Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling limitation period restarts after each procedural act's year-end.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Organization of Railways of Greece's appeal against the Court of Appeal's partial acceptance of employees' claims for unpaid annual leave. The employees argued their five-year limitation period expired in 2009, but the Court of Appeal correctly applied Article 270(2) of the Civil Code, which states the limitation period begins anew after the year in which the last procedural act occurred. The Court held that the limitation period does not start from the date of the act itself but from the end of that year, thereby invalidating the railway company's claim of expiration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 250(17) and 270(2) of the Civil Code; The five-year limitation period for wage-related claims begins anew after the expiration of the year in which the last procedural act took place, not from the date of that act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 600 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 600/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ ΑΕ), ν.π.ι.δ. υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., έως και 123) Κ. Δ. του Μ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 10ου, 12ου, 17ου, 27ου, 62ου, 63ου, 67ου και 98ου των αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Ζερβού, η οποία δήλωσε ότι: α) ο 10ος των αναιρεσιβλήτων Ν.
Χ. του Δ. απεβίωσε στις 24-3-2011 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Σ. χα Ν. Χ., το γένος Γ. Κ., Ε. Χ. του Ν. και Δ. Χ. του Ν., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια, β) ο 17ος των αναιρεσιβλήτων Ε. Π. του Θ. απεβίωσε στις 9-4-2009 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμος κληρονόμος του Ε.
Χ. του Δ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπείται από την ίδια, γ) ο 27ος των αναιρεσιβλήτων Α. Σ. του Α. απεβίωσε στις 25-4-2003 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι του Α. Μ. του Δ., Ε. Σ. του Α. και Ό. - Κ. Σ. του Α., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, δ) ο 62ος των αναιρεσιβλήτων Ν.
Μ. του Γ. απεβίωσε στις 14-4-2006 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Π. χα Ν. Μ., το γένος Κ. Π., Γ. Μ. του Ν. και Μ. Μ. του Ν., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια, ε) ο 67ος των αναιρεσιβλήτων Γ. Π. του Κ. απεβίωσε στις 15-6-2006 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι του Ι.
χα Γ. Π., το γένος Κ. Τ., Ε. Π. του Γ. και Ε. Π. του Γ., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, στ) ο 98ος των αναιρεσιβλήτων Β. Ζ. του Ν. απεβίωσε την 1-8-2012 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Μ. χα Β. Ζ., το γένος Ι. Μ., Χ. Ζ. του Β., Α. Ζ. του Β. και Ν. Ζ. του Β., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια, ζ) το επώνυμο της 29ης των αναιρεσιβλήτων είναι Β. (πρώην Κ.) Μ.
του Ε., η) εκ παραδρομής το επώνυμο της 44ης των αναιρεσιβλήτων γράφτηκε στο αναιρετήριο "Χ." αντί του ορθού "Τ.", θ) εκ παραδρομής το επώνυμο του 59ου των αναιρεσιβλήτων γράφτηκε στο αναιρετήριο "Λ." αντί του ορθού "Λ.", ι) εκ παραδρομής το επώνυμο του 64ου των αναιρεσιβλήτων γράφτηκε στο αναιρετήριο "Κ." αντί του ορθού "Κ." και ια) η 95η των αναιρεσιβλήτων εκ παραδρομής γράφτηκε στο αναιρετήριο "Σ.
Ε. του Φ." αντί του ορθού "Σ. Ε. του Τ.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων 10ου, 17ου, 27ου, 62ου, 67ου και 98ου Ν. Χ., Ε. Π., Α. Σ., Ν. Μ., Γ. Π. και Β. Ζ. αντίστοιχα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2353/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1505/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 23-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις προσκομιζόμενες .../18-12-2012 και .../19-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως, των δικαστικών επιμελητών ... και ... αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου κατά την προσδιορισθείσα αρχική δικάσιμο της 6-11-2012, καθώς και της με αριθμό 480/17-12-2012 βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου από την οποία προκύπτει ότι η υπόθεση κατά την ως άνω αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 6-11-2012 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση για παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δωδέκατο και εξηκοστό τρίτο εκ των αναιρεσιβλήτων (Κ.
Ε. και Μ. Α.). Επομένως εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία τους, αφού η εγγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως και δεν ήταν απαραίτητη η εκ νέου κλήτευσή τους (άρθρα 576 παρ. 2, 575, 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, μετά τη διακοπή της δίκης λόγω της γνωστοποιήσεως του επελθόντος θανάτου των αναιρεσιβλήτων:
Χ. Ν. Δ. (δέκατου), Π. Ε. (δέκατου έβδομου), Σ. Α. (εικοστού έβδομου), Μ. Ν. (εξηκοστού δεύτερου), Π. Γ. (εξηκοστού εβδόμου) και Ζ. Β. (ενενηκοστού ογδόου), νομίμως επαναλαμβάνεται εκούσια με ρητές δηλώσεις των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας εγγυτέρων συγγενών αυτών και εντεύθεν εξ αδιαθέτου κληρονόμων τους, η ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εφόσον είχαν προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Με βάση τα παραπάνω δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, στις περιπτώσεις όμως που αναφέρονται στο άρθρο 250 η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η πιο πάνω, από το άρθρο 250 οριζόμενη, αφετηρία αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 και 270 παρ. 1 του ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, αρχίζει δε και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος που πέρασε ως τη διακοπή από το τέλος της οποίας αρχίζει νέα παραγραφή. Τέλος, στο άρθρο 270 παρ. 2 του ΑΚ ορίζεται, ότι για τις αξιώσεις, ειδικότερα, του άρθρου 250 η νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται σαφώς, ότι για τις αξιώσεις του άρθρου 250 του ΑΚ, επί διακοπής της παραπάνω πενταετούς παραγραφής αυτών με την έγερση της σχετικής αγωγής, η νέα παραγραφή αρχίζει, όχι αμέσως από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, αλλά από την λήξη του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η διαδικαστική αυτή πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 του ΑΚ.
Συνεπώς, για την προβλεπόμενη στο άρθρο 250 αρ. 17 του ΑΚ πενταετή παραγραφή που αφορά αξιώσεις των κάθε είδους μισθών κ.λπ. για την οποία εφαρμόζεται ως προς την έναρξη της νέας παραγραφής, μετά προηγούμενη διακοπή αυτής, η ειδική ως προς αυτές διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 του ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 261 του ιδίου Κώδικα η οποία αναφέρεται μεν στη διακοπή της παραγραφής από την έγερση της αγωγής, για τον προσδιορισμό του χρόνου ενάρξεως της νέας παραγραφής, αφορά όμως γενικά τις αξιώσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται από το νόμο διαφορετική ρύθμιση (Ολ.ΑΠ 15/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εργαζομένων σ' αυτό, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθεί αποζημίωση λόγω μη καταβολής της ετήσιας άδειας αναψυχής για τα έτη 1996 και 1997, χωρίς να λάβει υπόψη του τη νομίμως προταθείσα με τις προτάσεις του (ενώπιον του Εφετείου) ένσταση παραγραφής εν επιδικία, με την οποία (ένσταση) προέβαλε, ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατά το άρθρο 250 παρ. 17 παραγράφονται μετά από πενταετία από τη λήξη του έτους που κατέστησαν απαιτητές, έχουν παραγραφεί εν επιδικία δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης της εφέσεώς του, από τις 4-6-2004 που αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα στις 4-8-2009, κατά την οποία κατατέθηκε από τους αναιρεσιβλήτους η έφεση στη Γραμματεία του Εφετείου και ορίστηκε δικάσιμος αυτής η 18-1-2011, κοινοποιήθηκε δε σ' αυτό την 30-12-2009, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ενόψει του ότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη από την κατάθεση της έφεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (4-6-2004) μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη, δηλαδή την κατάθεση της έφεσης στο Εφετείο (4-8-2009), αλλά και την κοινοποίηση αυτής στο αναιρεσείον την 30-12-2009, δεν είχε συμπληρωθεί εν επιδικία η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, αφού η εν λόγω παραγραφή άρχεται εκ νέου μετά το τέλος του έτους που ασκήθηκε η τελευταία διαδικαστική πράξη και όχι από την επομένη της ενέργειας αυτής, όπως εσφαλμένα υποστήριξε το αναιρεσείον με τον προβληθέντα ισχυρισμό περί παραγραφής εν επιδικία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2011 αίτηση του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος για αναίρεση της 1505/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ