Legislator Case Law & Legislation
600/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding attorney fees not raised in first instance.

Case Number 600/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a first-instance judgment regarding social security compensation. The appellant argued the lower court erred by failing to offset legal fees against the compensation award, claiming this violated specific procedural articles. The court rejected this, ruling that the appeal relied on a ground not properly raised in the original trial and that the legal fees must be paid in full without offsetting to prevent the reduction of the beneficiary's award.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 189 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it relies on a ground not properly raised in the court of first instance, unless it concerns public order, and legal fees for the representative must be awarded in full without offsetting against the compensation to prevent the reduction of the beneficiary's award.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal legal fees offset social security compensation procedural default attorney remuneration

Cited Legislation

AI generated
Article 562 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 18 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 600 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 600/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γρηγόριο Κοσσυβάκη και Αικατερίνη Ραπτοπούλου, οι οποίοι ανακάλεσαν την από 4/2/2010 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Χειμώνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/8/2007 αίτηση και την από 21/1/2008 ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 25/10/2007 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 1618/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/3/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 27/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18-3-2009 αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός δεν έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξης.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000, 1055/2005, ΑΠ 139/2001, 539/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. από το γεγονός ότι "το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 451 εδ. θ του ν.δ. 2698/1953 δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου ΙΚΑ για οριστικό καθορισμό τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριουμένου ακινήτου αφού δεν συνοδευόταν από προηγούμενη σχετική απόφαση του Διοικητή του που επιβάλλεται από τη πιο πάνω διάταξη για την άσκηση ή την έγκρισή της". Έτσι, διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αναίρεσης, χωρίς επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί απαραδέκτου ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου κατά το άρθρο 13 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΚΑΑΑ), τελ. Εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 § 1 ν. 3193/2003)".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διάταξες αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λήξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 §1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007 και 754/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: Σε εκτέλεση του από 22.12.1995 ΠΔ (ΦΕΚ 145 τ. Δ'/16.2.2005) με το οποίο εγκρίθηκε η αναθεώρηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., εκδόθηκε η 398/2005 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ...

που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο 9633 φύλλο της εφημερίδας "Η ..." της 26.5.2006, με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες του Δήμου ..., για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την ανέγερση κτιρίου Πολιτιστικού κέντρου, ενός οικοπέδου του ΙΚΑ επιφάνειας 2.614,75 τ.μ. μετά των επικειμένων του που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου ...

στο Ο.Τ. 124, στη συμβολή των οδών ... και απεικονίζεται με τα κτηματολογικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ρ-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α στο από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό - κτηματολογικό διάγραμμα του τοπογράφου - Μηχανικού ... που θεωρήθηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με τον από 6.6.2005 κτηματολογικό πίνακα του ιδίου μηχανικού που συνοδεύουν την άνω απόφαση, φέρει δε τον κτηματολογικό αριθμό ....

Επί του ανωτέρω ακινήτου (οικοπέδου) βρίσκονται 9 παλαιά κτίσματα και 2 κατασκευές τα οποία φέρονται στον από 6.6.2005 κτηματολογικό πίνακα με τις ενδείξεις 1-11. Ειδικότερα: 1) παλαιό πλακοσκεπές κτίσμα με την ένδειξη 1, συνολικής επιφάνειας 1.168,10 τ.μ. (584,05 τ.μ. Χ 2 όροφοι) και συνολικού όγκου 4.672,40 κ.μ. 2) κεραμοσκεπές κτίσμα με την ένδειξη 2, συνολικής επιφάνειας 509,22 τ.μ. (254,61 τ.μ.

Χ 2 όροφοι) και συνολικού όγκου 2.164,19 κ.μ., 3) κεραμοσκεπές κτίσμα με την ένδειξη 3, συνολικής επιφάνειας 735,78 7τ.μ. (245,26 τ.μ. Χ 3 όροφοι) και συνολικού όγκου 2.820,49 κ.μ., 4) πλακοσκεπές κτίσμα με την ένδειξη 4 επιφάνειας 6,23 τ.μ. και όγκου 14,95 κ.μ., 5) κεραμοσκεπές κτίσμα με την ένδειξη 5 επιφάνειας 153,62 τ.μ., και όγκου 844,91 κ.μ., 6) πλακοσκεπές κτίσμα με την ένδειξη 6, επιφάνειας 560,40 τ.μ.

και όγκου 2.521,80 κ.μ., 7) πρόχειρο κτίσμα με την ένδειξη 7 που φέρει στέγη από ελλενίτ, επιφάνειας 90,93 τ.μ. και όγκου 245,51 κ.μ., 8) πρόχειρο κτίσμα με την ένδειξη 8 που φέρει στέγη από ελλενίτ, επιφάνειας 80,31 τ.μ.) και όγκου 216,84 κ.μ., 9) πλακοσκεπές δώμα με την ένδειξη 9, επιφάνειας 5,89 τ.μ. και όγκου 12,37 κ.μ., 10) πρόχειρη ανοικτή κατασκευή (στέγαστρο από ελλενίτ) με την ένδειξη 10, επιφάνειας 45,89 τ.μ., 11) πρόχειρη ανοικτή κατασκευή (στέγαστρο από ελλενίτ) με την ένδειξη 11, επιφάνειας 92,28 τ.μ.

Το επίδικο ακίνητο, κατά βάση γωνιακό, με πρόσωπο επί των οδών ... και έξοδο προς την οδό ..., μέτρων 33,75, 63,91 και 9,29 αντιστοίχως στην κάθε μία, είναι σε κεντρικό σημείο του Δήμου ... και δη γειτνιάζει με πάρκο του Δήμου και την πλατεία ... και βρίσκεται κοντά στο εμπορικό κέντρο της πόλης, σε μικρή απόσταση από τους άξονες ...

με καταστήματα, τράπεζες, το Δημαρχείο και άλλα εμπορικά κτίρια. Η περιοχή όπου κείται το εν λόγω ακίνητο εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας καθώς και από συγκοινωνία δια της οδού ... που απέχει 100 μ. περίπου από το επίδικο και δια της ... που απέχει από αυτό 50 μ. περίπου, ενώ σε απόσταση 700 μ. περίπου βόρεια τούτου βρίσκεται ο σταθμός ΗΣΑΠ ...

και σε ίδια απόσταση δυτικά, βρίσκεται ο σταθμός ΗΣΑΠ .... Εξάλλου η περιοχή είναι πλήρως δομημένη με καλές κατασκευές, ο συντελεστής δόμησης ανέρχεται σε 2,4 και η μέγιστη επιτρεπόμενη κάλυψη σε 70%, ενώ από τις 14 ζώνες στις οποίες είναι χωρισμένος αξιολογικά ο Δήμος ... το επίδικο εμπίπτει στην Ε' ζώνη. Τα κτίσματα που υπάρχουν εντός του ακινήτου είναι αποθηκευτικοί χώροι, χώροι συνεργείων, στάθμευσης και γραφείων, απλοϊκής κατασκευής, χωρίς αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, παλαιότητας άνω των 50 ετών και παρουσιάζουν στοιχεία αυξημένης φυσικής φθοράς λόγω έλλειψης συντήρησης.

Η επισκευή, τους είναι οικονομικά ασύμφορη διότι απαιτούνται προς τούτο πολυδάπανες εργασίες, η κατάστασή τους δεν επιτρέπει την ενοικίασή τους ούτε την κατ' άλλο τρόπο αξιοποίηση ή εκμετάλλευσή τους. Σύμφωνα με την από 7.6.2006 (αρ. πρωτ. 2447) έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου ήταν 743,98 ευρώ ανά τ.μ., ενώ σύμφωνα με την από 7.11.2007 τοιαύτη της ιδίας υπηρεσίας 1.029,60 ευρώ ανά τ.μ., υπολογιζομένου του μειωμένου συντελεστή ειδικών συνθηκών 0,80 λόγω κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Κατά μεν τον μάρτυρα ... που εξετάσθηκε τόσο στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 740 ευρώ ανά τ.μ. επεσήμανε όμως στην πρώτη δίκη, ότι τέτοια οικόπεδα δεν έχει πολλά η ..., ενώ δεν προέβη σε εκτίμηση της αξίας των επικειμένων.

Κατά δε τον μάρτυρα ... που εξετάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η αξία αυτού ανέρχεται σε 18.000 ευρώ ανά τ.μ. λόγω της εμπορικότητας της περιοχής (συντελεστής 5) όπως αναφέρει και στην από 24.10.2006 έκθεσή του που συνέταξε μαζί με τον συνάδελφό του πολιτικό μηχανικό .... Κατά την έκθεση αυτή, η αξία των επικειμένων ανέρχεται 1) για τα πλακοσκεπή ή κεραμοσκεπή κτίσματα σε 200 ευρώ ανά μ3, 2) για τα κτίσματα με στέγη ελλενίτ σε 80 ευρώ ανά μ3 και 3) για τα ανοικτά στέγαστρα σε 70 ευρώ ανά μ3.

Εξάλλου, κατά την από ... έκθεση των ... Διευθυντή Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμου ... και ..., Προϊσταμένης Τμήματος Μελετών του εν λόγω Δήμου, η αντικειμενική αξία του επιδίκου οικοπέδου δεν υπολείπεται της εμπορικής, ανερχομένη σύμφωνα με τους νέους πίνακες αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Οικονομικών που ισχύουν από 1.1.2006 σε 743,98 ευρώ ανά τ.μ., υπολογιζόμενου του συντελεστή ειδικών συνθηκών 0,80, ενώ η αξία των επικειμένων σε 85 ευρώ ανά μ2 για τα πλακοσκεπή κτίσματα, 85 ευρώ ανά μ2 για τα κεραμοσκεπή, 24 ευρώ ανά μ2 για τα παραπήγματα με ελλενίτ, 24 ευρώ ανά μ2 για τα στέγαστρα από ελλενίτ και 20 ευρώ ανά μ2 για τους μανδρότοιχους.

Με την 139/2007 απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επί ασκηθείσης αιτήσεως του Δήμου ... (χωρίς αντίθετη αίτηση του ΙΚΑ), καθόρισε με κρίσιμο χρόνο την κατά την 15.12.2006 ενώπιόν του συζήτηση της υπόθεσης, την προσωρινή αποζημίωση των εν λόγω απαλλοτριουμένων στο ποσό των 743,98 ευρώ ανά τ.μ. για την εδαφική έκταση του οικοπέδου, σε 85 ευρώ ανά κ.μ.

για τα με την ένδειξη 1,2,3,4,5,6 και 9 κτίσματα, σε 24 ευρώ ανά κ.μ. για τα με την ένδειξη 7 και 8 και σε 29 ευρώ ανά τ.μ. για τις με την ένδειξη 10 και 11 πρόχειρες κατασκευές. Ο αιτών Δήμος ζητεί με την αίτησή του τον καθορισμό των ανωτέρω ποσών για τα επικείμενα πλην των πρόχειρων κατασκευών ανά τ.μ. και όχι, ανά κ.μ. που δέχθηκε η ως άνω απόφαση και για τις τελευταίες (πρόχειρες κατασκευές) ζητεί με την ανταίτησή του τον καθορισμό αυτών στο ποσό των 24 ευρώ ανά τ.μ..

Το αιτούν Ι.Κ.Α. - Ε. Τ.A.M. με την αίτησή του ζητεί να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας για την εδαφική έκταση στο ποσό των 18.000 ευρώ και για τα επικείμενα στο ποσό των 200 ευρώ ανά κ.μ., για τα με την ένδειξη 1,2,3,4,5,6, και 9, στο ποσό των 80 ευρώ ανά κ.μ., για τα με την ένδειξη 7 και 8 και στο ποσό των 150 ευρώ ανά τ.μ. για τις πρόχειρες με την ένδειξη 10 και 11, κατασκευές.

Από άποψη συγκριτικών στοιχείων ο αιτών Δήμος ... επικαλείται και προσκομίζει: 1) την ΕΑ 4642/2000 απόφαση η οποία με κρίσιμο χρόνο την 22.5.1998 για συνολικά απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση εμβαδού 1.800 τ.μ. απέχουσα 1 περίπου χιλιόμετρο από την..., καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας των σε αυτή επιδίκων στο ποσό των 160.000 δραχμών ανά τ.μ.

για την γωνιαία αυτής έκταση και στο ποσό των 150.000 δραχμών ανά τ.μ. για τις λοιπές, ήτοι σε 469,55 και 440,2 ευρώ ανά τ.μ. 2) την ΜΠΑ 1125/2007 απόφαση η οποία με κρίσιμο χρόνο την 1.1.2007 καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας απαλλοτριωθείσας λόγω ρυμοτομίας στο Δήμο ...εδαφικής έκτασης (60,95 τ.μ.) στο ποσό των 260 ευρώ ανά τ.μ. 3) το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κατίνας Βλαχοπούλου δυνάμει του οποίου πωλήθηκε έκταση 3.369,27 τ.μ. στο Ο.Τ. 116 του Δήμου ...μετά των επ' αυτής κτισμάτων, αντί του ποσού των 474.637.568 δραχμών ή 140.872,52 ευρώ, ήτοι 413,41 ευρώ ανά τ.μ. 4) το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Γενοβέφας Ζούκα δυνάμει του οποίου πωλήθηκε έκταση 153 τ.μ.

στο 139 Ο.Τ. του Δήμου .... αντί δηλωθείσας αξίας 79.500 ευρώ ήτοι 519 ευρώ ανά τ.μ. Το αιτούν ΙΚΑ - ΕΤΑΜ επικαλείται και προσκομίζει το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Αναγνωστοπούλου δυνάμει του οποίου πωλήθηκε οικοπεδική έκταση επιφάνειας 854,12 τ.μ. στο Ο.Τ. 16 του Δήμου ..., επί της Λεωφόρου ..., αντί του ποσού των 2.800.000 ευρώ ήτοι 3.278,23 ευρώ ανά τ.μ.

Άλλα συγκριτικά στοιχεία δεν, προσκομίζονται. Με βάση τα εκτεθέντα καθώς και εκείνα που δεν μνημονεύονται ειδικώς, εκτιμώμενων δε των εξ αυτών συγκριτικών στοιχείων κατά τον λόγο της τοπικής και χρονικής προσφορότητάς τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οριστική τιμή μονάδας της απαλλοτριούμενης εδαφικής έκτασης πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 2.800 ευρώ ανά τ.μ.

των δε προαναφερομένων επ' αυτής επικειμένων ως εξής: Για τα κτίσματα με τις ενδείξεις 1,2,3,4,5,6 και 9 στο ποσό των 85 ευρώ ανά κ.μ., για τα κτίσματα με τις ενδείξεις 7 και 8 σε 24 ευρώ ανά κ.μ. και για τις πρόχειρες κατασκευές με τις ενδείξεις 10 και 11 σε 29 ευρώ ανά τ.μ. απαλλοτριουμένων με βάση τις υπάρχουσες νομισματικές και οικονομικές συνθήκες κατά τον κρίσιμο χρόνο της 29.1.2008, οπότε και έγινε η συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η οποία και διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό (15.12.2006 - άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2882/2001).

Οι τιμές αυτές επιτρέπουν στο αιτούν Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. να αντικαταστήσει τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια χωρίς να υπολογισθεί η ανατίμηση ή υποτίμηση τους που τυχόν επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξης για την κήρυξη ή την εξαγγελία της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της (Ολ ΑΠ 13/2000 ΕλΔ/νη 41.950). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις και η ανταίτηση ως βάσιμες και κατ' ουσίαν".

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 του ΚΑΑΑ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές στο αιτιολογικό της απόφασής του το Εφετείο με πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία και ύστερα από προσήκουσα αξιολόγησή τους, σε συνδυασμό και με την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων, αλλά και τη κατάσταση και το είδος των επικειμένων, προσδιόρισε την κατά τη κρίση του πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων κατά το κρίσιμο χρόνο.

Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά της σ'αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου και των επικειμένων του κατά τον κρίσιμο χρόνο, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά το αναιρεσείον σε αντίθεση:

α) με το ότι το συγκριτικό στοιχείο που προσκόμισε το αναιρεσίβλητο ήταν απρόσφορο, β) η προσδιορισθείσα αξία του απαλλοτριωτέου εδάφους στο ποσό των 2.800 € είναι υπερτριπλάσια εκείνου που προσδιορίσθηκε προσωρινά, αλλά και της ισχύουσας αντικειμενικής αξίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης, του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση' του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την πραγματική αξία των επικειμένων κτισμάτων του απαλλοτριουμένου το από 7-9-2003 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομοτεχνικών υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου ΙΚΑ στο οποίο "παραδεχόταν την εξαιρετικά άσκημη κατάσταση των επικειμένων κτισμάτων του απολλωτριουμένου", το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικά του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία ειδικά εκτιμήθηκε η κατάσταση των επικειμένων όπως προκύπτει και από το πιο πάνω έγγραφο καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Απ' τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διακρίβωση της θεμελίωσης από ουσιαστική άποψη του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου προκύπτει από τον έλεγχο του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εφ' όσον περιέχει σχετική διάταξή της στο διατακτικό, ακόμα και αν παραλήφθηκε η αιτιολογία δεν θεμελιώνεται ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει κατ' άρθρ. 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. τ' ακόλουθα για τον εδώ ερευνόμενο αναιρετικό λόγο: Με την από 7-8-2007 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων Δήμος ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των επικειμένων του απαλλοτριουμένου ακινήτου.

Στη συνέχεια το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ άσκησε την από 25-10-2007 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου για το καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης τόσο του εδάφους όσο και των επικειμένων του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Ο αναιρεσείων Δήμος κατά την συζήτηση των πιο πάνω αιτήσεων εμπρόθεσμα και παραδεκτά άσκησε ανταίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας του εδάφους του απαλλοτριουμένου ακινήτου και δύο επικειμένων που δεν είχαν περιληφθεί στην από 7-8-2007 αίτησή του.

Από το ιστορικό, το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία συνεκδικάσθηκαν οι πιο πάνω αιτήσεις των αντιδίκων και η ανταίτηση του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα της ανταίτησης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος του απαλλοτριωμένου ακινήτου, χωρίς να προκύπτει το αντίθετο ούτε από τη μεμονομένη περικοπή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης ότι "ο αιτών Δήμος ζητεί με την αίτησή του τον καθορισμό των αναφερόμενων σ'αυτή ποσών για τα επικείμενα και με την ανταίτησή του τον καθορισμό άλλου ποσού για τα επικείμενα", αφού στη συνέχεια κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές στην προηγούμενη σκέψη συνεκτιμήθηκαν τα συγκριτικά στοιχεία και των αντιδίκων μερών και τελικά με ειδικές παραδοχές στο αιτιολογικό και ειδική διάταξη στο διατακτικό κατέληξε στη μερική παραδοχή της ανταίτησης του αναιρεσείοντος όσο αφορούσε σε όλο το περιεχόμενό της.

Επομένως ο αντίστοιχος πρώτος λόγο αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος.

V. Κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την § 4 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τοιαύτη σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευτεί και να περιέλθει στον ίδιο ακέραιη. Περαιτέρω με το άρθρο 17 § 4 του ν. 797/1971, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση.

Όμοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9 § 5 του ν. 1093/1980. Με τις νεότερες διατάξεις των παραγράφων 1,1α και 6 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, η δεύτερη από τις οποίες προστέθηκε με το άρθρο 22 § 10 του ν. 1868/1989 ορίστηκε: 1) ότι η οι αμοιβές των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, εμπίπτουν στους διανεμητικούς λογαριασμούς που συστήθηκαν στους κατά τόπους Δικηγορικούς Συλλόγους με το άρθρο 25 § 2 του Κωδ.

Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθρο 25 § 2 του ν, 723/1977. 2) Ότι το δικαστήριο με την ίδια απόφαση με την οποία ορίζει την αποζημίωση προσδιορίζει και την αμοιβή του δικηγόρου του καθ' ου η απαλλοτρίωση όχι με βάση, την κατά τα άρθρα 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή, αλλά με βάση το ποσοστό που καθορίζεται για κάθε δικηγορικό Σύλλογο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, και 3) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλουν να παρακρατούν από το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό της αμοιβής που προκύπτει με βάση το ως άνω ποσοστό ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης και να το αποδίδουν στο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος.

Ενόψει όμως της παραπάνω συνταγματικής αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το δε ποσό αυτής πρέπει να περιέχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά, για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθ. 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό τους και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. Πρέπει συνεπώς να επιδικάζονται σε βάρος του υποχρέου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα περί δικηγόρων (άρθρα 100 επ.) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφ' ενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό (ΟλΑΠ 9/1996), ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Για τον ίδιο λόγο δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο και μάλιστα με βάση ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο ορίζεται κατά δικηγορικό σύλλογο, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από την καταβλητέα στο δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του, γιατί έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, που αναγκαίως θα καταβάλει στο δικηγόρο του και εκείνης που προκύπτει με βάση το κανονιστικώς προβλεπόμενο ποσοστό η οποία παρακρατείται (ΟλΑΠ 17/2000, Α.Π. 521/2007).

Με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 18 § 4 του ν. 2882/2001 από το γεγονός ότι παρέλειψε το συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης σε εφαρμογή του άρθρου 178 ΚΠολΔ και εφ' όσον άλλωστε η αμοιβή του πληρεξούσιου Δικηγόρου του αναιρεσίβλητου ΙΚΑ ως δικαστικού αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους δεν προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση ότι στη προκειμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Πολ.Δ., που θα οδηγούσε, όμως, σε ανεπίτρεπτο κατά νόμο, συμψηφισμό, της δικαστικής δαπάνης μεταξύ των διαδίκων μερών. Μετά τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 18 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-3-2009 αίτηση αναίρεσης του ΔΗΜΟΥ ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1618/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ