Legislator Case Law & Legislation
600/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract dispute ruling citing procedural error in evidence consideration.

Case Number 600/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a regional director contract dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific claims about contract dates and unauthorized use of trade secrets. The court rejected these arguments, ruling that the lower court properly evaluated the evidence and dismissed the appellant's specific contentions as unsupported.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law or failure to consider relevant facts is inadmissible if the lower court explicitly rejected the alleged facts or if the alleged facts do not constitute independent 'things' under Article 559(8).

Keywords

AI generated
insurance contract dispute regional director appointment trade secret misappropriation appeal admissibility Code of Civil Procedure substantive law violation evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 80/1995
Supreme Court Case 3/1997
Supreme Court Case 12/1997
Supreme Court Case 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 600 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 600/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Καραβασίλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8555/2001 μη οριστική, 87/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3541/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής εσφαλμένα εφάρμοσε κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, η προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Συνεπώς, υπάρχει τέτοια παραβίαση και όταν ο δικαστής από εσφαλμένη εκτίμηση του νομικού χαρακτήρα των πραγματικών γεγονότων εφάρμοσε κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί και με βάση αυτόν απέρριψε την αγωγή ( Α.Π 80/1995 ). Στην δικαζόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε σ' αυτήν τα εξής: "Στα πλαίσια της επιθυμίας της να αναπτύξει ένα νέο δίκτυο παροχής υπηρεσιών ασφάλισης στη Βόρεια Ελλάδα και κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο.

ασφαλιστή, υπέγραψε μαζί του την από 21-8-1998 σύμβαση, δυνάμει της οποίας του ανέθεσε καθήκοντα περιφερειακού διευθυντή - συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με περιφέρεια ευθύνης τους νομούς Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Ειδικότερα, του ανέθεσε την προσέλκυση, εκπαίδευση και διοίκηση ασφαλιστών, τη δημιουργία υποκαταστημάτων και κυρίως την υλοποίηση του ετησίου στόχου παραγωγής ασφαλίστρων, όπως αυτός καθορίσθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο και ο οποίος για το πρώτο έτος ανέρχονταν στο ποσό των 410.000.000 δρχ.

για ασφαλιστικές συμβάσεις και 950.000.000 δρχ. για αμοιβαία κεφάλαια. Με εισηγήσεις του εναγόμενου προέβη σε δαπάνες 40.957.105 δρχ. για την οργάνωση και τον εξοπλισμό των υποκαταστημάτων ευθύνης του εναγόμενου και την προσέλκυση συνεργατών για την οργάνωση ενός δικτύου, το οποίο θα ήταν ικανό να αποφέρει την παραγωγή που συμφωνήθηκε.

Ο εναγόμενος δεν πέτυχε τον στόχο παραγωγής κατά το πρώτο έτος λειτουργίας της σύμβασης, δεδομένου ότι παρήγαγε 105.600.000 δρχ. ασφαλίσεις αντί 410.000.000 δρχ. και αμοιβαία κεφάλαια 429.375.000 δρχ. αντί 950.300.000 δρχ. Στις 22-3-2000 ο εναγόμενος υπέβαλε την παραίτηση του και παράλληλα, έχοντας ενημερωθεί για τη δυσαρέσκεια της ενάγουσας για την μη επίτευξη των καθορισμένων στόχων παραγωγής ασφαλίστρων, ενεργώντας αθέμιτα και αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, παρότρυνε και παρέσυρε σε ομαδική παραίτηση και το σύνολο των συνεργατών της ενάγουσας που είχαν στεγαστεί στα κεντρικά γραφεία της στη Θεσσαλονίκη, τους οποίους και απορρόφησε στη δική του επιχείρηση ασφαλιστικής πρακτορείας.

Ότι ο εναγόμενος, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ( επίτευξη ετησίων στόχων παραγωγής ), χρησιμοποίησε τα μέσα και την υποδομή που έθεσε στην διάθεση του η ενάγουσα εταιρία και έτσι ωφελήθηκε κατά το ποσό 40.957.105 δρχ., το οποίο η εταιρία κατέβαλε ως δαπάνες γραφείων Θεσσαλονίκης. Υπό τις συνήθεις στην αγορά συνθήκες τις δαπάνες αυτές όφειλε να επωμιστεί ως ίδια έξοδα ο ίδιος ο εναγόμενος.

Χάρη στις δαπάνες αυτές και την υποδομή και την οργάνωση που η εταιρία έθεσε στην διάθεση του εναγόμενου, ο τελευταίος μπόρεσε να επιτύχει την παραγωγή ασφαλίστρων, την οποία εν τέλει επέτυχε και να αντλήσει ίδιο όφελος και προμήθειες. Μετά όμως την λήξη της συνεργασίας τους, την αθέμιτη απόσπαση των στελεχών και την ακύρωση συμβολαίων που προκάλεσε ο εναγόμενος, η εταιρία αποξενώθηκε από την ως άνω παραγωγή.

Άρα και οι ως άνω δαπάνες κατέστησαν ποσό κατά το οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος. Περαιτέρω, εκτίθεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος, με την αθέμιτη απόσπαση στελεχιακού δυναμικού της ενάγουσας, την ιδιοποίηση εμπορικών της απορρήτων και την αθέμιτη απόσπαση πελατείας της προκάλεσε από πρόθεση στην ενάγουσα ζημία 23.568.426 δρχ.

από την ακύρωση συμβολαίων. Επίσης, εκτίθεται στην αγωγή ότι με την καταχρηστική, αιφνίδια και αδικαιολόγητη συμπεριφορά του εναγομένου και τη διακοπή της συνεργασίας τους. σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη παραίτηση όλων των ασφαλιστικών συμβούλων της εταιρίας, την οποία αυτός υποκίνησε και προσχεδίασε, έβλαψε ανεπανόρθωτα την εμπορική φήμη της εταιρίας, καθώς στην αγορά έχουν δημιουργηθεί ερωτηματικά και φήμες για το λόγο της μαζικής παραίτησης όλων των συνεργατών του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, έχει δε απολεσθεί σημαντικό μέρος της παραγωγής και καθίσταται δυσχερής η εξεύρεση νέων συνεργατών.

Επίσης η εταιρία βρέθηκε σε σημαντικά μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της, καθώς για δύο σχεδόν ολόκληρα χρόνια κατέβαλε έξοδα και κόπους για να συγκροτήσει ένα δίκτυο, το οποίο σε μία ημέρα, εξ υπαιτιότητας του εναγομένου εξαφανίστηκε και πρέπει να οργανωθεί από την αρχή. Ότι εξαιτίας της παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς του εναγομένου η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη σε προσβολή της φερεγγυότητας της, κυρίως όμως της αξιοπιστίας και της φήμης της στην αγορά, για την ικανοποίηση της οποίας, εύλογο και δίκαιο θεωρείται το ποσό των δρχ. 20.000.000.

Τέλος, εκτίθεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος παρανόμως και εκμεταλλευόμενος τη διευθυντική του θέση απέσπασε από την εταιρία, την προτεραία της παραιτήσεως του, το ποσό των δρχ. 1.400.000. χωρίς νόμιμη αιτία, προκαλώντας ισόποση ζημία στην εταιρία, την οποία πρέπει να αποκαταστήσει σύμφωνα με τα άρθρα 914, 919 και 904 ΑΚ." Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει:

α ) το ποσό των 40.957.105 δρχ. ή 120.196.93 ευρώ κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, β) τα ποσά των 1.400.000δρχ. και 23.568.426 δρχ. ως περιουσιακή ζημία κατά τις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού και αδικοπραξιών και γ ) το ποσό των 20.000.000 δρχ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την σε βάρος της αδικοπραξία.

Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ποσό των 40.957.105 δρχ. δαπανήθηκε από την ενάγουσα για την ανάπτυξη του δικτύου της στη Βόρεια Ελλάδα και στα πλαίσια ανάληψης εκ μέρους της του επιχειρηματικού κινδύνου αύξησης της παραγωγής της. Οι εν λόγω δαπάνες δεν συνδέονται με οποιαδήποτε αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου και δεν θεμελιώνουν αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.

Η επικαλούμενη αθέμιτη από τον εναγόμενο απόσπαση των στελεχών της ενάγουσας από το κεντρικό γραφείο της στη Θεσσαλονίκη και η απορρόφηση τους στη δική του ανταγωνιστική εταιρία, καθώς και η αθέμιτη απόσπαση της πελατείας της ενάγουσας, συνδέονται κατά την αγωγή αποκλειστικά με την επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας εκ δρχ. 23.568.426 από ακύρωση συμβολαίων και με την ηθική της βλάβη και όχι με τις ανωτέρω δαπάνες, που προηγήθηκαν της αθέμιτης συμπεριφοράς και δεν αποτελούν "ζημία" της ενάγουσας, αφού συνετέλεσαν ( πάντα κατά την αγωγή ) στην επίτευξη παραγωγής ασφαλίσεων ύψους 105.600.000 δρχ.

και αμοιβαίων κεφαλαίων 429.375.000 δρχ., προς όφελος της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του. αφού κατά παραδοχή λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που αφορούσε τις δαπάνες των 40.950.105 δρχ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, ως στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και έκρινε νόμιμη κατά τα λοιπά την αγωγή, ως στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, απέρριψε δε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να εφαρμόσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ. αναφορικά με το περί δαπανών κεφάλαιο της αγωγής, διότι οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού η αγωγή δεν περιείχε και βάση από αδικοπραξία, μη ερευνηθείσα από το πρωτόδικο δικαστήριο.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο όσον αφορά το ανωτέρω κονδύλιο των 40.950.105 δρχ. εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής στον κανόνα του άρθρου 904 Α,Κ.., έστω και αν η αναιρεσείουσα τον είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της, ενώ όφειλε να τα υπαγάγει στους κανόνες δικαίου των άρθρων 914 και 919 Α.Κ.., είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν ατό αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονταν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής : " Η ενάγουσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, στα πλαίσια ανάπτυξης του δικτύου πωλήσεων της στη Βόρεια Ελλάδα, συνήψε με τον εναγόμενο την από 21-8-1998 σύμβαση έργου, με την οποία τοποθέτησε αυτόν ως Περιφερειακό Διευθυντή (Συντονιστή) και του ανέθεσε το έργο του ελέγχου της πιστής εφαρμογής των Κανονισμών λειτουργίας από τους Διευθυντές (Συντονιστές) Καταστημάτων, μέριμνα της δημιουργίας νέων Καταστημάτων και την υλοποίηση των ετήσιων προϋπολογισμών παραγωγής δαπανών και λοιπών ποιοτικών συντελεστών της περιφέρειας ευθύνης του, με σκοπό την επίτευξη του ετήσιου στόχου παραγωγής ασφαλίστρων, που η εταιρεία (ενάγουσα) ορίζει, κάθε φορά, σε ετήσια (δωδεκάμηνη) βάση για τη θέση του περιφερειακού Διευθυντή (Συντονιστή).

Με την από 1-9-1998 συμπληρωματική σύμβαση, καθορίστηκε η περιφέρεια ευθύνης του εναγομένου στους νομούς Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Με την πρώτη σύμβαση η αμοιβή του εναγόμενου συμφωνήθηκε να είναι η ακόλουθη: 1) αναλογική αμοιβή: α) ποσοστό 15% επί των προμηθειών των τριών πρώτων ετών της παραγωγής των ασφαλιστικών Συμβούλων και 5% επί των προμηθειών παραγωγής πρακτόρων για τον κλάδο ζωής, β) ποσοστό 5% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών Συμβούλων και 2% επί των προμηθειών πρακτόρων της περιφερειακής Διεύθυνσης για τον κλάδο αυτοκινήτων γ) ποσοστό 8% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών Συμβούλων και 3% επί των προμηθειών πρακτόρων της περιφερειακής Διεύθυνσης για τους λοιπούς κλάδους γενικών ασφαλίσεων 2) πρόσθετη προμήθεια, καθοριζόμενη ετησίως από την εταιρεία (ενάγουσα), η οποία θα ανταποκρίνεται στην πραγματοποίηση του ελάχιστου οικονομικού αποτελέσματος - έργου, του οποίου το ύψος συμφωνήθηκε να καθορίζεται στην αρχή κάθε έτους από την ενάγουσα για τη θέση του περιφερειακού Διευθυντή (Συντονιστή).

Με τη δεύτερη (από 1-9-1998) σύμβαση, η πρόσθετη προμήθεια του εναγομένου για το πρώτο έτος ορίστηκε στο ποσό των 8.400.000 δρχ. και συμφωνήθηκε να προκαταβληθεί μόνο για το πρώτο έτος ισχύος της από 21-8-1998 σύμβασης καινά εξοφληθεί άτοκα, με την παρακράτηση από την ενάγουσα της σταθερής αμοιβής του εναγόμενου από 700.000 δρχ.

το μήνα στο διάστημα από Σεπτέμβριο 1998 μέχρι και το μήνα Αύγουστο του 1999. Το ποσό αυτό θα κατέβαλλε η ενάγουσα στον εναγόμενο κάθε μήνα, αν δεν του είχε προκαταβάλει την αμοιβή δώδεκα (12) μηνών (700.000 δρχ. Χ 12 = 8.400.000 δρχ.). Επιπλέον, και μόνο για το πρώτο έτος της από 21-8-1998 σύμβασης, συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εναγόμενο το ποσό των 15.600.000 δρχ.

ως πρόσθετο "μπόνους". εάν και εφόσον κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα πραγματοποιήσει: 1) με άμεσες ή έμμεσες ενέργειες του ασφαλιστικές συμβάσεις κάθε είδους για λογαριασμό της ενάγουσας συνολικού ύψους λογιστικοποιημένων ασφαλίστρων 410.000.000 δρχ. και 2) αμοιβαία κεφάλαια για το ίδιο χρονικό διάστημα συνολικού ύψους 950.000.000 δρχ.

Το ποσό των 15.600.000 δρχ. προκαταβλήθηκε στον εναγόμενο και συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση κατά την οποία δεν επιτύχει τους παραπάνω στόχους, θα επιστρέψει το ποσό αυτό άτοκα στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος πραγματοποίησε παραγωγή ασφαλίστρων συνολικού ποσού 105.600.000 δρχ. αντί των 410.000.000 δρχ., που είχε συμφωνηθεί, και αμοιβαία κεφάλαια συνολικού ύψους εισροών 429.375.000 δρχ.

αντί των συμφωνηθέντων 950.300.000 δρχ. Κατόπιν αυτού, την 1η Σεπτεμβρίου 1999, προήλθε σε νέα συμφωνία με την ενάγουσα, με την οποία παρατάθηκε το χρονικό διάστημα επίτευξης των προαναφερθέντων στόχων μέχρι την 30 Αυγούστου 2000. Ο εναγόμενος, στις 22-3-2000, παραιτήθηκε οικειοθελώς από συνεργάτης της ενάγουσας. Την ίδια ημερομηνία παραιτήθηκαν οικειοθελώς, με αυτοτελή ο καθένας δήλωση παραίτησης, και οι συνεργάτες της ενάγουσας...

Όλοι οι παραπάνω ήταν ασφαλιστές, εργαζόταν ως ελεύθεροι επαγγελματίες και, πριν συνεργαστούν με την ενάγουσα, είχαν επί πολλά χρόνια συνεργασία με τον εναγόμενο. Οι ίδιοι ήταν έμπειροι επαγγελματίες στο χώρο των ασφαλίσεων και η αποχώρηση τους ήταν προσωπική επιλογή του καθενός. Δεν αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος τους καθοδήγησε ή τους παρότρυνε σε παραίτηση...Από τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, αλλά και των μαρτύρων του εναγόμενου απορρέει με βεβαιότητα, ότι η μεταφορά συμβολαίων από μια ασφαλιστική εταιρεία σε άλλη με την σύμφωνη γνώμη των πελατών (ασφαλισμένων) δεν συνιστά παράνομη και αθέμιτη πράξη, ούτε αντίκειται στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε εμπορικά απόρρητα της ενάγουσας, ούτε ότι χρησιμοποίησε στοιχεία σε βάρος αυτής, για να αποσπάσει από αυτήν πελάτες. Εξάλλου, από τους πίνακες των συμβολαίων, που ακυρώθηκαν, εξάγεται ότι αυτά καταρτίστηκαν μετά την αποχώρηση του εναγομένου από την ενάγουσα και δεκατέσσερα μόλις απ' αυτά είχαν συναφθεί πριν την εν λόγω αποχώρηση, ανανεώθηκαν δε μετά από αυτήν.

Η ακύρωση των αναφερόμενων συμβολαίων με συνολικό ποσό ασφαλίστρων 23.568.426 δρχ. δεν αποδεικνύεται, ότι οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του εναγομένου. Ο τελευταίος, ο οποίος πέτυχε την παραγωγή ασφαλίστρων για την ενάγουσα ύψους 105.600.000 δρχ., αποχώρησε από αυτήν, όπως είχε δικαίωμα και δεν χρησιμοποίησε αθέμιτα μέσα, για να αποσπάσει πελατεία, ούτε έβλαψε την αξιοπιστία και την εμπορική της φήμη.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, με βάση την αρχική σύμβαση, είχε δικαίωμα να λαμβάνει ως αμοιβή, εκτός από τα ποσοστά επί των προμηθειών (αναλογική αμοιβή), και πρόσθετη προμήθεια, η οποία θα καθοριζόταν κάθε χρόνο από την ενάγουσα, συνιστάμενη σε σταθερό ποσό κάθε μήνα. Η σταθερή αυτή αμοιβή ορίστηκε για τον πρώτο χρόνο, πριν αρχίσει η παραγωγή ασφαλίστρων, στο ποσό των 700.000 δρχ.

το μήνα και η καταβολή της δεν εξαρτήθηκε από την πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος εκ μέρους του εναγομένου. Αυτό αποδεικνύεται με βεβαιότητα από τους όρους της αρχικής σύμβασης σε συνδυασμό με αυτούς των συμπληρωματικών συμβάσεων. Ειδικότερα, με την από 1-9-1998 συμπληρωματική σύμβαση ορίστηκε, ότι η σταθερή αυτή προμήθεια, ύψους 8.400.000 δρχ.

για το πρώτο έτος ισχύος της από 21-8-1998 σύμβασης, θα προκαταβληθεί μόνον για το πρώτο έτος στον εναγόμενο. Η καταβολή αυτού του ποσού δεν εξαρτήθηκε από την επίτευξη των παραπάνω αναφερόμενων στόχων...Από την πραγματοποίηση των τελευταίων εξαρτήθηκε μόνον η καταβολή του ποσού των 15.600.000 δρχ., που συμφωνήθηκε να λάβει ο εναγόμενος ως πρόσθετο "bonus".

Έτσι, ο τελευταίος είχε δικαίωμα να λάβει, ως σταθερή αμοιβή, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2000 το ποσό των 700.000 δρχ. Χ 2 μήνες = 1.400.000 δρχ. (4.108,58 Ευρώ), που έλαβε από το ταμείο της εταιρείας. Κατόπιν αυτών, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε ότι ο εναγόμενος προκάλεσε παράνομα και υπαίτια στην ενάγουσα ζημία ύψους 73.274,91 Ευρώ (δηλαδή 4.108,58 Ευρώ και 69.166,33 Ευρώ το δεύτερο ποσό από ακυρώσεις συμβολαίων), επιπλέον δε, ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 14.673,51 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όσον αφορά το κονδύλιο των 120.196,93 ευρώ και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 του ν. 146/1914 και 914. 919 του Α.Κ., τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι η μεταφορά των συμβολαίων διαφόρων πελατών της ενάγουσας στην εταιρία του εναγομένου δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε αθέμιτα μέσα του εναγομένου, καθόσον επακολούθησε της παραιτήσεως του, έγινε με αίτηση των ιδίων των πελατών και δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του εναγομένου και σε ιδιοποίηση και εκμετάλλευση εμπορικών απορρήτων της ενάγουσας, οι παραδοχές δε αυτές δικαιολογούν τη μη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Οι περί του αντιθέτου δεύτερος από άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και τρίτος από τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ο ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που .αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. που υποβλήθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του, ότι " σε όσους πίνακες που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής μας αναγράφεται ημερομηνία κατάρτισης των ακυρωθέντων συμβολαίων, μεταγενέστερη της ημερομηνίας αποχώρησης του αντιδίκου και των συνεργατών μας από την εταιρία μας, αυτή η ημερομηνία αναφέρεται στην ημερομηνία ανανέωσης αυτών των συμβολαίων, των οποίων τους δικαιούχους ο αντίδικος έπεισε να τα ακυρώσουν, προκειμένου να αποξενωθεί η εταιρία μας από την παραγωγή αυτή προς όφελος της "INTERLOGIC".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε, δεχόμενο ότι από τα αναφερόμενα στην αγωγή ως ακυρωθέντα συμβόλαια μόνο δεκατρία συμβόλαια είχαν συναφθεί πριν την αποχώρηση του εναγόμενου και ανανεώθηκαν μετά από αυτήν.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3541/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ