Legislator Case Law & Legislation
5/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision on newspaper editors' wages and Sunday work compensation.

Case Number 5/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding salary disputes between newspaper editors and publishers. The court found the lower court correctly applied collective agreements establishing full-time wage standards and ruled that Sunday work compensation requires a specific claim for compensatory rest, which the appellant failed to prove. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal against a labor court decision regarding collective agreements on wages is inadmissible if the lower court correctly interpreted the agreement's terms and that statutory compensation for Sunday work is contingent upon a specific claim for compensatory rest.

Keywords

AI generated
labor dispute newspaper editors collective agreement Sunday work compensatory rest appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Law 748/1966, paragraph 5 of Article 10

Cited Case Law

AI generated
Decision 34/1964 of the Athens Secondary Administrative Arbitration Court
Decision 14/1966 of the Athens Secondary Administrative Arbitration Court
Decision 38665/3826/1966 of the Athens Secondary Administrative Arbitration Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 5 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 5/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζάβαλη.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Α. Κ. ΕΠΕ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γκότση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2638/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4205/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-1-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 31-12-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του, καθώς και του τρίτου λόγου αυτής, την απόρριψη δε αυτής κατά τα λοιπά.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 34/1964 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Διοικητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών "περί όρων αμοιβής και εργασίας των συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών", με την οποία επιλύθηκε σχετική διένεξη μεταξύ της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ) ως προς τα κατώτατα όρια των μηνιαίων μισθών των συντακτών αυτών κλπ., κατά τα εκεί ειδικότερα οριζόμενα, ορίσθηκε ότι "οι ως άνω μισθοί είναι τοιούτοι πλήρους απασχολήσεως κατά την εν τω σκεπτικώ έννοιαν", οφείλονται δηλ.

στους συντάκτες που σύμφωνα με σύμβαση εργασίας υποχρεούνται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε εκδοτική επιχείρηση ημερήσιας εφημερίδας ή εφημερίδων "κατά τον υπό της συνηθείας καθιερωμένον χρόνον", ενώ για τους συντάκτες που συνδέονται με σύμβαση εργασίας που τους υποχρεώνει σε προσφορά των υπηρεσιών τους για καθοριζόμενο, μικρότερο του συνήθους (πλήρους), χρόνο, ισχύει η σχετική για την αμοιβή τους συμφωνία.

Σύμφωνα με το άρθ. 1 της 14/1966 απόφασης του ως άνω ΔΔΔΔ Αθηνών "περί ερμηνείας της υπ' αριθ. 34/1964 αποφάσεώς του, αφορώσης τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 38665/3826/1966 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 245) "Η αληθής έννοια της παραγράφου 7 της υπ' αριθ. 34/1964 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών καθ' ην " οι ως άνω μισθοί είναι τοιούτοι πλήρους απασχολήσεως κατά την εν τω σκεπτικώ έννοιαν", είναι ότι Α) Θεωρούνται ως πλήρως απασχολούμενοι και δικαιούνται των υπό της υπ' αριθ. 34/1964 διαιτητικής αποφάσεως και των διατάξεων της παρούσης οριζόμενων αποδοχών : 1) οι συντάκται, οι εργαζόμενοι εις μίαν μόνον ημερησίαν εφημερίδα, πρωινήν ή απογευματινήν, ανεξαρτήτως χρόνου ημερησίας απασχολήσεως αυτών" και επομένως δικαιούνται ολόκληρο τον αντίστοιχο μισθό.

Εξάλλου, με ρητές διατάξεις των εφαρμοστέων στην κρινόμενη υπόθεση, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, παρακάτω μνημονευομένων ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών που είναι μέλη της ΕΙΗΕΑ" που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ΕΣΗΕΑ και της ΕΙΗΕΑ, κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις αναφερόμενες στην συνέχεια Υ Α και επομένως δεσμεύουν όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος (άρθ. 11 §2 ν.1876/1990) ορίσθηκε, όπως είχε ορισθεί αρχικά με το άρθ. 10 της από 26-10-1989 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α ΥΕ 19222/1989 (ΦΕΚ Β'886), με το άρθ. (α) 3 της από 16-12-1999 (υποχρ, με την ΥΑ 10342/2000, ΦΕΚ ΒΊ 75) (β) 9 της από 26-6-2001 (υποχρ.

με την από 14-9-2001 ΥΑ, ΦΕΚ Β' 1210) (γ) 9 της από 10-4-2002 (υποχρ. με ΥΑ 11473/2002, ΦΕΚ Β' 703) (δ) 7 της από 14-5-2003 (υποχρ. με ΥΑ 15047/2003, ΦΕΚ Β'878) και (ε) 9 της από 29-7-2004 (υποχρ. με ΥΑ 12748/2004, ΦΕΚ ΒΊ418), ότι κατά τα λοιπά, δηλ. σε όσα θέματα δεν ορίζεται διαφορετικά απ' αυτές ή διατάξεις νόμων, εξακολουθούν να ισχύουν οι ως άνω 34/1964 και 14/1966 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών.

Με το άρθρο 2 της από 16-12-1997 παρόμοιας ΣΣΕ (υποχρ. με την ΥΑ 10530/1998, ΦΕΚ Β' 157), ισχύουσας, σημειωτέον, κατ' άρθ. 10 αυτής από 1-10-1997, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με τις ως άνω ΣΣΕ, ορίσθηκε ότι η σύμβαση που συνδέει τον συντάκτη με την εφημερίδα θα εξακολουθήσει να είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλου είδους δε συμβάσεις, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμβαση έργου, περιορισμένης απασχόλησης κλπ., θα συνάπτονται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που αυτό δικαιολογείται πλήρως από τα πραγματικά περιστατικά και την φύση της συγκεκριμένης απασχόλησης.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προβλέπεται και επιτρέπεται και για τους συντάκτες των ημερησίων εφημερίδων η σύναψη συμβάσεων μερικής (περιορισμένης) απασχόλησης και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η προαναφερθείσα διάταξη της 34/1964 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, κατά την αληθή έννοια της οποίας, όπως ερμηνεύθηκε με την 14/1966 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, οι συντάκτες που εργάζονται σε μία ημερήσια εφημερίδα και ανεξάρτητ' από τον χρόνο της ημερήσιας απασχόλησης αυτών θεωρούνται ως πλήρως απασχολούμενοι, με περαιτέρω συνέπεια να δικαιούνται, κατά την διάταξη αυτή, και πλήρη τον αντίστοιχο μισθό.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 38§§ 1 και 3 ν. 1892/1990 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί και αντικατασταθεί αρχικά με το άρθ. 2 ν. 2639/1998) με έγγραφη ατομική συμφωνία ο εργοδότης και ο μισθωτός κατά την σύσταση της σχέσης εργασίας ή κατά την διάρκειά της μπορεί να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο διάρκεια ημερήσιας ή εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη της κανονικής (μερική απασχόληση), για την οποία οι αποδοχές των (μερικώς) απασχολουμένων μισθωτών δεν μπορεί να είναι κατώτερες απ' αυτές που προβλέπονται από τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις για τους απασχολουμένους κατά το κανονικό ωράριο για την ίδια εργασία συναδέλφους τους και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

Από την διάταξη της § 1 του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι για την κατάρτιση σύμβασης μερικής απασχόλησης απαιτείται έγγραφος τύπος που είναι συστατικός, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, η ακυρότητα δε αυτή είναι κατ' άρθ. 159 ΑΚ απόλυτη, λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα και δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτουμένου τύπου.

Λόγω της ακυρότητας αυτής της σύμβασης μερικής απασχόλησης θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση, εφαρμόζονται δε επ' αυτής οι κανόνες περί άκυρης σύμβασης εργασίας και ο μισθωτός αποκτά αξιώσεις με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατά συνέπεια, όπως σε κάθε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται, κατ' άρθ. 904 και 908 Α.Κ, να αποδώσει στον εργαζόμενο, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, την ωφέλεια που αποκόμισε, δηλ.

την αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής της συνθήκες, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γενικά που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του εργαζομένου, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν κατ' ανάγκην στο πρόσωπο του δυναμένου ν' απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού, και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ. (Β) Εξάλλου, σύμφωνα με τις από 7-9-1978 και 24-1-1978 ιδιωτικές συμφωνίες, τα κείμενα των οποίων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της από 14-11-1989 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων-μελών της Ενώσεως Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών που απασχολούνται σε εφημερίδες μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών", οι συντάκτες-μέλη της ΕΣΗΕΑ που απασχολούνται σε εφημερίδες-μέλη της ΕΙΗΕΑ υπάγονται στο καθεστώς της πενθήμερης εργασίας.

Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την ΥΑ 25825/1951, και των άρθ. 1§2, 7§1 και 10 παρ. 1 και 5 του ΒΔ 748/1966 προκύπτει ότι ο μισθωτός που εργάζεται κατά την Κυριακή, αφενός μεν δικαιούται να λάβει 75% προσαύξηση επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού του αφετέρου δε, αν εργάζεται άνω των πέντε (5) ωρών κατά την Κυριακή δικαιούται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως ταύτης και των λοιπών ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών κατ' άλλη εργάσιμη ημέρα της αρξαμένης την Κυριακή εβδομάδος, αρχομένων από την ώρα λήξεως της εργασίας, καθοριζομένη από τον εργοδότη, και σε περίπτωση μη χορήγησης της αναπληρωματικής αυτής ανάπαυσης, για την οποία, σημειωτέον, δεν απαιτείται από το νόμο αίτηση του εργαζομένου, δικαιούται αυτός επιπλέον και το 1/25 του μισθού του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τούτο δε ισχύει και για τον μισθωτό που εργάζεται Κυριακή ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και αμείβεται με μηνιαίο μισθό, δικαιούται δηλ.

και αυτός την ως άνω προσαύξηση, μισθωτός δε που εργάζεται κατά την Κυριακή μέχρι πέντε (5) ώρες δύναται να αξιώσει ισόχρονη αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση από τον εργάσιμο χρόνο άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακή εβδομάδας, απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή αίτηση του μισθωτού για χορήγηση ισόχρονης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας μετά από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης επί αγωγής του τώρα αναιρεσείοντος κατ' αυτής με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από την εργασία του σε εφημερίδα της, με την προσβαλλομένη 4205/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι την 1- 7-1991 ο αναιρεσείων ενάγων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη εναγομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "Γ.

Α. Κ. ΕΠΕ-ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως "μοντέρ" στις εφημερίδες του συγκροτήματος ΚΟΥΡΗ, ότι από 1-10-1997 συμφώνησε με την εναγομένη να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν, με την ως άνω σύμβαση, ως διορθωτής (δηλ. εσωτερικός συντάκτης) πλέον της εκδιδομένης από την εναγομένη ημερήσιας εφημερίδας "Ο ΦΙΛΑΘΛΟΣ", ότι ειδικότερα με την ιδιότητά του αυτή του διορθωτή ο ενάγων είχε ως αντικείμενο της εργασίας του τον έλεγχο των κειμένων των εξωτερικών (ρεπόρτερ) και εσωτερικών συντακτών για την επισήμανση και διόρθωση τυχόν λαθών, έθετε τους τίτλους και τις φωτογραφίες των άρθρων και παρέδιδε στην συνέχεια τα κείμενα για σελιδοποίηση, μετά δε την ολοκλήρωση της σελιδοποίησης έκανε και πάλι τον έλεγχο της σελίδας και την προωθούσε για την τελική της εκτύπωση, είχε δηλ.

κατά κύριο επάγγελμα την συγκέντρωση, διαμόρφωση και παρουσίαση της ύλης που δημοσιεύεται στην εφημερίδα, όπως προβλέπει για τους έμμισθους διορθωτές το άρθ. 5§4 του καταστατικού της ΕΣΗΕΑ, ότι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, αλλά και όπως αυτή πραγματικά εφαρμόσθηκε, ο ενάγων απασχολείτο κατά τις ώρες από 19.00' έως 24.00', δηλ.

επί 5ωρο καθημερινά επί 6 ώρες την εβδομάδα συμπεριλαμβανομένης και της Κυριακής, λαμβάνοντας "ρεπό" την Τρίτη, συμφωνήθηκε δε να λαμβάνει ως αμοιβή τις αναλογούσες στο ωράριο αυτό νόμιμες αποδοχές, ότι κατά τα ανωτέρω οι διάδικοι συμφώνησαν και ο ενάγων προσλήφθηκε και απασχολήθηκε από την εναγομένη με καθεστώς μερικής απασχόλησης επί 6 ημέρες την εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένης και της Κυριακής, και επί 5 ώρες την ημέρα (και 30 εβδομαδιαίως), και όχι με καθεστώς πλήρους απασχόλησης που ήταν για την ειδικότητά του κατά τον κρίσιμο χρόνο 9 ώρες την ημέρα και 45 την εβδομάδα, ότι η ως άνω εξαρχής συναφθείσα σύμβαση μερικής απασχόλησης είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου, ότι λόγω της ακυρότητας αυτής, που γνώριζαν οι διάδικοι, δημιουργήθηκε μεταξύ αυτών απλή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση, από την παροχή της οποίας ο ενάγων δικαιούται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής σε άλλον εργαζόμενο για την ίδια εργασία που αυτός θα προσέφερε, συνδεόμενος με αυτήν με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης της ίδιας φύσεως, ότι ειδικότερα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1- 2000 έως 31-12-2005 η εναγομένη, αν δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες της με την άκυρη ως άνω σύμβαση του ενάγοντος, θα έπρεπε να προσλάβει νόμιμα, με έγκυρη σύμβαση εργασίας μειωμένης απασχόλησης, υπάλληλο με την ειδικότητα του διορθωτή (εσωτερικό συντάκτη) με χρόνο απασχόλησης στην ειδικότητα αυτή από 1-10-1997, απασχολούμενο επί 5 ώρες ημερησίως κατά το νόμιμο πενθήμερο εβδομαδιαίας εργασίας και επιπλέον τις ίδιες ώρες και την Κυριακή ως έκτη ημέρα της εβδομάδας υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συνολικά δηλ.

για απασχόληση 30 ωρών εβδομαδιαίως, μη λαμβανομένων υπόψη για τον υπολογισμό της ωφέλειας της εναγομένης της ιδιότητας του ενάγοντος ως εγγάμου και της προϋπηρεσίας του στην εναγομένη με άλλη ειδικότητα, καθόσον αποτελούν ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες που δεν επιδρούν στην ποσοτική ή ποιοτική του απόδοση, και θα κατέβαλλε σ' αυτόν, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες και κηρυχθείσες υποχρεωτικές ΣΣΕ μεταξύ ΕΣΗΕΑ και ΕΙΗΕΑ (που παρατίθενται στην απόφαση) και τις με αυτές οριζόμενες νόμιμες αποδοχές, τ' αναφερόμενα εκεί ποσά (α) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, με βάση το νόμιμο (βασικό) μισθό του εσωτερικού συντάκτη πλήρους απασχόλησης, όπως αυτός εκάστοτε διαμορφωνόταν με συνυπολογισμό και των ετών απασχόλησης στην ειδικότητα αυτήν, και για εργασία 5 ωρών ημερησίως και 25 ημερών μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένων και των Κυριακών (β) για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου και για 5 ώρες κάθε Κυριακή και (γ) για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας προσδιοριζομένων με βάση μόνο το νόμιμο ημερομίσθιο και ωρομίσθιο, και συνολικά για τις αιτίες αυτές το ποσό των 21.388,63€, και τέλος ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αξίωσε από την εναγομένη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης για την εργασία του κατά τις Κυριακές ως έκτη ημέρα της εβδομάδας και επομένως δεν δικαιούται για τη μη χορήγηση της το 1/25 του μισθού του, με βάση δε τις παραδοχές αυτές αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα από την προαναφερθείσα αιτία το ως άνω ποσό των 21.388,63 €.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις της 14/1966 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, ούτε τις σχετικές με την εξακολούθηση της ισχύος αυτών ως άνω διατάξεις των προαναφερθεισών ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών-μελών της ΕΣΗΕΑ που απασχολούνται σε εφημερίδες-μέλη της ΕΙΗΕΑ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε τις διατάξεις των ως άνω ΣΣΕ που αφορούσαν την χορήγηση επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας επί του βασικού μισθού, ως εκ τούτου δε είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από την ίδια ως άνω διάταξη.

Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο ανελέγκτως έκρινε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν κατά τις αναφερόμενες Κυριακές επί πέντε (5) ώρες, ορθώς δέχτηκε ότι λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως για την εργασία του αυτή, δεν δικαιούται και το 1/25 του μισθού του, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι αξίωσε να λάβει ισόχρονη εβδομαδιαία ανάπαυση και η αναιρεσίβλητη εργοδότης του αρνήθηκε να την χορηγήσει, δεδομένου ότι σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.

ΒΔ 748/1966 στην περίπτωση που ο μισθωτός εργάζεται κατά την Κυριακή μέχρι πέντε ώρες δύναται να αξιώσει ισόχρονη εβδομαδιαία ανάπαυση, συνεπώς προϋπόθεση για να δικαιούται το 1/25 του μισθού του είναι να ζήτησε ο μισθωτός από τον εργοδότη αναπληρωματική ισόχρονη ανάπαυση και ο τελευταίος αρνήθηκε να τη χορηγήσει.

Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίστοιχοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης, δεύτερος κατά το σχετικό σκέλος του και τρίτος, αμφότεροι αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση του Μ. Γ. για αναίρεση της 4205/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ