Legislator Case Law & Legislation
600/2019 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on labor law interpretation regarding diplomatic staff family allowances.

Case Number 600/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that awarded family allowances to a former diplomat. The State argued the allowances should be calculated on the ambassador's salary rather than the employee's, claiming the lower court misapplied labor laws. The court rejected this, holding that the specific regulations governing diplomatic staff clearly authorized the calculation method used by the lower court and that the State's claim lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 135(4), 135(5) of Law 2594/1998; Article 4(1) of the Constitution; The Supreme Court held that the specific regulations governing diplomatic staff allow for family allowances to be calculated on the ambassador's salary, and the State's appeal based on alleged inequality is inadmissible.

Keywords

AI generated
diplomatic staff family allowances labor law interpretation State appeal constitutional equality civil service regulations salary calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 135(4) and (5) of Law 2594/1998
Article 4(1) of the Constitution
Article 69(1) of Law 419/1976
Article 129(2), 5 and 131(4), 5 of Law 2594/1998
Common Decision 083/EVAA/AS 11254/22.1.2001
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 600 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 600/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα .

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2647/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5617/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 16/12/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 29/1/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16 Δεκεμβρίου 2015 και με αριθ. κατάθ. 1215/28.12.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5617/12.9.2013 απόφαση του [Τριμελούς] Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν άσκησης της από 7.6.2010 και με αριθ. κατάθ. 4909/9.6.2010 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 2647/31.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω έφεση, εξαφανίσθηκε κατά ένα μέρος και ειδικότερα για αξιώσεις του διαστήματος από 1.3.2002 έως 31.12.2005 η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει στο σύνολό της και συγκεκριμένα για το διάστημα από 1.2.1999 έως 8.12.2003 ως παραγεγραμμένη και κατά το υπόλοιπο διάστημα ως νομικά βάσιμη την από 7.12.2005 και με αριθ.

κατάθ. 198615/4910/7.12.2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά την κυρία αυτής βάση [και ως αόριστη κατά την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της] και στη συνέχεια έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η εν λόγω αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ισόποσο σε ευρώ συνολικό ποσό των 41.529,60 δολαρίων ΗΠΑ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, για προσαυξήσεις οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που λάμβανε ο ενάγων και για το διάστημα από 1.3.2002 έως 31.12.2004.

Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή κατά την ως άνω βάση της για το περαιτέρω διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2005. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις του Ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου των Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι τις 23 Μαρτίου 1998 (άρθ. 150 παρ.1 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2594/1998), το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών διακρίνεται σε μόνιμο και σε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 61).

Στο τελευταίο υπάγεται και το Βοηθητικό Προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας, ήτοι Ταξινόμος Α`, Ταξινόμος Β`, Αρχικλητήρας και Κλητήρας Α` (άρθρο 59 παρ. 1 εδ. β` και 4). Κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του νόμου αυτού οι θέσεις Βοηθητικού Προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας πληρούνται από πρόσωπα ελληνικής ή αλλοδαπής ιθαγένειας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αντί μηνιαίας αμοιβής, που ορίζεται με τη σύμβαση στο ύψος των αποδοχών του βαθμού του Κλητήρα Α` της Κεντρικής Υπηρεσίας, μετά του προβλεπομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΑΠ 459/2013).

Εξ άλλου, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 131 του ιδίου νόμου (419/1976) ορίσθηκε ότι ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού με όλες τις προσαυξήσεις και επιδόματα που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, ενώ με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν πρότασης των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, για όλους δε τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Μπορεί μάλιστα στην ίδια πράξη να ορίζεται ότι το εν λόγω επίδομα καταβάλλεται και αναδρομικά. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ.

Φ 083-58/11.3.1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β`/31.3.1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 12 παρ. 1 του Ν.1256/1982 και 3 παρ. 8 του Ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων.

Με τις παραγρ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1984 και ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει, εν γένει, προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι` αυτό λόγοι.

Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 20011800/165/0022/ 1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 153/17.3.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 25 παρ.2 του Ν. 1884/1990, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Ε' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 10% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών, εφόσον στην τελευταία περίπτωση αποδεδειγμένα φοιτούν σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1985.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001, με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/ 22.1.2001 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 390/2001). Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 1505/1984, στην οποία παραπέμπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, ορίσθηκε ότι το επίδομα οικογενειακών βαρών χορηγείται και για τέκνα που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, εφ' όσον αυτά φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και κατά τη διάρκεια της φοίτησης τους, όπως αυτός προβλέπεται από τον κανονισμό κάθε σχολής και όχι πέραν από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους [αντίστοιχη ρύθμιση από 1.1.1997 - άρθ. 12 παρ. 3 του Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 - άρθ. 11 παρ. 2 του Ν. 3205/2003].

Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες του Ν. 419/1976 διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24 Μαρτίου 1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, ορίζεται ότι προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 παρ. 2 του παραπάνω νόμου προβλέπεται ότι στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με Π.Δ/μα θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται, επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, οι οποίοι γνωρίζουν την τοπική γλώσσα.

Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής.

Με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.5 του ιδίου άρθρου ορίζεται όμως ότι οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Ειδικά, για όσους από αυτούς λάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, καταρχήν, ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις ποσοστά αύξησης για δαπάνες οικογενειακών βαρών (επιδόματα τέκνων) δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά προσαύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.

Επομένως, σύμφωνα με την μεταβατικού χαρακτήρα ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών υπηρετούντες με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών κλητήρες, που ήδη ελάμβαναν κατά τα άρθρα 69 παρ.1 και 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, εξακολουθούν να το λαμβάνουν, όπως και υπό την ισχύ του προηγουμένου Οργανισμού, δικαιούμενοι και των επ' αυτού προβλεπομένων προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών.

Η δε αναπροσαρμογή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής των υπηρετούντων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ακολουθεί την αναπροσαρμογή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής των υπηρετούντων με σχέση δημοσίου δικαίου μονίμων υπαλλήλων, η οποία γίνεται πλέον υπό τις προϋποθέσεις και μετά γνώμη επιτροπής που ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 135 του Ν. 2594/1998, εφόσον οι εκδιδόμενες κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του Ν. 2594/1998 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση, για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος αυτό που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους είναι ανίσχυρες (ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 477/2014, ΑΠ 471/2014, ΑΠ 1078/2014, ΑΠ 162/2013, ΑΠ 1780/2012).

Περαιτέρω η προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών (επίδομα τέκνων) υπολογίζεται ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του οικείου πρέσβη και όχι επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή που δικαιούται έκαστος υπάλληλος. Τούτο προκύπτει από τη σαφή γραμματική διατύπωση των προαναφερθεισών διατάξεων όλων των ανωτέρω Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων "...

το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά ποσοστό ... για κάθε τέκνο ηλικίας μέχρι ... επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως..." και όχι επί του δικαιουμένου από τον υπάλληλο επιδόματος, τούτο δε δικαιολογείται εκ του ότι η κατά τ' ανωτέρω προσαύξηση του επιδόματος αυτού χορηγείται με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων (οικογενειακών βαρών) που δεν έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων λόγω της θέσης που κατέχει έκαστος υπάλληλος, ενώ οι ανάγκες αντιμετώπισής των ως άνω βαρών είναι προδήλως ίδιες για όλους τους υπηρετούντες σε κάθε χώρα υπαλλήλους που έχουν ανήλικα ή σπουδάζοντα τέκνα, ανεξαρτήτως του βαθμού και της θέσης την οποία κατέχουν (ΑΠ 36/2017, ΑΠ 508/2016, ΑΠ 477/2014, σχετ.

ΣτΕ 368/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] με την από 1.3.1994 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ αυτού και του πρέσβη της … στη …, προσελήφθη ως κλητήρας της ελληνικής πρεσβείας στη … και έκτοτε υπηρετεί στην ως άνω πρεσβεία με την ίδια ειδικότητα.

Ότι από το γάμο του με την Έ. Ν. έχει αποκτήσει ένα άρρεν τέκνο που γεννήθηκε στη …στις 19.2.1981. Ότι κατά το επίδικο κατά την αγωγή διάστημα από 1.2.1999 έως 19.2.2005, οπότε το ως άνω τέκνο συμπλήρωσε το 24ο έτος της ηλικίας του, ο ενάγων λάμβανε το μισθό που συμφωνήθηκε, ήτοι αντίστοιχο με το μισθό του κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, ως και το εκάστοτε καταβαλλόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, χωρίς όμως το εναγόμενο [και ήδη αναιρεσείον] Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλλει, ως όφειλε, και την προβλεπόμενη προσαύξηση του εν λόγω επιδόματος για οικογενειακά βάρη.

Ότι το άρρεν τέκνο του ενάγοντος από το έτος 1998 ήταν φοιτητής της φιλοσοφικής σχολής του κρατικού πανεπιστημίου "..." της …, μετά δε την ολοκλήρωση των σπουδών του, από 1.1.2004 έως 31.12.2004 ήταν φοιτητής του πρώτου έτους μεταπτυχιακών σπουδών του Ιστορικού Τμήματος του ίδιου Πανεπιστημίου. Ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός εξακολούθησε να είναι φοιτητής και για το μετά την 1.1.2005 χρονικό διάστημα.

Ότι με την από 9.2.2004 αίτηση του ενάγοντος προς το Υπουργείου Εξωτερικών (Δ/νση Μισθολογίου), που κατατέθηκε στις 12.2.2004 στην Ελληνική πρεσβεία στη …. και διαβιβάσθηκε στη συνέχεια στην ανωτέρω υπηρεσία, αυτός ζήτησε να του καταβληθούν οι εν λόγω προσαυξήσεις αναδρομικά από 1.3.1994, με συνέπεια τη διακοπή της παραγραφής για αξιώσεις που γεννήθηκαν εντός της προηγουμένης της υποβολής της αίτησης διετίας και στη συνέχεια άσκησε στις 9.12.2005 την ένδικη αγωγή με αντικείμενο την καταβολή των προσαυξήσεων αυτών για το διάστημα από 1.2.1999 έως 31.12.2005.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κατά παραδοχή σχετικών λόγων της από 7.6.2010 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε κατά ένα μέρος και ειδικότερα για τις επίδικες αξιώσεις του διαστήματος από 1.3.2002 έως 31.12.2005 την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως παραγεγραμμένη για τις πέραν της διετίας αξιώσεις του διαστήματος από 1.2.1999 έως 8.12.2003 πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής και ως μη νόμιμη για τις περαιτέρω αξιώσεις του διαστήματος από 9.12.2003 έως 31.12.2005, με το σκεπτικό ότι ο υιός του ενάγοντος είχε ήδη συμπληρώσει από 19.2.1999 το 18ο έτος της ηλικίας του, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 41.529,60 δολαρίων ΗΠΑ, για προσαυξήσεις οικογενειακών βαρών ύψους 16%, τις οποίες υπολόγισε επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη στη ….., ύψους 7.500 δολαρίων ΗΠΑ για το διάστημα από 1.3.2002 έως 31.12.2003 και 7.880 δολαρίων ΗΠΑ για το διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2004.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 (ισχύοντος κατά την ένδικη περίοδο) και της 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εξωτερικών, αφού, όπως έχει εκτεθεί στην αρχή της παρούσας, κατά τις διατάξεις αυτές οι υπηρετούντες στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών σε θέσεις κλητήρων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι είχαν προσληφθεί πριν τις 24.3.1998 και μισθοδοτούντο με το καθεστώς του Ν. 419/1976, σύμφωνα με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, δικαιούνται τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών, αφού ο περιορισμός των προσαυξήσεων αυτών μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και κατά συνέπεια ανίσχυρος, οι προσαυξήσεις δε αυτές κατά τις εν λόγω ΚΥΑ υπολογίζονται ως ποσοστό επί του αντίστοιχου επιδόματος, το οποίο δικαιούται ο οικείος πρέσβης και όχι ως ποσοστό επί του επιδόματος το οποίο δικαιούται έκαστος υπάλληλος.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ότι οι ανωτέρω προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής έπρεπε να υπολογισθούν επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος και όχι επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη στη ….

είναι αβάσιμος. Η δε ειδικότερη αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τη φύση των καθηκόντων του αναιρεσίβλητου σε σχέση με εκείνα του πρέσβη, με συνέπεια να μην υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής της προβλεπομένης από το άρθρο 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος αρχής της ισότητας, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν εφάρμοσε την εν λόγω συνταγματική αρχή, αλλά προέβη στην επιδίκαση των ανωτέρω ποσών εφαρμόζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1, 131 παρ.10, 11 του Ν. 419/1976, 129 παρ.2, 5 και 131 παρ.4 και 5 του Ν. 2594/1998 και της κατά το επίδικο διάστημα ισχύουσας με αριθ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 390/2001).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.12.2015 με αριθ. κατάθ. 1215/27.12.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 5617/12.9.2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ