Legislator Case Law & Legislation
5/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against construction contract judgment due to lack of specific payment deadline in agreement.

Case Number 5/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court erred by not finding the contract void due to ambiguity in the payment deadline, while the respondent was absent from the hearing. The court ruled that the ambiguity did not justify invalidating the contract and that the respondent's failure to appear constituted default, warranting the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 135§1, 134§1, 568§4, 226, 576, 495, 559, 694 of the Code of Civil Procedure and Articles 93 of the Constitution; The appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on clear facts and the appellant fails to appear, and the contract remains valid despite minor ambiguities regarding payment terms.

Keywords

AI generated
construction contract dispute payment deadline ambiguity contract validity default judgment appeal dismissal Code of Civil Procedure construction law

Cited Legislation

AI generated
Articles 135§1, 134§1, 568§4 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 numbers 19 and 1 of the Code of Civil Procedure
Article 694 of the Civil Code
Article 173 and 200 of the Civil Code
Article 93 paragraph 3 of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 5 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 5/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΑΒΕΕ", η οποία εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεωργιάδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 27-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. .../24-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Γ. και τα συνημμένα σ’ αυτήν από 31-7-2014 φύλλα των εφημερίδων ... προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την επ’ αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 8-12-2014, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, στην απολειπομένη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135§1, 134§1 και 568§4 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο ανεβλήθη η συζήτηση αυτής για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (25-5-2015). Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, και ενόψει του ότι η μετά την γενομένη αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Παραδεκτά επίσης κλήθηκαν και οι προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης παρεμβάντες πρωτοβαθμίως, όπως προκύπτει τούτο από τις υπ’ αριθμ. .../23-9-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Ι. Χ. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, ή όταν γίνεται επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών δημιουργεί λόγους αναιρέσεως αντιστοίχως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητά της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 του Α.Κ., "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή". Για το ορισμένο της εκ του άρθρου τούτου αγωγής του εργολάβου προς καταβολή της αμοιβής του για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο εργοδότη, οφείλει αυτός να επικαλεστεί τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση της βαρύνουσας αυτόν υποχρεώσεως να παραδώσει το έργο στον εργοδότη.

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή στην περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το αρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του.

Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ’ αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή της αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690 Α.Κ., δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής συμφωνίας τους.

Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνηθέντος έργου εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου έργου και καταβολή της αμοιβής. Συνακόλουθα, η αγωγή με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για καταβολή της αμοιβής του είναι ορισμένη όταν αναφέρονται, πλην των άλλων στοιχείων που προαναφέρθηκαν και ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 682/2010), ο οποίος αρνούμενος την αγωγή, μπορεί εξάλλου να ισχυρισθεί, κατ’ ένσταση, την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας με τον εργολάβο, που διαφοροποιεί το χρόνο ή γενικότερα τις προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής. Δηλαδή η ύπαρξη τέτοιας τυχόν συμφωνίας, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής με την οποία ο εργολάβος ζητεί την καταβολή της αμοιβής του, αλλά θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη καταλυτική της αγωγής αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη για την θεμελίωση της ένδικης αγωγής, που έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, και την επιδίκαση υπολοίπου συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής εξέθεσε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ότι στις 7 Νοεμβρίου 2006, συνήφθη στα Ιωάννινα, μεταξύ αυτής και της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας σύμβαση έργου, με την οποία η πρώτη ανέλαβε ως εργολάβος την κατασκευή επί οικοπέδου της τελευταίας, κειμένου στο 6° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ..., ενός νέου μεταλλικού κτιρίου εμπορικού κέντρου - πολυκαταστήματος, το οποίο θα εχρησιμοποιείτο από την αλυσίδα καταστημάτων "...", με τους ειδικοτέρους όρους και τις συμφωνίες, που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση και τα συνημμένα σ’ αυτήν έγγραφα (συμβατικά τεύχη, τεχνικές μελέτες κ.λπ.).

Ως ημερομηνία αποπερατώσεως και παραδόσεως του έργου ορίστηκε η 7η Μαΐου 2007 και η αμοιβή της συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.400.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, καταβλητέα τμηματικώς σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών. Το έργο ολοκληρώθηκε στις 25 Μαΐου 2007 και παρελήφθη από την εναγομένη την 29η του ίδιου μήνα και έτους, η σημειωθείσα δε ολιγοήμερη καθυστέρηση ήταν δικαιολογημένη, διότι οφειλόταν σε αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, σε εκτέλεση προσθέτων εργασιών και σε γεγονότα ανωτέρας βίας (ακραία καιρικά φαινόμενα), που δικαιολογούσαν κατά την σύμβαση την παράταση της προθεσμίας παραδόσεως του έργου.

Από της ως άνω παραδόσεως και παραλαβής έτοιμου του κατασκευασθέντος κτιρίου η εναγομένη παρέδωσε αυτό στην προαναφερθείσα εταιρεία "...", με την οποία είχε συμφωνήσει, ήδη από την υπογραφή της μεταξύ τους εργολαβικής συμβάσεως, την σύναψη επαγγελματικής μισθώσεως. Μάλιστα η μισθώτρια, ως άνω, εταιρεία παρέλαβε ανεπιφυλάκτως το κτίριο και από την 5η Ιουλίου 2007 λειτουργεί κανονικώς εντός αυτού το εμπορικό της κατάστημα.

Η εναγομένη όμως μολονότι παρέλαβε το κτίριο και εκμεταλλεύεται έκτοτε αυτό, εξακολουθεί να της οφείλει εκ της συμφωνημένης αμοιβής το ποσό των 623.961,70 ευρώ, την καταβολή του οποίου και επιδιώκει με την ένδικη αγωγή. Η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση του αιτήματος της περί καταβολής της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής και δη τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και παράδοση αυτού στην εναγομένη-εργοδότρια.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν αναφέρεται επί πλέον στην αγωγή και η ανυπαρξία συμφωνίας των διαδίκων τροποποιητικής του περιεχομένου της ενδοτικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 694 Α.Κ., ως προς το χρόνο καταβολής της αμοιβής, η οποία με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν μπορεί να θεμελιώσει μόνον ένσταση καταλυτική της αγωγής και όχι στοιχείο για το ορισμένο του δικογράφου της, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1577/2013).

Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 681 του Α.Κ. καθορίζονται, όπως ήδη εκτέθηκε, τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 694 του ιδίου Κώδικος, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνιστάμενη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή αυτού στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ’ άρθρο 694 Α.Κ.

την συμφωνηθείσα αμοιβή του. Από το συνδυασμό, δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, και 694 του Α.Κ. προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως αυτό της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσηκούσης εκπληρώσεως της συμβάσεως (αρθρ. 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ. 383 επ.

σε συνδυασμό προς τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο το οποίο παρεδόθη ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος ως εκτελεστέου, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετος της προαναφερομένης ρύθμιση, αφού οι σχετικές διατάξεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: " .. το μεταλλικό κτίριο, η κατασκευή του οποίου αποτέλεσε αντικείμενο της οικείας μεταξύ των αντιδίκων σύμβασης έργου, παραδόθηκε από την εργολάβο ενάγουσα και παραλήφθηκε εν τοις πράγμασι από την εργοδότρια εναγόμενη στις 28-5-2007.

Έκτοτε η εναγόμενη, στα πλαίσια σύμβασης μίσθωσης του, παραχώρησε τη χρήση του στη μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία λειτουργεί εκεί συνεχώς μέχρι και σήμερα πολυκατάστημα της αλυσίδας "...". Η κρίση ως προς την κατά τα ανωτέρω παράδοση και παραλαβή του κτιρίου στηρίζεται σ’ όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και, πρωτίστως, στο αδιαμφισβήτητο γεγονός της παραχώρησης, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, της χρήσης του στην ανωτέρω μισθώτρια εταιρεία, την οποία παραχώρηση αποδέχεται και η εναγομένη, γεγονός το οποίο αναιρεί τον ισχυρισμό της, ότι ουδέποτε η ενάγουσα της παρέδωσε το κτίριο, αφού, τότε, θα ήταν αδύνατη η εν συνεχεία περαιτέρω από μέρους της παράδοσή του στη μισθώτρια, καθόσον, λογικά, είναι αδύνατη παράδοση κτιρίου χωρίς προηγούμενη παραλαβή και κατοχή του από εκείνον που προέβη στην παράδοσή του.

Το ότι, ενδεχομένως, η ενάγουσα δεν τήρησε τις παρεπόμενες συμβατικές της υποχρεώσεις, όπως δοκιμών των διαφόρων εγκαταστάσεων του κτιρίου, παράδοσης των εγγυήσεων τούτων κ.λπ. ή οι κακοτεχνίες του έργου, οι οποίες, όμως, δεν το καθιστούν μορφολογικά διάφορο εκείνου που συμφωνήθηκε, δεν οδηγούν σε διαφορετική κρίση, αφενός μεν διότι δεν αναιρούν το, κρίσιμο για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, γεγονός της εν τοις πράγμασι, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, παραλαβής, η οποία προϋποθέτει προηγούμενη παράδοση, του κτιρίου και αφετέρου διότι παρέχουν άλλες αξιώσεις στην εναγόμενη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε τα ανωτέρω και, στη συνέχεια, βάσει και των λοιπών παραδοχών του, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την παραπάνω αγωγή, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι’ αυτό, οι λόγοι της δεύτερης έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 694 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τις οποίες ειδικότερα προκύπτει, εμμέσως μεν αλλά σαφώς, και ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, που ήταν αυτός της παραδόσεως του έργου. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 694 Α.Κ., εκ πλαγίου δε και τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 1 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν προσδιορίζει τον κατά την συμφωνία των διαδίκων χρόνο καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, με αποτέλεσμα να καταλείπονται αμφιβολίες περί του αν οι συμβαλλόμενοι ηθέλησαν απόκλιση από την ενδοτικού δικαίου ρύθμιση του άρθρου 694 Α.Κ., είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της προειρημένης ουσιαστικής διατάξεως.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την οφειλομένη εργολαβική της αμοιβή, και δη το αντικείμενο της συναφθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως έργου, που ήταν η κατασκευή μεταλλικού κτιρίου για την στέγαση πολυκαταστήματος της αλυσίδος "...", η αποπεράτωση και παράδοση του συμφωνηθέντος έργου από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, η οποία παρέλαβε αυτό εν τοις πράγμασι την 28-5-2007 και παρεχώρησε την χρήση του, δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως στην μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία έκτοτε το χρησιμοποιεί για την στέγαση πολυκαταστήματός της.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναφερόμενες ειδικότερα στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως περί της προσηκούσης παραδόσεως του εκτελεσθέντος έργου, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι το Εφετείο με σαφήνεια και χωρίς ενδοιαστικές διατυπώσεις έκρινε ότι το παραδοθέν από την αναιρεσίβλητη και παραληφθέν εν τοις πράγμασι από την αναιρεσείουσα έργο, ανταποκρίνεται στο συμφωνηθέν τοιούτο και ότι οι αποδιδόμενες από την αναιρεσείουσα κακοτεχνίες και παραβιάσεις παρεπομένων συμβατικών υποχρεώσεων από την αναιρεσίβλητη, δεν καθιστούν το παραδοθέν έργο μορφολογικώς διάφορο του συμφωνημένου και εντεύθεν δεν καθιστούν μη προσήκουσα την εκπλήρωση της παροχής της αναιρεσίβλητης και δεν απαλλάσσουν την αναιρεσείουσα από την αντιπαροχή της, τουτέστιν από την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), λόγω δε της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη εις βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαΐου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. Α.Β.Ε.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 118/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ