Legislator Case Law & Legislation
5/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for insufficient grounds regarding Article 559(8) Civil Procedure Code.

Case Number 5/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a cosmetics company against a second-instance court ruling on lease rent adjustments. The appellants argued the lower court ignored specific facts and violated Article 200 of the Civil Code regarding market rent calculations. The court rejected these claims as vague and insufficiently detailed to constitute grounds for appeal under Article 559(8) of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 118(4), 566(6), 561(1) of the Civil Procedure Code; An appeal under Article 559(8) requires precise reference to the entire content of the original claim and underlying facts to establish that the court of first instance failed to consider relevant matters or considered irrelevant ones.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Insufficient reasoning Market rent adjustment Article 559(8) Lease contract dispute Judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Civil Procedure Code
Article 118(4) of the Civil Procedure Code
Article 566(6) of the Civil Procedure Code
Article 561(1) of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 200 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 5 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 5/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΩΝ - Χ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο Χ από το 1902", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χ2, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Γιαννίκου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ2, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειου Γιαννίκου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρόκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 564/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 10030/2005 μη οριστική και 4291/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/10/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 15/10/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι βάσεις της αγωγής και τα πραγματικά περιστατικά, που τις θεμελιώνουν.

Έτσι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη βάση του αγωγικού αιτήματος και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά, που περιέχονται στην αγωγή, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 6 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται με πληρότητα και ακρίβεια στο δικόγραφο της αναίρεσης όλο το περιεχόμενο της αγωγής, για να είναι δυνατό, να διαπιστωθεί, αν η προβαλλόμενη αιτίαση θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και "συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να κρίνει, εάν το καταβαλλόμενο μίσθωμα ή όχι ανταποκρινόταν κατά τα ισχύοντα στις συναλλαγές, στήριξε κυρίως την κρίση της αυτή στα υπ' αυτής παρατεθέντα συγκριτικά στοιχεία,..., ήτοι: 1) Κατάστημα με τον τίτλο TOD'S ΕΛΛΑΣ,...2) Κατάστημα με την επωνυμία PIAN HELLAS ΕΠΕ... 3) Κατάστημα με την επωνυμία ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ...

ΑΕ. Kαι τέλος 4) κατάστημα με τον τίτλο DIOR GRECE". Επιπλέον, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιώνται, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τα παρακάτω συγκριτικά στοιχεία: "1) Αφοί Χ ΟΕ... 2) Ζ 3) Η 4) Θ ΟΕ...". Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αόριστοι, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να διαπιστωθεί αν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις στοιχειοθετούν τους αναιρετικούς αυτούς λόγους.

Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στη λήψη ή μη υπόψη συγκριτικών στοιχείων, για τον προσδιορισμό του πραγματικού-αγοραίου μισθώματος του μισθίου καταστήματος, πράγμα το οποίο ορθώς αποτελεί πλημμέλεια από τον αριθμό 11β και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από το περιεχόμενο των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες επιτρεπτά επισκοπούνται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι έγινε επίκληση των αναφερομένων στον πρώτο λόγο συγκριτικών στοιχείων, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν συγκριτικά στοιχεία. Όμως, με βάση τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "αποδεικτικά στοιχεία για άλλα συγκριτικά στοιχεία...δεν προσκομίζονται", πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Μεταξύ των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών είναι και εκείνος του άρθρου 200 ΑΚ. Σύμφωνα με αυτόν οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνο, όταν το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία στη δικαιοπραξία. Στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για να διαπιστώσει αν ο η δικαιοπραξία ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ, ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή του ή όταν παραλείπει ν' αναφέρει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή του.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται το περιεχόμενο της μη ερμηνευθείσης ή κακώς ερμηνευθείσης δικαιοπραξίας, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε πως υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.

Τέλος, κατά τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο ενάγων και η πρώτη εναγόμενη εταιρία είναι συγκύριοι, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών, συνενωμένων σε μία, κατά τρόπο ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο ισόγειο κατάστημα, με υπόγειο, που βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας κείμενης στην ....

Το εν λόγω κατάστημα αποτελείται από: α) το με στοιχεία Κ-1 κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 26,645 τ.μ., με υπόγειο χώρο ίσης επιφάνειας, β) το με στοιχεία Κ-2 κατάστημα, εμβαδού 34,675 τ.μ., με υπόγειο χώρο εμβαδού 49,220 τ.μ. και γ) το με στοιχείο Α διαμέρισμα του ισογείου, εμβαδού 79 τ.μ., έχει δε συνολικό εμβαδόν ισογείου 140.32 τ.μ.

και υπογείου 75,865 τ.μ. Οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες συνενωθείσες αποτελούν το προαναφερθέν κατάστημα, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ανήκαν στην κυριότητα του Τ και κατά το άλλο 1/2 στην Β. Το 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω καταστήματος περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος, δυνάμει της με αριθμό ...

περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Έρωτα, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα. Το ποσοστό που ανήκε στην Β, πωλήθηκε από τους κληρονόμους της, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου της συμβ/φου Πειραιά Ασπασίας Μαρτίνη, στον ..., στη συνέχεια δε ο τελευταίος μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, το εν λόγω ποσοστό στην πρώτη εναγομένη εταιρία, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο και διευθύνοντα τότε σύμβουλό της Χ2, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ...

συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Κωνσταντίνας Σταυροπούλου. Ο ενάγων, όντας συγκύριος του άνω καταστήματος, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν αιτήσεώς του, διορίστηκε προσωρινός διαχειριστής του κοινού αυτού καταστήματος, με την εξουσία να ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις διαχείρισης, προς διατήρηση και επωφελή εκμετάλλευσή του, με την 11839/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την ιδιότητά του αυτή, του προσωρινού διαχειριστή του κοινού ακινήτου και ενώ το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού ανήκε στην Β, ο ενάγων, δυνάμει του από 4-9-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, εκμίσθωσε το εν λόγω κατάστημα στον Χ2, προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης και εργαστήριο κατασκευής χρυσών και αργυρών κοσμημάτων, ειδών δώρων, πολυτελών ειδών ρουχισμού, πολυτελών δερματίνων ειδών γενικά, αντικών, πολυτελών ειδών οικιακής χρήσης και συναφών ειδών.

Η μίσθωση ορίστηκε οκταετής, με έναρξη στις 15-10-1989 και λήξη στις 14-10-1997, το δε μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο έτος της μίσθωσης στο ποσό των 450.000 δρχ. το μήνα, αναπροσαρμοζόμενο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συμφωνητικό αυτό. Με την από 28-7-1999 αίτησή της, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η πρώτη εναγόμενη εταιρία, η οποία είχε ήδη καταστεί συγκυρία του ως άνω καταστήματος, ζήτησε, ως ασφαλιστικό μέτρο, την αντικατάσταση του ενάγοντος, ως προσωρινού διαχειριστή και το διορισμό της ως προσωρινής διαχειρίστριας του κοινού ακινήτου.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 33781/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η τότε αιτούσα και ήδη πρώτη εναγόμενη εταιρία διορίστηκε, σε αντικατάσταση του ενάγοντος, προσωρινή διαχειρίστρια του κοινού καταστήματος και της παρασχέθηκε η εξουσία να ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις διαχείρισης, προς διατήρηση και επωφελή εκμετάλλευση του κοινού.

Ο ενάγων, με αίτησή του, ζήτησε την ανάκληση της τελευταίας ως άνω απόφασης, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε με την 10254/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στο μεταξύ ο ενάγων, με την ιδιότητα του προσωρινού διαχειριστή του κοινού ακινήτου, με την από 12-11-1998 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί ο μισθωτής του ως άνω κοινού καταστήματος και τρίτος εναγόμενος Χ2 να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου, λόγω λήξης του χρόνου της μίσθωσης.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή και με την 4397/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι η μίσθωση είχε λήξει στις 14-10-1998, υποχρεώθηκε ο τρίτος εναγόμενος, μισθωτής, να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον τότε και ήδη ενάγοντα. Η απόφαση αυτή δεν εκτελέστηκε, διότι μεσολάβησε ο Ν. 2741/1999, με την παράγραφο 9 του άρθρου 7 του οποίου ορίστηκε ότι, δεν εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις που διατάσσουν την απόδοση της χρήσης του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, λόγω παρόδου 9ετίας, εφόσον δεν είχαν ακόμη συμπληρώσει 12ετία, όπως συνέβαινε με τη μίσθωση του εν λόγω καταστήματος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά το χρόνο που η πρώτη εναγόμενη εταιρία αγόρασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω καταστήματος, ο μισθωτής του Χ2ς είχε την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ αυτής, διευθύνοντα συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου αυτής. Ακολούθως, την ιδιότητα της προέδρου του ΔΣ της εν λόγω εταιρίας και του νομίμου εκπροσώπου αυτής είχε η Ν χήρα Π, η οποία είναι μητέρα του μισθωτή Χ2.

Η πρώτη εναγόμενη εταιρία, εκπροσωπούμενη από την Ν και με την ιδιότητα της προσωρινής διαχειρίστριας του κοινού καταστήματος, αν και η μίσθωση με την συμπλήρωση 12ετίας έληγε στις 14-10-2001, ένα χρόνο νωρίτερα και συγκεκριμένα στις 14-10-2000, υπέγραψε με τον μισθωτή Χ2 το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως.

Ειδικότερα, με το εν λόγω συμφωνητικό η πρώτη εναγόμενη εταιρία, με την άνω ιδιότητά της, προέβη στη σύναψη νέας σύμβασης μισθώσεως με τον ίδιο πιο πάνω μισθωτή και συγκεκριμένα εκμίσθωσε το ως άνω ενιαίο κατάστημα στον τρίτο εναγόμενο Χ2, προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό για τον οποίο είχε συμφωνηθεί και με το από ...

συμφωνητικό μισθώσεως. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε οκταετής, με έναρξη στις 15-10-2001 και λήξη στις 14-10-2009, ενώ το μίσθωμα ορίστηκε για το πρώτο έτος της μίσθωσης (15-10-2001 μέχρι 14-10-2002) στο ποσό των 2.500.000 δρχ. το μήνα, αναπροσαρμοζόμενο κάθε χρόνο σύμφωνα με τα οριζόμενα από το νόμο. Επίσης, ο μισθωτής, για την ακριβή τήρηση των όρων του συμφωνητικού, παρέδωσε στην εκμισθώτρια επιταγή ποσού 7.500.000 δρχ., πληρωτέα την 14-10-2001.

Η πρώτη εναγόμενη εταιρία, εκπροσωπούμενη από την Ν, προέβη στην ανωτέρω ενέργεια, δηλαδή της εκμίσθωσης του άνω καταστήματος, για οκτώ ακόμη έτη, στον Χ2, προκειμένου να εξασφαλίσει την παραμονή στο μίσθιο, και με τους όρους που προαναφέρθηκαν, του άνω μισθωτή, που συνδεόταν με στενότατο συγγενικό δεσμό με την ως άνω νόμιμη εκπρόσωπό της, δεδομένου ότι ο ενάγων - συγκύριος του μισθίου καταστήματος είχε εκδηλώσει σαφώς τη θέλησή του να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του μισθίου, κατά τη λήξη του νόμιμου χρόνου της μίσθωσης στις 14-10-2001, όπως μάλιστα είχε ζητήσει την απόδοση και με τη λήξη της 9ετίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων με την από 13-9-1999 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, η οποία κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία στις 30-9-1999, διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία για την βλαπτική για τα συμφέροντά του "προστασία", που αυτή παρείχε στο μισθωτή και ειδικότερα, αφού την κάλεσε να επιδιώξουν την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο, ισχυρίστηκε ότι το μίσθωμα που εισέπραττε ήταν πολύ μικρότερο του μισθώματος, το οποίο θα μπορούσε να συνομολογηθεί για την εκμίσθωση του μισθίου και το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 5.000.000 δρχ.

το μήνα, το οποίο εγγυάτο προσωπικά και σε κάθε περίπτωση αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος το μίσθωμα αυτό. Ακολούθως, με την από 10-6-2000 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία στις 28-6-2000, ο ενάγων ζήτησε από την τελευταία να ενεργήσει άμεσα, ως διαχειρίστρια του κοινού ακινήτου, ώστε να επιτύχει την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και διαμαρτυρήθηκε για το ύψος του μισθώματος, που ο μισθωτής κατέβαλε, και κατά την άποψή του ήταν προφανώς δυσανάλογο προς την πραγματική μισθωτική του αξία, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 5.000.000 δρχ.

το μήνα. Η πρώτη εναγομένη όμως, εκπροσωπούμενη από την Ν, εξασφάλισε την παραμονή του μισθωτή Χ2 στο μίσθιο μέχρι 14-10-2009, υπογράφοντας το ως άνω από 14-10-2000 μισθωτήριο και συνομολογώντας μηνιαίο μίσθωμα ύψους 2.500.000 δρχ. αντί του μέχρι τότε καταβαλλόμενου των 1.343.000 δρχ. το μήνα. Το επίμαχο κατάστημα, το οποίο έχει δημιουργηθεί, όπως ειπώθηκε, από τη συνένωση τριών ισόγειων οριζόντιων ιδιοκτησιών, με τους υπόγειους χώρους τους, βρίσκεται στο ισόγειο οικοδομής, η οποία κείται στο κέντρο των Αθηνών και ειδικότερα στην οδό ....

Βρίσκεται στο τμήμα της εν λόγω οδού που περιλαμβάνεται μεταξύ των οδών ... και το οποίο έχει πεζοδρομηθεί πολλά χρόνια πριν το έτος 2000, αποτελεί δε έναν από τους πρώτους πεζόδρομους των Αθηνών. Η πεζοδρόμηση του εν λόγω τμήματος της οδού ανέδειξε τα καταστήματα που υπήρχαν εκεί και συνεισέφερε σημαντικά στην αύξηση της αξίας τους.

Το πρώτο τμήμα του εν λόγω πεζόδρομου, δηλαδή αυτό το οποίο περιλαμβάνεται μεταξύ των οδών ..., στο οποίο υπάρχει και το ως άνω κατάστημα, θεωρείται το πλέον ακριβό, διότι η κλίση του εδάφους είναι μικρή, γεγονός το οποίο διευκολύνει τους επισκέπτες των καταστημάτων, σε σχέση με αυτό που εκτείνεται μεταξύ των οδών ..., το οποίο παρουσιάζει μεγαλύτερη κλίση.

Το τμήμα της ..., που περιλαμβάνεται μεταξύ των οδών ..., πεζοδρομήθηκε αρχές του έτους 2006, ενώ προηγούμενα αυτό ήταν δρόμος αυτοκινήτων. Με την πεζοδρόμηση και την ανακατασκευή από του τέλους του έτους 2005 του διατηρητέου κτιρίου του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, που μετονομάστηκε σε City Link, στο ισόγειο του οποίου λειτουργούν πολυτελή καταστήματα διαφόρων ειδών, και με δεδομένο ότι τα καταστήματα που βρίσκονται στη μία πλευρά του δρόμου αποτελούν την πίσω πλευρά πολυτελών ξενοδοχείων ..., το τμήμα αυτό της ...

θεωρείται πλέον το πιο ακριβό τμήμα της ..., ενώ όλα αυτά έχουν από το έτος 2005 και εφεξής επιδράσει αυξητικά στην αγοραία μισθωτική αξία των ευρισκόμενων εκεί καταστημάτων. Το μίσθιο κατάστημα λειτουργεί ως κατάστημα εμπορίας κοσμημάτων, πολύτιμων λίθων και συναφών ειδών και αποτελεί ένα από τα γνωστότερα καταστήματα αυτού του είδους.

Η λειτουργία του ως κατάστημα εμπορίας κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων χρονολογείται από τότε που αυτό ανήκε στη συγκυριότητα των Τ- Β, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν για την άσκηση σ' αυτό εμπορίας κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων. Η πρόσοψη του ενιαίου καταστήματος επί της ... είναι 6,5 μ. περίπου (βλ. πραγματογνωμοσύνη ...

και έκθεση εκτίμησης ...), ενώ η βιτρίνα του δεν είναι ευθεία, λόγω της ύπαρξης τριών κολώνων μπροστά στην είσοδο. Η είσοδος στο κατάστημα γίνεται με τρία μικρά σκαλιά, ενώ στο μέσον περίπου του καταστήματος υπάρχουν ακόμη τρία μικρά σκαλιά, τα οποία οδηγούν στον πίσω χώρο, ο οποίος χρησιμοποιείται ως γραφείο, εκεί δε υπάρχει και τουαλέτα.

Το υπόγειο ενώνεται με το ισόγειο με εσωτερική σκάλα, στα αριστερά της εισόδου του καταστήματος. Το σύνολο του ισογείου χώρου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα. Ο υπόγειος χώρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος γραφείων, ενώ χρησιμοποιείται από τον μισθωτή, ο οποίος το έχει ειδικά διαμορφώσει, για την εξυπηρέτηση επωνύμων πελατών του, για λόγους ασφαλείας και εξασφάλισης μυστικότητας.

Η εμφάνιση του καταστήματος είναι πολυτελής και αρμόζει στο είδος της επιχείρησης, που λειτουργεί σ' αυτό, είναι δε σύμφωνη με το επίπεδο άλλων καταστημάτων της περιοχής, αλλά και της οδού ..., που χρησιμοποιούνται ως καταστήματα πωλήσεως κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων, δεδομένου μάλιστα ότι η εν λόγω οδός είναι γνωστή για τα καταστήματα πολύτιμων λίθων και κοσμημάτων, που υπάρχουν εκεί.

Περαιτέρω, σχετικά με το πραγματικό -αγοραίο μίσθωμα του μισθίου καταστήματος, από άποψη συγκριτικών στοιχείων αποδεικνύονται τα εξής: 1) Στην ίδια με το μίσθιο κατάστημα οδό και σε επαφή με αυτό υπάρχει κατάστημα το οποίο αποτελείται από: α) ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 35,32 τ.μ. και υπόγεια αποθήκη (βοηθ.

Χώρο), εμβαδού 43,11 τ.μ,, β) ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 24,79 τ.μ. και υπόγεια αποθήκη (βοηθ. Χώρο), εμβαδού 24,70 τ.μ., γ) ισόγειο κατάστημα, συνεχόμενο με τα προηγούμενα, επιφάνειας 79 τ.μ. και δ) διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, το οποίο συνδέεται και επικοινωνεί με το ισόγειο με εσωτερικό ασανσέρ, εμβαδού 136,50 τ.μ. Τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες ο ιδιοκτήτης τους Η εκμίσθωσε, στις 26-1-2001, ως ενιαίο σύνολο, στην εταιρία με την επωνυμία "ΤΟD'S ΕΛΛΑΣ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ", για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέχρι 28-2-2002, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα λιανικής πώλησης υποδημάτων, τσαντών, ζωνών, δερματίνων ειδών, ενδυμάτων και αξεσουάρ αυτών.

Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε, για το πρώτο μισθωτικό έτος, στο ποσό των 7.500.000 δρχ. (22.010,27 ευρώ), αναπροσαρμοζόμενο για κάθε επόμενο μισθωτικό χρόνο κατά ποσοστό ίσο με τον δείκτη τιμών καταναλωτή, προσαυξημένο κατά δύο επί πλέον ποσοστιαίες μονάδες. Για την εκμίσθωση του ενιαίου αυτού χώρου η μισθώτρια εταιρία συμφωνήθηκε να καταβάλει στον εκμισθωτή ως ωφέλεια δίκαιη και εύλογη το συνολικό ποσό των 180.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε ότι δεν μπορεί να αναζητηθεί από τη μισθώτρια για κανένα λόγο και καμία αιτία.

Οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες έχουν συνενωθεί από τη μισθώτρια σε ενιαίο κατάστημα, του οποίου μάλιστα οι χώροι του ισογείου, οι οποίοι βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, σε αντίθεση με αυτό του επιδίκου, και πρώτου ορόφου, χρησιμοποιούνται ως χώροι στους οποίους διενεργούνται πωλήσεις. Το κατά τ.μ. μηνιαίο μίσθωμα του εν λόγω καταστήματος, με βάση τη συνολική του επιφάνεια, η οποία ανέρχεται στα 343,42 τ.μ., ανέρχεται σε 64,090 ευρώ, ενώ δεν είναι δυνατόν, προκειμένου να ανευρεθεί το κατά τ.μ.

μίσθωμα, να υπολογιστεί η οριζόντια ιδιοκτησία στον πρώτο όροφο ως απλό διαμέρισμα, όταν αυτό έχει ενωθεί με τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες και χρησιμοποιείται ως χώρος στον οποίο διενεργούνται πωλήσεις. Το κατάστημα αυτό, το οποίο έχει πρόσοψη επί της οδού ... 6,6 μ., υπερτερεί έναντι του επιδίκου εξαιτίας του μεγαλύτερου εμβαδού του, γεγονός το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον υπολογισμό της αγοραίας μισθωτικής του αξίας, δεδομένου ότι καταστήματα με μεγάλο εμβαδόν είναι δυσεύρετα στην εν λόγω οδό. 2) Δυνάμει του από ...

μισθωτηρίου συμφωνητικού ο ΞΙ εκμίσθωσε στον Ξ2, ιδρυτή της υπό σύσταση τότε εταιρίας με την επωνυμία "ΡΙΑΝ ΗΕLLAS ΕΠΕ ΚΟΣΜΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ", ένα ισόγειο κατάστημα, της ιδιοκτησίας του, επιφάνειας 23 τ.μ., καθώς και επτά ενοποιημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες του υπογείου, της ιδιοκτησίας του, συνολικού εμβαδού 201,90 τ.μ., τα οποία κείνται επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως κατάστημα πωλήσεως κοσμημάτων, συναφών ειδών και αξεσουάρ γυναικείας και ανδρικής ένδυσης, για το χρονικό διάστημα από 1-11-2002 μέχρι 31-10-2014.

Το μίσθωμα ορίστηκε σε 8.500 ευρώ για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο για κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό 5%. Για το μίσθιο αυτό, στο οποίο τόσο το ισόγειο, όσο και ο υπόγειος χώρος χρησιμοποιούνται ως χώροι πώλησης, δεν αποδείχθηκε η καταβολή εκ μέρους του μισθωτή στον εκμισθωτή κάποιου ποσού για "αέρα".

Το κατά τ.μ. μηνιαίο μίσθωμα του εν λόγω καταστήματος, με βάση τη συνολική του επιφάνεια, η οποία ανέρχεται στα 224,90 τ.μ., ανέρχεται σε 37,79 ευρώ, ενώ, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν γίνεται δεκτό το υποστηριζόμενο από τον εκτιμητή ακινήτων ... με την ως άνω έκθεσή του εκτίμησης ότι ο χώρος πώλησης περιορίζεται μόνο στο από 23 τ.μ.

ισόγειο, όταν μισθώνεται και υπόγειος χώρος επιφάνειας 201,90 τ.μ. Το εν λόγω μίσθιο μειονεκτεί του επιδίκου, λόγω της μικρής επιφάνειας του ισογείου του. 3) Με το από 21-4-2003 συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΛΑΜΨΑ ΑΕ", εκμίσθωσε στο Η, (εκμισθωτή της ως άνω εταιρίας ΤΟD'S HELLAS), δύο ισόγεια καταστήματα εμβαδού περίπου 30,50 τ.μ.

το καθένα, για χρονικό διάστημα 12 ετών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως κατάστημα πώλησης κοσμημάτων, ειδών δώρων, κρυστάλλων και ειδών ιματισμού υπερπολυτελείας. Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 6.000 ευρώ , ενώ ο μισθωτής κατέβαλε στην εκμισθώτρια το ποσό των 410,858 ευρώ ως αντάλλαγμα για την εκμίσθωσή του από την εκμισθώτρια στον μισθωτή [άϋλη εμπορική αξία του μισθίου (αέρας)].

Τα δύο αυτά καταστήματα βρίσκονται στο κτιριακό συγκρότημα -ξενοδοχείο "ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΝΙΑ" και έχουν πρόσοψη επί της οδού ..., στο τμήμα της που εκτείνεται μεταξύ των οδών .... Το κατά τ.μ. μηνιαίο μίσθωμα του εν λόγω καταστήματος, με βάση τη συνολική του επιφάνεια, η οποία ανέρχεται στα 61 τ.μ. και χρησιμοποιείται ως χώρος πώλησης, ανέρχεται σε 98,36 ευρώ. 4) Ο ..., με το από 3-7-1998 συμφωνητικό μίσθωσης, εκμίσθωσε, στην εταιρία με την επωνυμία "Θ Ο.Ε.", ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 26 τ.μ.

κείμενο επί της οδού ..., στην οποία και έχει πρόσοψη, για χρονικό διάστημα εννιά ετών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης κοσμημάτων - ειδών χρυσοχοΐας, αργυροχοΐας και συναφών ειδών. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 390.000 δρχ. το μήνα, αναπροσαρμοζόμενο κάθε χρόνο στο ύψος του τιμαρίθμου κόστους ζωής, αυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

Το κατά τ.μ. μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται 15.000 δρχ., (44,02 ευρώ). Δεν αποδεικνύεται η καταβολή κάποιου ποσού από τη μισθώτρια στον εκμισθωτή για "αέρα" του καταστήματος, 5) Με το από 1-8-2006 συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, η ... εκμίσθωσε στην υπό σύσταση ΑΕ, με την επωνυμία "DIOR GRECE", εκπροσωπούμενη από την ..., ένα κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγειο, εμβαδού 49 τ.μ., πατάρι, εμβαδού 25 τ.μ.

και υπόγειο, εμβαδού 41 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στην πολυκατοικία επί της οδού ... και από υπόγειο, εμβαδού 50 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην πολυκατοικία επί της οδού ... και συγκοινωνεί με το ανωτέρω υπόγειο. Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 12.000 ευρώ και η διάρκεια της μίσθωσης για 12 χρόνια. Το κατά τ.μ.

μηνιαίο μίσθωμα του εν λόγω καταστήματος, με βάση τη συνολική του επιφάνεια, η οποία ανέρχεται στα 165 τ.μ. και χρησιμοποιείται ως χώρος πώλησης, ανέρχεται σε 72,727 ευρώ. Το εν λόγω μίσθιο δεν είναι πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφενός λόγω του χρόνου κατάρτισης της μίσθωσης και αφετέρου του γεγονότος ότι βρίσκεται στο τμήμα της ...

που εκτείνεται μεταξύ των οδών ..., το οποίο, όπως ειπώθηκε, μετά την πεζοδρόμησή του παρουσίασε μεγάλη αύξηση της αγοραίας μισθωτικής αξίας των ευρισκόμενων εκεί καταστημάτων. Δεν αποδεικνύεται η καταβολή κάποιου ποσού από τη μισθώτρια στην εκμισθώτρια για "αέρα" του καταστήματος. Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας ...

αναφέρει, στη συνταγείσα από αυτόν έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, λόγω του χρόνου μίσθωσης, το κατάστημα ..., (μίσθωση 7/2000), επιφάνειας 640 τ.μ., το κατάστημα της Τράπεζας HSBC, (μίσθωση 3/2001), συνολικής επιφάνειας 540 τ.μ. και Bang & Olufsen, (μίσθωση 5/2000), εμβαδού 147 τ.μ. Όμως, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε το συμφωνημένο για τις μισθώσεις αυτές μίσθωμα.

Αποδεικτικά στοιχεία για άλλα συγκριτικά στοιχεία και μάλιστα για το επί της ...ακίνητο, το οποίο είναι μισθωμένο στην εταιρία "Αφοί Χ ΟΕ" και το γωνιακό επί των οδών ... κατάστημα, με μισθωτή την επιχείρηση Ζ, δεν προσκομίζονται, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η επιφάνεια αυτών και το καταβαλλόμενο μίσθωμα, καθώς και ο χρόνος μίσθωσης αυτών.

Από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και λαμβανομένων υπόψη και των παρατεθέντων συγκριτικών στοιχείων, όπως παραπάνω εκτιμώνται, το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφωνημένο στις 14-10-2000, που υπογράφηκε το με ίδια ημερομηνία μισθωτήριο συμφωνητικό, μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και του μισθωτή Χ2, μηνιαίο μίσθωμα των 2.500.000 δρχ.

υπολείπεται του αγοραίου μισθώματος, το οποίο θα μπορούσε να συμφωνηθεί για το επίδικο κοινό κατάστημα. Λαμβανομένης υπόψη της θέσης, της επιφάνειας, της διαμόρφωσης και κατασκευής του τελευταίου καταστήματος, η αγοραία μισθωτική αξία αυτού κατά το χρόνο σύναψης της από 14-10-2000 σύμβασης μισθώσεως ανερχόταν στο ποσό των 11.500 ευρώ, (το τ.μ. 53.195 ευρώ), το οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί ως μηνιαίο μίσθωμα.

Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της 14-10-2000 θα μπορούσε να επιτευχθεί μηνιαίο μίσθωμα ύψους 5.000.000 δρχ., (ήτοι 14.673,51 ευρώ). Μολονότι αυτός επικαλείται ότι είχε βρει υποψήφιο μισθωτή, που προσέφερε το ανωτέρω μίσθωμα, ουδέποτε τον κατονόμασε, ώστε να κριθεί η σοβαρότητα της πρότασης.

Ούτε μπορούσε να επιτευχθεί κατά τον ανωτέρω χρόνο μίσθωμα εφάμιλλο με αυτό του καταστήματος ΤΟD'S, δεδομένου ότι, όπως ειπώθηκε, το εν λόγω κατάστημα υπερτερεί, λόγω της μεγάλης επιφάνειάς του, η οποία το καθιστά δυσεύρετο για την περιοχή της .... Η ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος, η οποία θα μπορούσε να συνομολογηθεί κατά τον ως άνω χρόνο, λαμβανομένων υπόψη και των ανωτέρω πρόσφορων συγκριτικών στοιχείων, ήταν της τάξης του πληθωρισμού του προηγούμενου έτους, προσαυξημένου κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες (2%).

Με δεδομένο ότι ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά το έτος 2000 κατά ποσοστό 3,90%, το έτος 2001 κατά ποσοστό 3%, το έτος 2002 κατά ποσοστό 3,40%, το έτος 2003 κατά ποσοστό 3,10%, το έτος 2004 κατά ποσοστό 3,10%, το έτος 2005 κατά ποσοστό 3,60% και το έτος 2006 κατά ποσοστό 2,90%, η ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος, την οποία θα μπορούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις συνθήκες της αγοράς να συνομολογήσει και επιτύχει η ενάγουσα κατά την εκμίσθωση του άνω κοινού καταστήματος θα ήταν της τάξης του 5% ετησίως.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά την εκμίσθωση του, ως άνω, κοινού καταστήματος ο ενάγων και η πρώτη εναγόμενη, ως συγκύριοι αυτού, θα μπορούσαν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις συνθήκες της αγοράς, οι οποίες επικρατούσαν κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2000, να συμφωνήσουν με τον μέλλοντα μισθωτή του εν λόγω καταστήματος την καταβολή εκ μέρους του τελευταίου κάποιου ποσού, το οποίο αυτός θα κατέβαλε ως αντάλλαγμα της παραχώρησης σ' αυτόν της χρήσης του μισθίου.

Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του ότι: α) το μίσθιο κατάστημα ήταν ήδη γνωστό, λόγω της πολυετούς χρήσης του ως καταστήματος λιανικής πώλησης κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων, γεγονός το οποίο συνεπαγόταν την εξασφάλιση στο νέο μισθωτή άμεσης πελατείας και β) ότι δεν υπήρχαν στον πεζόδρομο της οδού ...

και στο εκτεινόμενο μεταξύ των οδών ..., αλλά και ... παρόμοια καταστήματα για εκμίσθωση, στοιχεία τα οποία ισχυροποιούσαν τη διαπραγματευτική θέση των ιδιοκτητών έναντι των υποψηφίων μισθωτών, οι οποίοι θα προέβαιναν στην καταβολή χρηματικού ποσού ως "αέρα", προκειμένου να επιτύχουν την σ' αυτούς εκμίσθωσή του, ακόμη και στην περίπτωση που αυτό ήταν κενό.

Για το ότι ήταν επιτεύξιμη η καταβολή αέρα για το επίδικο κατάστημα κατά το χρόνο που αυτό εκμισθώθηκε από την πρώτη εναγομένη στον Σ αποφαίνεται και ο πραγματογνώμονας .... Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατά τον ως άνω χρόνο υπήρχαν στην οδό ... και μάλιστα κοντά στο επίδικο κατάστημα κενά καταστήματα, με συνέπεια να είναι δυνατή η μίσθωσή τους, χωρίς να αναγκαστεί ο υποψήφιος μισθωτής να καταβάλει "αέρα", προκειμένου να εξασφαλίσει την προς αυτόν εκμίσθωσή του, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.

Το κατατεθέν από τη μάρτυρα των εναγομένων ότι υπάρχουν στην οδό ... πολλά καταστήματα ξενοίκιαστα, πέραν του ότι αυτή δεν καταθέτει για τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, δεν παρέχει πίστη στο Δικαστήριο, διότι δεν αναφέρει ποια είναι τα καταστήματα αυτά και τα χαρακτηριστικά τους, (π.χ. επιφάνεια), για να κριθεί αν αυτά είναι εφάμιλλα προς το επίδικο και ότι ο υποψήφιος μισθωτής καταστήματος των προδιαγραφών του επιδίκου μπορούσε να βρει άλλο κατάστημα για εκμίσθωση και να μην αναγκαστεί να καταβάλει "αέρα", προκειμένου να εξασφαλίσει την εκμίσθωσή του.

Είναι γεγονός, ότι αποδεικνύεται η καταβολή αέρα σε δύο μόνο από τις ως άνω μνημονευόμενες συμβάσεις μισθώσεως. Αυτό όμως οφείλεται στο γεγονός ότι στην καταβολή "αέρα" είναι κανόνας η μυστικότητα και η έλλειψη στοιχείων, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο για το λόγο αυτό ποσό υποπίπτει σε φορολόγηση. Το ποσό που οι συνιδιοκτήτες του άνω κοινού καταστήματος θα μπορούσαν να εισπράξουν ως "αέρα" θα ανερχόταν σε ποσό ίσο προς 12 μηναία μισθώματα και στην προκειμένη περίπτωση στο ποσό των 138.000 ευρώ, (12 μήνες χ 11.500 ευρώ).

Το ύψος του καταβληθέντος ποσού ως "αέρα" στις ανωτέρω δύο μισθώσεις δεν μεταβάλλει την κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το ύψος του ως άνω ποσού των 12 μισθωμάτων. Και τούτο διότι τα μίσθια αυτά είναι ιδιαίτερα δυσεύρετα για τα δεδομένα της οδού ..., λόγω των μεγάλων λειτουργικών χώρων πώλησης, έστω και αν βρίσκονται στο υπόγειο ή πρώτο όροφο, οι οποίοι εξασφαλίστηκαν με την ανακατασκευή υπογείων, παταριών και πρώτων ορόφων.

Και αυτά πέραν του γεγονότος ότι δεν προκύπτει ότι ο "αέρας" που καταβλήθηκε είχε την έννοια της καταβολής αέρα προς τον ιδιοκτήτη, δηλαδή ως πρόσθετο περάν του μισθώματος ποσό ή τον μισθωτή με την έννοια της αποζημίωσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η πρώτη εναγόμενη εταιρία, ως προσωρινή διαχειρίστρια του επίκοινου καταστήματος, έπρεπε, κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης και εκμετάλλευσης αυτού και αποβλέποντας στην εκμετάλλευσή του προς το συμφέρον όλων των κοινωνών να προβεί στην εκμίσθωσή του ως επαγγελματική στέγη, με μηνιαίο μίσθωμα 11.500 ευρώ, προσαυξανόμενο ετησίως κατά 5%, το οποίο μπορούσε να επιτύχει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο.

Επίσης, αυτή, στα πλαίσια της υποχρέωσής της για διοίκηση και διαχείριση του επίκοινου προς το συμφέρον των κοινωνών, όφειλε να επιδιώξει την είσπραξη ποσού ως "αέρα", το οποίο, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, θα ανερχόταν σε ποσό ίσο προς 12 μηνιαία μισθώματα. Αντί αυτών, όμως, η πρώτη εναγομένη προέβη στην εκμίσθωση του επίκοινου καταστήματος στον μέχρι τότε μισθωτή του Χ2, αντί του πολύ μικρότερου του δυναμένου να συμφωνηθεί μηνιαίου μισθώματος των 2.500.000 δρχ., (7.336,76 ευρώ), με ετήσια προσαύξηση ανερχόμενη στο 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, (άρθρο 7 του ΠΔ. 34/1995) και χωρίς να αξιώσει την είσπραξη ποσού ως "αέρα" ίσου προς 12 μισθώματα.

Η εκμίσθωση του άνω καταστήματος με τους προαναφερθέντες όρους, μετά από όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα των κοινωνών αν και το μίσθωμα αυξήθηκε από το ποσό των 1.343.000 δρχ., (3.941,31 ευρώ), που καταβαλλόταν στο ποσό των 2.500.000 δρχ., (7.336,76 ευρώ). Η πρώτη εναγομένη εταιρία, με την ως άνω ενέργειά της ενήργησε αφενός προς το συμφέρον του μισθωτή Χ2, ο οποίος, όπως ειπώθηκε, συνδεόταν με στενότατο συγγενικό δεσμό με την νόμιμη εκπρόσωπό της Ν, δεδομένου ότι έτσι, παρά τις αντιρρήσεις του συγκοινωνού - ενάγοντος, αυτός θα παρέμενε στη χρήση του μισθίου για μία ακόμη οκταετία, καταβάλλοντος μίσθωμα πολύ μικρότερο της πραγματικής μισθωτικής του αξίας και χωρίς την καταβολή "αέρα" και αφετέρου προς βλάβη του ενάγοντος - κοινωνού.

Το κοινό συμφέρον των συγκυρίων του κοινού καταστήματος, αλλά και οι κανόνες της χρηστής διαχείρισης και επωφελούς εκμετάλλευσής του, επέβαλαν την επιδίωξη της αποβολής από το μίσθιο του μισθωτή Χ2 ενόψει μάλιστα της συμπλήρωσης 12ετίας σ' αυτό στις 14-10-2001 και την εκμίσθωσή του σε τρίτο, αφενός μεν με μίσθωμα μηνιαίο 11.500 ευρώ και προσαύξηση ετησίως 5%, το οποίο μίσθωμα μπορούσε να επιτευχθεί με πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, με βάση τη μισθωτική αξία του κοινού καταστήματος και τις συνθήκες που κρατούσαν σχετικά με την εκμίσθωση καταστημάτων στον προαναφερθέντα χώρο και αφετέρου με την καταβολή εκ μέρους του νέου μισθωτή, προκειμένου να εξασφαλίσει την εκμίσθωσή του σ' αυτόν, εφάπαξ αποζημίωσης (αέρα), ύψους δώδεκα μισθωμάτων.

Παρά ταύτα η πρώτη εναγόμενη εταιρία, με την τότε νόμιμη εκπρόσωπό της Ν, κατά κατάχρηση της διαχειριστικής της εξουσίας, που της είχε ανατεθεί προσωρινά, με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία αυτή είχε την εξουσία και υποχρέωση να ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις διαχείρισης προς διατήρηση και επωφελή εκμετάλλευση του κοινού και παραβίαση του καθήκοντός της για επωφελή εκμετάλλευση του κοινού καταστήματος ως προς όλους τους κοινωνούς, καθώς και εναντίον των χρηστών ηθών, σε συμπαιγνία με τον τρίτο εναγόμενο Χ2, (τέκνο της) και με σκοπό ο τελευταίος να παραμείνει στο μίσθιο, ως μισθωτής, καταβάλλοντος μίσθωμα πολύ μικρότερο εκείνου που θα κατέβαλε με βάση τη μισθωτική αξία του κοινού και τις συνθήκες που θα επικρατούσαν σε σχέση με τη μίσθωση καταστημάτων εφάμιλλων προς το κοινό στην περιοχή που βρίσκεται το τελευταίο και να ζημιωθεί αντίστοιχα ο ενάγων, ως συγκοινωνός, αφενός παρέλειψε δόλια να ασκήσει κατά του εν λόγω μισθωτή αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, αν και η μίσθωση έληγε στις 14-10-2001, λόγω παρέλευσης 12ετίας και αφετέρου εν γνώσει της εκφρασθείσας ρητά βούλησης του συγκοινωνού ενάγοντος για μη περαιτέρω παράταση της μισθωτικής σχέσης με τον τρίτο εναγόμενο, στις 14-10-2000 συνήψε με τον τελευταίο νέα μίσθωση του επίκοινου καταστήματος, με τους ως άνω άκρως επωφελείς γι' αυτόν και άκρως δυσμενείς για τον συγκοινωνό ενάγοντα όρους.

Η εκμίσθωση του άνω καταστήματος, με το ως άνω μίσθωμα, αντί του δυνάμενου να συνομολογηθεί ελεύθερα, με πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, για το επίκοινο κατάστημα, ήταν βλαπτική για το συγκοινωνό ενάγοντα και άκρως επωφελής για τον τρίτο εναγόμενο, γιο της νόμιμης εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας, μέτοχο και κατά καιρούς νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας, τα συμφέροντα της οποίας συνέπιπταν με το συμφέρον αυτού, τούτο δε το γνώριζαν η τότε εκπρόσωπος της συγκοινωνού εταιρίας Ν και ο γιος της μισθωτής Χ2 και το επιδίωξαν με την συνομολόγηση της από 14-10-2000 σύμβασης μισθώσεως.

Η ως άνω υπαίτια και παράνομη (390 ΠΚ) ενέργεια της Ν, η οποία έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της, που της είχαν ανατεθεί από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, δημιουργεί ευθύνη της τελευταίας έναντι του ενάγοντος συγκοινωνού και δημιουργεί υποχρέωσή της προς αποζημίωσή του κατ' άρθρο 71 ΑΚ. Από τις ανωτέρω υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, οι οποίες εκφράστηκαν από τη νόμιμη εκπρόσωπο της Ν και υλοποιήθηκαν με την άμεση συνδρομή του τρίτου εναγομένου Χ2, ο ενάγων υπέστη ζημία, η οποία συνίσταται στο μερίδιό του στη διαφορά μεταξύ του συνομολογηθέντος μισθώματος των 2.500.000 δρχ., (ήτοι 7.336,76 ευρώ) το μήνα, με τη συμφωνηθείσα νόμιμη αναπροσαρμογή του και του ελεύθερου μισθώματος των 11.500 ευρώ το μήνα και της ετήσιας από ποσοστό 5% αναπροσαρμογής του, που μπορούσε να συνομολογηθεί και εισπραχθεί με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και στο μερίδιό του στη μη εισπραχθείσα άϋλη εμπορική αξία (αέρα).

Ειδικότερα, το μηνιαίο ελεύθερο - αγοραίο μίσθωμα, που μπορούσε με πιθανότητα να εισπραχθεί από τους συγκοινωνούς του μισθίου καταστήματος, μαζί με την ετήσια από 5% αναπροσαρμογή του, ανέρχεται : 1) για το χρονικό διάστημα από 15-10-2001 μέχρι 14-10-2002 σε 11.500 ευρώ το μήνα, 2) από 15-10-2002 μέχρι 14-10-2003 σε 12.075 (11.500 + 5% ) ευρώ το μήνα και 3) από 15-10-2003 μέχρι 14-10-2004 σε 12.678,75 ευρώ (12.075 + 5%) το μήνα.

Το συμφωνηθέν με το από 14-10-2000 μισθωτήριο και καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, μαζί με τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, συναγόμενης ως προς αυτό ομολογίας κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, ανέρχεται, κατά τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, στα ποσά των 7.336,76 ευρώ, ( ήτοι 2.500.000 δρχ.), 7.534,85 ευρώ, (ήτοι 2.567.500 δρχ.), και 7.723,22 ευρώ, (ήτοι 2.631.688 δρχ.).

Επομένως, η διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και οφειλόμενου μισθώματος με βάση την από 14-10-2000 μισθωτική σύμβαση και εκείνου που θα μπορούσε να συμφωνηθεί-εισπραχθεί με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, ανέρχεται: 1) για το χρονικό διάστημα από 15-10-2001 μέχρι 14-10-2002 σε 4.163,24 (11.500 - 7.336,76) ευρώ το μήνα και ετησίως σε 49.958,88 (4.163,24 χ 12) ευρώ, 2) από 15-10-2002 μέχρι 14-10-2003 σε 4.540,15 (12.075 - 7.534,85) ευρώ το μήνα και ετησίως σε 54,481,8 (4.540,15 χ 12), και 3) από 15-10-2003 μέχρι 23-10-2003 σε 4.955,53 (12.678,75 - 7.723,22) ευρώ το μήνα και για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο ποσό των 1.486,65 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 105.927,33 (49.958,88 + 54.481,8 + 1.486,65) ευρώ.

Συνεπώς, ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το ποσό των 52.963,66 [ 105,927,33 ευρώ χ 1/2= ] ευρώ, το οποίο αποτελεί τη μερίδα του (50%) στα διαφυγόντα μισθώματα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθώς και στο μερίδιό του επί του ποσού που θα εισέπρατταν οι συγκύριοι με πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ως άϋλη εμπορική αξία (αέρα), εάν η εναγόμενη εταιρία στα πλαίσια της διαχείρισης του κοινού είχε φροντίσει για την έξωση του τρίτου εναγομένου από το μίσθιο κατά τη λήξη της 12ετίας και είχε προβεί στην εκμίσθωσή του σε τρίτο μισθωτή, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 69.000 [11,500 ευρώ χ 12 = 138.000 ευρώ : 2] ευρώ.

Επομένως, ο ενάγων, από τις ως άνω υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις των πρώτης και τρίτου των εναγομένων, ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 121.963,66 (52.963,66 + 69.000) ευρώ. Πρέπει δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αυτοί, ο καθένας σε ολόκληρο, λόγω της αδικοπραξίας, να καταβάλουν στον ενάγοντα: α) το ποσό των 69.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και β) το ποσό των 52.963,66 ευρώ, το μεν μέχρι την επίδοση της αγωγής (30-4-2002) ληξιπρόθεσμο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το δε υπόλοιπο ποσό από τότε που κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό ήταν καταβλητέο και συγκεκριμένα από το τέλος κάθε μισθωτικού μήνα, που συμπίπτει με την 14η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα (άρθρο 595 ΑΚ), δεδομένου ότι ο ενάγων δεν επικαλείται συμφωνημένη ή συνηθισμένη προθεσμία για την καταβολή του μισθώματος".

Με βάση αυτές τις παραδοχές δέχτηκε, κατά το αναφερόμενο παραπάνω μέρος, την από 17-4-2002 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως κατ' ουσία βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις δικαίου που εφαρμόστηκαν, αλλ' ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, γι' αυτό πρέπει οι τρίτος και τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια από τα άρθρα 559 αριθ. 1 εδ. 2 και 19 ΚΠολΔ και ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και εσφαλμένα υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, τον οποίο και εκ πλαγίου παραβίασε, ως προς την παραδοχή ότι αποδείχτηκε πως κατά την εκμίσθωση του ως άνω κοινού καταστήματος οι διάδικοι, ως συγκύριοι αυτού, θα μπορούσαν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις συνθήκες της αγοράς, οι οποίες επικρατούσαν κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2000, να συμφωνήσουν με τον μέλλοντα μισθωτή του εν λόγω καταστήματος την καταβολή εκ μέρους του τελευταίου "αέρα".

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, γιατί δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 200 ΑΚ και πως τούτο παραβιάστηκε ευθέως ή εκ πλαγίου. Σε κάθε περίπτωση, συνιστά έκφανση της δικαιοδοτικής του κρίσης η παραδοχή ότι κατά την επανεκμίσθωση του ως άνω κοινού καταστήματος, με τη λήξη της 12ετίας, οι διάδικοι, ως συγκύριοι αυτού, θα μπορούσαν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις εκτιθέμενες επαρκώς συνθήκες της αγοράς, οι οποίες επικρατούσαν τον Οκτώβριο του έτους 2000, να συμφωνήσουν με τον μέλλοντα μισθωτή του εν λόγω καταστήματος την καταβολή "αέρα".

Επίσης, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της για τον καθορισμό της πραγματικής-αγοραίας μισθωτικής αξίας του ως άνω καταστήματος, ιδιοκτησίας των και τις τρεις μισθώσεις, που αναφέρονται στον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίες συνήφθησαν σε χρόνο απέχοντα από την επίδικη μίσθωση, δεν στοιχειοθετεί την έννοια ούτε των ανεπαρκών ούτε των αντιφατικών αιτιολογιών.

Συνιστά έκφανση της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας για τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του. Δεν συνιστά, επίσης, αντίφαση το ότι, για τη διαμόρφωση της ετήσιας αναπροσαρμογής μέχρι το 2003 σε ποσοστό 5%, περιέλαβε επιπλέον επιχειρήματα για το πως διαμορφώθηκε ο δείκτης τιμών καταναλωτή κατά τα έτη 2004, 2005 και 2006, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, καθόσον κρίσιμο τυγχάνει ότι στις αναφερόμενες στην πληττόμενη απόφαση μισθώσεις περιέχεται και ο όρος για προσαύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά τις επιπλέον μονάδες που αναφέρονται.

Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους λόγους αυτούς, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, κατά τα αναφερόμενα, εις το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΩΝ Χ ΑΕ" κλπ για αναίρεση της 4291/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ