Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite violated legal rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's property ownership ruling. The appellant argued the appellate court ignored her claims regarding land access and property boundaries, but the court found these grounds legally insufficient. The decision was based on the appeal's lack of specific legal rules cited and its failure to clearly identify the exact errors in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8, 106, 335, 338, 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it merely restates facts without citing the specific legal rule violated or clearly defining the nature of the error in the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 5 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 5/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Μ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κρεμαστά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ειρήνης Χαντζάρα και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 22/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν αντιμωλία των διαδίκων η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 33/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. "Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 892/2019). Επί πλέον ο από τον αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 αριθμ. 11 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα .
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού, η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 591/2020, ΑΠ 430/2020, ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 1784/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2) του αντιγράφου της προσβαλλόμενης 22/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου προκύπτει, ότι με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον μέρος της έγιναν δεκτά τα εξής: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αδαμίδη, ο ενάγων απέκτησε με αγορά από την Ε.
Μ. (αδελφή της εναγομένης) ένα οικόπεδο με κτίσμα, το οποίο βρίσκεται στον οικισμό ... Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ..., έχει εμβαδόν 266,59 τ.μ. και συνορεύει, σύμφωνα με το προσαρτηθέν στο ως άνω συμβόλαιο από Ιανουάριο του 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Χ. Κ., βορειοδυτικά με τεθλασμένη πλευρά, συνολικού μήκους 19.05 μ., με γραμμή αιγιαλού, βορειοανατολικά με τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους 18,81 μ., με επαρχιακή οδό ...-...
και νοτιοδυτικά με πλευρά, μήκους 14,27 μ., με ιδιοκτησία εναγομένης. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος από κληρονομιά των γονιών της, Η. και Ε. Μ., σε συνδυασμό με άτυπη διανομή μεταξύ της ιδίας και της εναγομένης αδελφής της περί το έτος 1970. Ειδικότερα δε η δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατέστη κυρία του ανωτέρω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον αυτή από το έτος 1970, που έλαβε χώρα η μεταξύ των αδελφών άτυπη διανομή, το νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι το χρόνο πώλησής του (έτος 2009) στον ενάγοντα, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών.
Κατόπιν δε της άνω άτυπης διανομής, η εναγόμενη κατέστη κυρία, κατά τον ίδιο ως άνω πρωτότυπο τρόπο, του όμορου νοτιοδυτικά ακινήτου. Το επίδικο είναι μία εδαφική λωρίδα, συνολικού εμβαδού 14,27 τ.μ., που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό όριο του οικοπέδου του ενάγοντος, όπου συνορεύουν τα ακίνητα των διαδίκων, και εκτείνεται σε όλο το μήκος αυτού ...
Η εν λόγω επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα του ως άνω μεγαλύτερου ακινήτου του ενάγοντος... Η εναγομένη, η οποία, κατόπιν χαρακτηρισμού ως διατηρητέου του κτιριακού συγκροτήματος, που βρίσκεται στην άνω όμορη ιδιοκτησία της, αποκατέστησε αυτό και το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "...", χρειαζόταν την ανωτέρω εδαφική λωρίδα, προκειμένου να τη χρησιμοποιεί ως δίοδο, που οδηγεί από τη δημοτική οδό προς την παραλία.
Για το λόγο αυτό, γνωρίζοντας ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα συμπεριλαμβανόταν στην ιδιοκτησία της αδελφής της, Ε. Μ., την οποία αυτή, όπως προεκτέθηκε, πώλησε με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο στον ενάγοντα, ζήτησε από τον τελευταίο να της παραχωρήσει τη χρήση, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ευχερέστερα η ξενοδοχειακή της επιχείρηση.
Έτσι, όπως προκύπτει από το από 15.12.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων, ως κύριος του ακινήτου με την ονομασία "...", το οποίο εφάπτεται καθ'όλο το μήκος του δυτικού ορίου με το ακίνητο της εναγομένης, παραχώρησε την προσωρινή χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας, η οποία αποτελεί τμήμα του ακινήτου του με την ονομασία "...", στην εναγομένη, χωρίς κάποιο οικονομικό αντάλλαγμα, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες ευχερέστερης διόδου στο δικό της ακίνητο.
Ως προϋπόθεση για την παραχώρηση αυτή, ο ενάγων έθεσε τον όρο η εναγομένη να ξεκινήσει δικαστική διαδικασία προκειμένου να αναγνωρισθεί ως κυρία (συγκυρία μαζί με τους Ε. Μ. και Μ. Μ.) και να επανακτήσει τη νομή και την κατοχή ενός ακινήτου (οικόπεδο 100τ.μ.) με την ειδικότερη ονομασία "..." και εν συνεχεία να του πωλήσει το ποσοστό της συγκυριότητάς της, με αντάλλαγμα την ταυτόχρονη πώληση σ'αυτή της εν λόγω εδαφικής λωρίδας.
Σε περίπτωση που δεν θα ευδοκιμούσε η ανωτέρω συμφωνία, ο ενάγων υποσχέθηκε να πωλήσει την επίδικη λωρίδα γης στην εναγομένη έναντι ευλόγου χρηματικού τιμήματος που θα καθοριζόταν τη συγκεκριμένη περίοδο. Επίσης, με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα ανεγείρει πέτρινο προστατευτικό τοιχίο, μήκους 17 μέτρων, πλάτους 30 εκατοστών και ύψους 1.20 μέτρων, προκειμένου να λειτουργήσει ως "πέτασμα" για να αποφευχθούν οι εκατέρωθεν οχλήσεις και συμφωνήθηκε να αφήσει ελεύθερο πλάτος ογδόντα εκατοστών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το ξενοδοχειακό συγκρότημα της εναγομένης.
Επίσης, με το εν λόγω έγγραφο δόθηκε στην εναγομένη η δυνατότητα να τοποθετηθεί θύρα εισόδου στη δίοδο από την πλευρά που εφάπτεται με τη δημοτική οδό. Ακολούθως, με την από 08.06.2015 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στην εναγομένη με την υπ'αριθμ. 1364Γ'/08.06.2015 έκθεση επιδόσεως .... ο ενάγων κάλεσε την εναγομένη να του αποδώσει ένα ψυκτικό μηχάνημα που είχε τοποθετήσει εντός αυτής καθώς δεν ικανοποιήθηκαν οι όροι που είχαν τεθεί στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό.
Περαιτέρω, η εναγομένη απάντησε με την από 22.06.2015 εξώδικη απάντηση-πρόσκληση, με την οποία παραδέχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα της παραχωρήθηκε από τον ενάγοντα το έτος 2009 χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα και αποδέχθηκε την ισχύ του ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε υπογράψει. Δήλωσε μάλιστα ότι έχει κάθε πρόθεση να τηρήσει τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων θα προκαταβάλει τα δικαστικά έξοδα που απαιτούντα/προκειμένου να προβεί σε δικαστικές ενέργειες για να αναγνωριστεί το δικαίωμά της στη θέση "..." στον οικισμό ...
και να του το πωλήσει εκ των υστέρων, όπως είχε συμφωνηθεί. Σύμφωνα με τα παραπάνω έγγραφα, η εναγομένη, στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας, τόσο το έτος 2009, όσο και μετέπειτα, το έτος 2015, αποδεχόταν ότι κύριος αυτής ήταν ο ενάγων, ενώ η ίδια απλώς κατείχε αυτήν δυνάμει της από 15.12.2009 καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης χρησιδανείου.
Αυτή δε το πρώτον, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκηση της ένδικης από 28.12.2015 διεκδικητικής της κυριότητάς του επί του επιδίκου αγωγής, αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος επ'αυτού και ισχυρίσθηκε ότι έχει καταστεί κυρία του επίδικου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία, καθώς αυτό αποτελεί τμήμα του δικού της μεγαλύτερου όμορου ακινήτου.
Ο εν λόγω ισχυρισμός της περί ιδίας κυριότητας καταρρίπτεται όμως από τη σύναψη από την ίδια του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού λίγο καιρό μετά τη μεταβίβασή του από την αδελφή της στον ενάγοντα καθώς και από την από 22.06.2015 απάντησή της στο από 08.06.2015 εξώδικο που της απέστειλε ο ενάγων, με την οποία παραδεχόταν ότι αυτή είχε απλώς στην κατοχή της την επίδικη εδαφική λωρίδα και επιθυμούσε ο ενάγων, κύριος αυτής, να εξακολουθήσει να της παραχωρεί τη χρήση της.
Το γεγονός δε ότι στα τοπογραφικά διαγράμματα, που συντάχθηκαν στα πλαίσια των ενεργειών αμφοτέρων των αδελφών να κηρυχθούν διατηρητέες οι ιδιοκτησίες τους, καθώς και στο από Ιανουάριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Α. αλλά και στα από Οκτώβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης της αρχιτέκτονα μηχανικού Λ.
Γ., το επίδικο αποτυπώνεται ως τμήμα της ιδιοκτησίας της εναγομένης ή ως τμήμα που δεν προσαρτάται σε καμία από τις δύο ιδιοκτησίες, οφείλεται στην πρόθεση της Ε. Μ. να μην εμποδίσει τα επιχειρηματικά σχέδια της αδελφής της, εναγομένης, η οποία είχε ανάγκη, για πολεοδομικούς λόγους, να εμφανίζει στα σχέδια που υπέβαλε στις αρμόδιες υπηρεσίες ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα - η οποία, σημειωτέον, συνορεύει με τον τοίχο του κτιρίου επί του οποίου υπάρχουν ανοίγματα (ήτοι τρία (3) παράθυρα και δύο (2) πόρτες)- ανήκει στην ιδιοκτησία της.
Η πραγματική κατάσταση, όμως, εμφανίζεται μετά την πώληση όλης της κληρονομιαίας πατρικής περιουσίας της Ε. Μ. στον ενάγοντα και την αποχώρησή της από την Ελλάδα , οπότε, σύμφωνα με το από Ιανουάριο του 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Κ., που επισυνάπτεται στο υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης προς τον ενάγοντα, η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτυπώνεται ως τμήμα της ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και όχι της εναγομένης αδελφής της.
Μετά την πάροδο του τασσομένου χρονικού διαστήματος των 15 ημερών από την επίδοση προς την εναγομένη της από 08.06.2015 καταγγελίας εκ μέρους του ενάγοντος, της μεταξύ τους από 15.12.2009 σύμβασης, έπαψε να υφίσταται η συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση, που έδινε το δικαίωμα στην εναγομένη να κατέχει το επίδικο τμήμα και επομένως, έκτοτε, αυτή το παρακρατεί παράνομα...
Κατόπιν δε όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου τμήματος ήταν, κατά το χρόνο έναρξης της εκκρεμοδικίας ο ενάγων, ο οποίος, σημειωτέον, ακολούθως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιφιγένειας Λιάτσου, πώλησε το όλο ακίνητο που απέκτησε από την Ε.
Μ. στην εταιρεία "... ". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας αναγνωρίζοντας τελεσίδικα, ότι ο ενάγων ήταν κατά το χρόνο έναρξης της εκκρεμοδικίας ο αποκλειστικός κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας που αποτελεί μέρους του όλου ακινήτου του και υποχρέωσε την εναγομένη να του την αποδώσει.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της "πράγματα" τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ισχυρισμούς της, τους οποίους πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ έλαβε υπόψη της ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν.
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα περιήλθε στη δικαιοπάροχο τούτου από την κληρονομιά των γονιών της σε συνδυασμό με άτυπη διανομή μεταξύ της ίδιας και της εναγομένης αδελφής της το έτος 1970 και ότι έτσι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατέστη κυρία του ακινήτου τούτου με έκτακτη χρησικτησία, "καθόσον αυτή από το έτος 1970, που έλαβε χώρα η μεταξύ των αδελφών διανομή, το νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι το χρόνο πώλησής του το έτος 2009 στον ενάγοντα, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών", ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα βρισκόταν εντός του ακινήτου της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και ότι τα τοπογραφικά διαγράμματα και τα διαγράμματα κάλυψης τόσο της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος αδελφής της, όσο και της ίδιας που εμφανίζουν την επίδικη εδαφική λωρίδα εντός της ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, οφείλονται στην πρόθεση της αδελφής της να μην εμποδίσει τα επιχειρηματικά της σχέδια, έλαβε υπόψη της μη εκτιθέμενους στην αγωγή ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς.
Συγκεκριμένα αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι: α) "...προκαλεί πράγματι απορία πως το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του αντιδίκου διενήργησε οποιαδήποτε πράξη φυσικής εξουσίασης εντός της εδαφικής μου λωρίδας και με ποιο τρόπο την κατείχε διανοία κυρίου και μετά, όταν η εδαφική λωρίδα χρησιμοποιείτο μόνο για να εξυπηρετεί την οικία..." αυτής (αναιρεσείουσας), ενώ ο ενάγων "δεν επικαλέστηκε τίποτε με τις προτάσεις του, κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε το παραμικρό και δεν επικαλέσθηκε κανένα άλλο έγγραφο, β) σύμφωνα με τους μάρτυρές της, το επίδικο χρονικό διάστημα της εικοσαετίας η αδελφή της και δικαιοπάροχος του ενάγοντος έλλειπε στην ..., ενώ η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν εξυπηρετεί σε τίποτε το ακίνητο της αδελφής της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αλλά αντίθετα εξυπηρετεί το δικό της ακίνητο, γ ) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι τα τοπογραφικά διαγράμματα και τα διαγράμματα κάλυψης τόσο της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος όσο και της ίδιας που εμφανίζουν την επίδικη εδαφική λωρίδα εντός της ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, οφείλονται στην πρόθεση της αδελφής της να μην εμποδίσει τα επιχειρηματικά της σχέδια "όχι μόνο δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλά ουδέποτε έκανε ο αντίδικος με τις προτάσεις του ή την προσθήκη του έστω απλή αναφορά στα δήθεν επιχειρηματικά ..." της "σχέδια και δήθεν σε πολεοδομικούς λόγους ..." και ότι αφού ο ενάγων "δεν κάνει απολύτως καμία μνεία, ούτε αποδείχθηκε το παραμικρό, πώς το Δικαστήριο ερμηνεύει την πρόθεση της αδελφής..." της, να μην εμποδίσει τα επιχειρηματικά της σχέδια, ποιοι ήταν οι πολεοδομικοί λόγοι που επέβαλαν να εμφανίζεται η εδαφική λωρίδα στην ιδιοκτησία της, πως κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα το Δικαστήριο, για ποιο λόγο η ίδια να εμφανίζει έγγραφα που αφορούν την αδελφή της στις αρμόδιες υπηρεσίες και άλλα τέτοιου είδους ερωτήματα "που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απαντηθούν..." δ) "αν δεχόταν τα παραπάνω έγγραφα το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον αληθή προορισμό και σκοπό τους ...", δηλαδή τα Φ.Ε.Κ.
με τα οποία χαρακτηρίσθηκαν διατηρητέα αμφότερα τα ακίνητα, το δικό της και της αδελφής της, δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, το από 1/2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Α., το από 10/2008 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης της αρχιτέκτονα μηχανικού Λ. Γ. και το ... συμβόλαιο, με το οποίο η αδελφή της πωλεί γειτονικό της ακίνητο στον αναιρεσίβλητο, "τότε θα κατέληγε στην κρίση ότι τα έγγραφα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν την αλήθεια και την πραγματική κατάσταση στο επίδικο τμήμα, η οποία είναι ότι η εδαφική λωρίδα ανήκε αποκλειστικά..." στην αναρεσείουσα.
Επίσης με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς της, που περιέχονται στους λόγους της εφέσεώς της κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίοι αφορούσαν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με τους οποίους αυτή υποστήριξε, ότι τούτο με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι από τις προσκομιζόμενες από την ίδια φωτογραφίες προκύπτει πως η επίδικη εδαφική λωρίδα είχε περιπέσει σε αχρησία και είναι θαμμένη κάτω από μπάζα, ενώ κάτι τέτοιο δεν φαίνεται σε καμία φωτογραφία, καθόσον ανελλιπώς από το έτος 1971 η ίδια έμενε στην οικία της και έκανε χρήση του ισογείου και της επίδικης εδαφικής λωρίδας, και ιδιαίτερα από το έτος 1994, οπότε εγκαταστάθηκε μόνιμα στο ..., αναφερόμενη και πάλι αναλυτικά στις ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ομοίως στον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πρώτο) με το στοιχείο (iιι) η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο λανθασμένα δέχθηκε ότι στις 15.12.2009 οι διάδικοι υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος της παραχώρησε τη χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας, κρίνοντας ότι αυτή αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του, ενώ, "κατανοώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες..." υπογράφηκε από αυτήν το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε από τον αναιρεσίβλητο, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η κυριότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας ανήκει στην ίδια, καθόσον "αποδείχθηκε" ότι αυτή, ούσα ηλικιωμένη, γεννημένη και μεγαλωμένη στη ..., κατά το χρόνο υπογραφής του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού βρισκόταν μόνη της στο ..., χωρίς την παρουσία του γιού της και των εγγονών της και υπέγραψε ενδίδοντας σε πιέσεις του αναιρεσιβλήτου, ότι αν δεν το υπέγραφε θα της έκλεινε το ξενοδοχείο, που βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης, για το οποίο είχαν ήδη κλειστεί κρατήσεις και δεν ήθελε να εμπλακεί σε δικαστικές διαμάχες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο και σε επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμησή τους.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις της κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα της οποίας ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την διεκδικητική αγωγή του να αναγνωρισθεί κύριος και να του αποδοθεί από την ίδια που την κατέχει , αποτελεί τμήμα της δικής της ιδιοκτησίας.
Συγκεκριμένα, αιτιάται η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος : 1) την υπ'αριθμ. 6485/10.10.2017 ένορκη βεβαίωση του Π. Σ. στην συμβολαιογράφο Οιτύλου, Παναγιώτα Μπεχράκη, "ο οποίος δεν είναι ένας τυχαίος και άσχετος με το χώρο, αλλά ο άνθρωπος που έμενε στη συγκεκριμένη οικία με την οικογένειά του..." με μνεία των σημείων της καταθέσεώς του, που κατατείνουν στο ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκε στην ιδιοκτησία της, την οποία το δικαστήριο "αγνόησε", ενώ αν την δεχόταν "θα αποδεικνύετο ότι η εδαφική λωρίδα εξυπηρετούσε αποκλειστικά την οικία" της ίδιας "και δεν θα μπορούσε επ'ουδενί να ανήκει στην αδελφή" της, 2) το υπ'αριθ.. 55/26.1.2001 ΦΕΚ, με το οποίο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο το ακίνητο της και το οποίο δείχνει ότι η εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της "και...
όλως λανθασμένα και αντιφατικά δέχθηκε ..." ότι η ίδια κάνει χρήση της εδαφικής λωρίδας από το έτος 2009, οπότε και της την παραχώρησε ο αναιρεσίβλητος) 3)το υπ' αριθ. 569/17.7.2001 ΦΕΚ με το οποίο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο το ακίνητο της αδελφής της και δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν εμφανίζει την επίδικη εδαφική λωρίδα στο ακίνητο της αδελφής της, αν και αυτή ήταν εκείνη που υπέδειξε τα όρια τούτου στον πολιτικό μηχανικό Α.
Π., 4) Το ... συμβόλαιο με το οποίο αγοράζει ο αναιρεσίβλητος από την αδελφή της γειτονικό της ακίνητο, όπου εμφανίζεται η επίδικη εδαφική λωρίδα να ανήκει στην αναιρεσείουσα, 5) την κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του μάρτυρα Α. Π., ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας μηχανικός της αδελφής της και κατέθεσε ότι η αναιρεσείουσα "ερχόταν ανελλιπώς και σταθερά κάθε καλοκαίρι και το Πάσχα και μόνιμα πλέον από το 1994", ότι η αδελφή της "το 2000-2001 του υπέδειξε τα όρια του ακινήτου της, η εδαφική λωρίδα δεν ήταν εντός της ιδιοκτησίας της, αλλά εντός..." της ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, και ότι "δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση ..." ως προς την εδαφική λωρίδα μεταξύ της ίδιας και της αδελφής η, οποία και υπέγραψε όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες, ότι όλα τα παραπάνω τα γνώριζε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον μάρτυρα αρχιτέκτονα μηχανικό και ότι η αναιρεσείουσα ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση το έτος 2009, επειδή δεν της είχε καταβληθεί η δεύτερη δόση του ΕΣΠΑ, οπότε αναγκάσθηκε να συνάψει δάνειο ποσού 300.000 ευρώ, 6) την από 20.10.2019 εξώδικη δήλωση του αναιρεσίβλητου στην οποία αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα "δήθεν" διάνοιξε δύο (2) πόρτες και ένα (1) παράθυρο στο ακίνητο της, ενώ αυτά υπάρχουν "300 χρόνια" στην πλευρά όπου συνορεύουν τα ακίνητά τους, ενώ αν την λάμβανε υπόψη "θα διαπίστωνε" ότι η ίδια δεν διάνοιξε ποτέ πόρτες και παράθυρα και ότι ισχυριζόμενος τα παραπάνω αυτό που "επεδίωκε..." ο αναιρεσίβλητος "το οποίο αγνόησε το Δικαστήριο", ήταν να πετύχει την ανταλλαγή της επίδικης εδαφικής λωρίδας με συνολικό εμβαδό 14,27 τ.μ με ακίνητο ..." της, ή ποσοστό ακινήτου της στην περιοχή "το οποίο αξίζει χιλιάδες ευρώ", 7) το με αριθ.
πρωτ. 2006/16.4.2008 έγγραφο της 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σπάρτης με θέμα "Αποκατάσταση διατηρητέου κτιρίου και μετατροπή του σε ξενοδοχεία" συνοδευόμενο από μία φωτογραφία με χρονολογία Ιανουάριος 2008, η οποία δείχνει την αναιρεσείουσα να εκτελεί εργασίες στο επίδικο τμήμα, δηλαδή το έτος που δέχθηκε το δικαστήριο ότι ο αναιρεσίβλητος της παραχώρησε τη χρήση του, το οποίο αν λάμβανε υπόψη το Εφετείο, "θα κατέληγε στο συμπέρασμα" ότι η ίδια έκανε χρήση της εδαφικής λωρίδας "πριν την υπογραφή του ιδιωτικού πιστοποιητικού" της οποίας ήταν κυρία και δεν ζήτησε ποτέ να της την παραχωρήσει ο αναιρεσίβλητος, 8) τις φωτογραφίες που αποτυπώνουν "ξεκάθαρα" την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας και την οικοδομική άδεια του ξενοδοχείου το έτος 2008, όπου "και στην εν λόγω εδαφική λωρίδα υπήρχαν τα δωμάτια 12 και 13 και σήμερα το δωμάτιο 12, ενώ η προεργασία είχε ξεκινήσει ήδη από το 2003, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας, Α.
Π....", από την επισκόπηση των οποίων "φαίνεται ξεκάθαρα" ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα "χρειάζεται" στην αναιρεσείουσα προκειμένου να διέρχεται από τα δωμάτια του ξενοδοχείου και όχι για να έχει πρόσβαση στη θάλασσα "όπως αναληθώς ισχυρίζεται η απόφαση και το οποίο δεν ισχυρίσθηκε..." ο αναιρεσίβλητος. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση για το ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν αποκλειστικός κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας, που περιλαμβάνεται και αποτελεί τμήμα του ακινήτου, που αγόρασε ο ίδιος από την δικαιοπάροχο του, την οποία παραχώρησε προς χρήση στην αναιρεσείουσα, με βάση ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ τους από : "την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων Π.
Κ. και Α. Π., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου... καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επαναπροσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς ... χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε.... , την υπ'αριθμ. 6.458/10.10.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εναγομένης Π.
Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ....., καθώς και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που παραδεκτά προσάγονται το πρώτον στην παρούσα δευτεροβάθμια διαδικασία ...". Επί πλέον, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση , από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις της και ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Εξάλλου, η άποψη της αναιρεσείουσας, ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1021/2013).
Ενόψει τούτων ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, οι ως άνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται με επάρκεια : α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά το νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, β) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του.
Αν λείπει έστω και ένα από τα προεκτιθέμενα στοιχεία ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 262/2020).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το δικαστήριο "δεν εκτίμησε, ως όφειλε δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα" τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα τα εξής έγγραφα :
α) το 569/17.7.2001 ΦΕΚ με το οποίο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο το ακίνητο της αδελφής της και δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, β) το από 1/2007 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης του τοπογράφου μηχανικού του αναιρεσίβλητου , Ε. Α., για λογαριασμό της εταιρίας τούτου ..., γ ) το από 10/2008 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης της αρχιτέκτονα μηχανικού Λ.
Γ. για το ακίνητο του αναιρεσείοντος, τα οποία έχουν υπογραφεί από αυτόν και δείχνουν τα όρια των ιδιοκτησιών των διαδίκων, δ) Το 13.403/ 4.10.2006 συμβόλαιο σε όμορο ακίνητο της αδελφής της αναιρεσείουσας, ε) την 44/2008 άδεια της οικοδομής της, στ) τα με αριθμούς πρωτοκόλλου 2006/16.4.2008 και 3047/14.7.2010 έγγραφα της 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων σχετικά με την τροποποίηση αρχιτεκτονικής μελέτης του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και ζ) το με αριθμό πρωτοκόλλου 2621/4.7.2014 έγγραφο έγκρισης της τροποποιητικής αρχιτεκτονικής μελέτης του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού.
Κατά την αναιρεσείουσα, από τα παραπάνω έγγραφα που έχουν καταρτισθεί πριν από το χρόνο αγοράς του ακινήτου του αναιρεσίβλητου το έτος 2009, και τα οποία "δεν έλαβε καθόλου υπόψη του το Δικαστήριο", "προκύπτει ξεκάθαρα", ότι η ίδια δεν έκανε απλώς χρήση της επίδικης επίδικης εδαφικής λωρίδας, αλλά ήταν αποκλειστική κυρία αυτής από το έτος 1970, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, γεγονός που γνώριζε η δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου, ο ίδιος και ο μάρτυρας αδελφός του, ως πολιτικοί μηχανικοί.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται με επάρκεια στο αναιρετήριο, η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε καθένα από τα αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο το αποδεικτικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης στην αξιολόγησή τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος) (ΑΠ 965/2020, ΑΠ 439/2020, ΑΠ 948/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη 22/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι η πληττόμενη απόφαση: α) με "εντελώς αυθαίρετη" και "άκρως αντιφατική αιτιολογία με την επίκληση εγγράφων που αφορούν την ιδιοκτησία της αδελφή της, η οποία και τα κατέθεσε στις αρμόδιες υπηρεσίες και όχι τη δική της ιδιοκτησία, δέχθηκε τα εξής : "το γεγονός δε ότι στα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάχθηκαν στα πλαίσια των ενεργειών αμφοτέρων των αδελφών να κηρυχθούν διατηρητέες οι ιδιοκτησίες τους, καθώς και στο από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Α., αλλά και στα από Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης της μηχανικού Λ. Γ., το επίδικο αποτυπώνεται ως τμήμα της ιδιοκτησίας της εναγομένης ή ως τμήμα που δεν προσαρτάται σε καμία από τις δύο ιδιοκτησίες .οφείλεται στην πρόθεση της Ε. Μ. να μην εμποδίσει τα επιχειρηματικά σχέδια της αδελφής της, εναγομένης, η οποία είχε ανάγκη, για πολεοδομικούς λόγους, να εμφανίζει στα σχέδια που υπέβαλε στις αρμόδιες υπηρεσίες ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στην ιδιοκτησία της", β) "εντελώς αυθαίρετα και αγνοώντας την αλήθεια και τους πραγματικούς ισχυρισμούς..." της αναιρεσείουσας δέχθηκε ότι : "...
η εναγομένη ...χρειαζόταν την ανωτέρω εδαφική λωρίδα, προκειμένου να τη χρησιμοποιεί ως δίοδο, που οδηγεί από τη δημοτική οδό προς την παραλία. Για το λόγο αυτό ζήτησε από τον τελευταίο να της παραχωρήσει την χρήση, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ευχερέστερα η ξενοδοχειακή της επιχείρηση", ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, έπρεπε να δεχθεί, ότι μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας η αναιρεσείουσα δεν είχε πρόσβαση στη θάλασσα, "όπως αναληθώς ισχυρίζεται η απόφαση", αλλά στα δωμάτια του 12 και 13 μέχρι το έτος 2019 και πλέον στο δωμάτιο 13 του ξενοδοχείου.
Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διαλαμβάνει στο αναιρετήριο τα όσα είχε αναφέρει στον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της σχετικά με την επίδικη εδαφική λωρίδα, επαναλαμβάνοντας ότι αυτή αποτελούσε την αναγκαία είσοδο στο ισόγειο της οικίας της, δίχως να αχρηστεύεται το κάτω μέρος αυτής, η οποία δεν έχει άλλη χρησιμότητα και δεν ήταν δυνατόν να ανήκει στην όμορη ιδιοκτησία της αδελφής της, καθώς και "ότι αποδείχθηκε άλλως, χωρίς καμία αμφιβολία..." ότι η ίδια αν και κάτοικος ...ς από το έτος 1971 ερχόταν τακτικά στην οικία της στο ...
και κατέστη κυρία με έκτακτη χρησικτησία της επίδικης εδαφικής λωρίδας , αφού έκανε "χρήση αυτής με διάνοια κυρίου, ενεργώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις φυσικής εξουσιάσεως και τις προσήκουσες σε αληθή κύριο και νομέα..." διερχόμενη από το επίδικο εδαφικό τμήμα, το οποίο καθάριζε, επέβλεπε, έφραζε την είσοδο με πόρτα, καθάριζε το βόθρο της οικίας, καθόταν το καλοκαίρι εκεί, ότι παλαιότερα στο επίδικο τμήμα υπήρχε κατώι και μετά αποθήκη, που χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση αντικειμένων και προμηθειών και μέχρι τη δεκαετία του 1980 και για σταβλισμό ζώων.
Επίσης, επικαλείται η αναιρεσείουσα, ότι είχε συμφωνήσει με την αδελφή της "όπως και η κοινή λογική επιτάσσει και όπως όλα τα μεταγενέστερα έγγραφα τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά αποδεικνύουν... ότι η επίδικη λωρίδα θα ανήκει στην ιδιοκτησία..." της " καθόσον δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά ..." αφού " όπως και ο μάρτυράς ..." της κατέθεσε στην εδαφική λωρίδα βρίσκεται η πλευρά του ακινήτου της όπου υπάρχουν τόσο 2 πόρτες, όσο και 3 παράθυρα και αν δεν την είχε στην ιδιοκτησία της δεν θα μπορούσε να εισέλθει στην οικία της, ενώ δεν εξυπηρετεί σε τίποτε το ακίνητο της αδελφής της και επί πλέον ότι δεν ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο να της παραχωρήσει την επίδικη εδαφική λωρίδα, αφού αυτή ανήκε στην κυριότητά της.
Σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, το Εφετείο, ενώ ανέφερε όλα τα παραπάνω στην έφεσή της και στις προτάσεις της, "παντελώς" τα " αγνόησε και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο τμήμα..." το χρειαζόταν για να κατεβαίνει στην παραλία και όχι ότι με αυτόν τον τρόπο καταστρέφεται η ιδιοκτησία της, αφού δεν υπάρχει κανένας τρόπος πρόσβασης σε αυτή στο συγκεκριμένο χώρο.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι με αυτόν η αναιρεσείουσα προβαίνει οε έκθεση των ισχυρισμών της, τους οποίους προέβαλε με τον λόγο της εφέσεώς της και με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, αποδίδοντας σφάλματα στην πρωτόδικη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να αναφέρει, ως έδει, τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, ενώ, επί πλέον αναφέρει κατ'επιλογή της όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά την αναιρεσείουσα, διατακτικό και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ως προς τις ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και, ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες ακριβώς είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Ανεξαρτήτως τούτων δε ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή, κατά τα ως άνω υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη, του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 13.7.2020 ένδικη αίτηση, για αναίρεση της 22/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. 6).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.7.2020 αίτηση της Ν. Μ. του Η. για αναίρεση της 22/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.?
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ