγη, γνώριζαν την ύπαρξη πλεξιγκλάς, όπως και η δεύτερη εναγομένη γνώριζε τον τρόπο κατασκευής και το ύψος της στέγης από το έδαφος και δεν φρόντισε, κατά την ανάθεση των καθηκόντων στον ενάγοντα, να έχει λάβει κατάλληλες οδηγίες για την αποφυγή κινδύνου.

Ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ενημέρωση του ενάγοντος για το επικίνδυνο της συγκεκριμένης εργασίας, που επρόκειτο να εκτελέσει, οι δε γενικόλογες αναφορές ότι έλαβε χώρα τέτοια ενημέρωση και ότι υπήρχαν τεχνικοί ασφάλειας στην επιχείρηση των εναγομένων, δεν αρκούν για τη συναγωγή αντίθετης προς τις άνω παραδοχές κρίσης.

Ότι η μη λήψη από τις εναγόμενες των αναγκαίων μέτρων για την ασφαλή εργασία του ενάγοντος, που όφειλαν και μπορούσαν να λάβουν, συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού η πρόκληση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος θα μπορούσε να αποφευχθεί ή, έστω, να μειωθούν οι συνέπειές του, αν αυτές τηρούσαν τις επιβαλλόμενες από το νόμο υποχρεώσεις τους.

Ότι η δεύτερη εναγομένη, για τις ανωτέρω παραλείψεις της, καταδικάσθηκε, με την 3327/2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του ενάγοντος, σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 734/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και έτσι κατέστη αμετάκλητη.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι συνυπαίτιος του ενδίκου εργατικού ατυχήματος είναι και ο ίδιος ο ενάγων, κατά ποσοστό 30%, διότι όφειλε και μπορούσε να καταβάλει την προσήκουσα από τις περιστάσεις προσοχή, που θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφού μπορεί μεν να μη γνώριζε ότι η στέγη, που ανέβηκε να εργασθεί, ήταν κατασκευασμένη και από πλεξιγκλάς, πλην όμως μπορούσε να το αντιληφθεί μόλις ανέβηκε σε αυτήν με τη σκάλα και να μην προχωρήσει προς το εμφανές επικίνδυνο σημείο, επιπόλαια και απρόσεκτα, παρότι γνώριζε, ως τεχνίτης, ότι το πλεξιγκλάς είναι υλικό περιορισμένης αντοχής και ότι, λόγω του βάρους του σώματός του, μπορούσε να υποχωρήσει, γεγονός, άλλωστε, που γνωρίζει και κάθε μέσος συνετός άνθρωπος από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Ότι, βάσει αυτών, η προβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων και θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσία, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως αβάσιμη στην ουσία της, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης των εναγομένων πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, κατά τον προσδιορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, την έκταση του δικού του πταίσματος και μετά από εκτίμηση και των λοιπών κατά νόμο στοιχείων, προσδιόρισε το ποσό αυτής σε 30.000 ευρώ.

Στη συνέχεια, αφού απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 9436/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης (και συγκεκριμένα για το ποσό των 50.000 ευρώ), και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον η καθεμία, το ως άνω ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

4.Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 300, 914 ΑΚ και 10 παρ.10.5.4 του π.δ. 16/1996, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα τόσο της υπαιτιότητας (αμέλειας) της δεύτερης εναγομένης, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρίας, για τον τραυματισμό του ενάγοντος εργαζομένου, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας εντοπίζει τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στο ότι, μόλις ανέβηκε με τη σκάλα, μπορούσε να αντιληφθεί ότι η στέγη ήταν κατασκευασμένη και από πλεξιγκλάς και να μην προχωρήσει προς το εμφανές επικίνδυνο σημείο, απρόσεκτα και επιπόλαια, αν και γνώριζε, ως τεχνίτης, ότι το πλεξιγκλάς είναι υλικό κατασκευής περιορισμένης αντοχής και ότι, λόγω του βάρους του σώματός του, υπάρχει κίνδυνος να υποχωρήσει και έτσι δεν πρόβλεψε το επελθόν αποτέλεσμα.

Οι παραδοχές αυτές δεν ενέχουν αντίφαση με εκείνες που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας, σύμφωνα με τις οποίες αυτή ήταν υπεύθυνη για τη λήψη και τήρηση των προαναφερόμενων μέτρων για την ασφάλεια του ενάγοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το γενόμενο δεκτό ότι συντρέχει και αμέλεια του ενάγοντος για το επελθόν αποτέλεσμα, δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου της απαλλαγής της εργοδότριάς του από οποιαδήποτε ευθύνη, στην περίπτωση που και εκείνη επέδειξε αμέλεια ως προς τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την ασφάλεια του εργαζομένου στη συγκεκριμένη περίπτωση και, εν προκειμένω, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς παραδοχές ως προς το ποια θα έπρεπε να είναι τα μέτρα αυτά και ως προς το ότι, αν αυτά είχαν τηρηθεί, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί.

Επομένως, οι υπό στοιχείο Γ' λόγοι της αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι περιέχει ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις που αφορούν τις παραδοχές ως προς την υπαιτιότητα (αμέλεια) της νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της τελευταίας και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, είναι απαράδεκτες, διότι οι αιτιάσεις αυτές, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2018 και με αριθμό κατάθεσης 259/1-10-2018 αίτηση για αναίρεση της 2398/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2020.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ