Legislator Case Law & Legislation
5/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against administrative court decision on family allowance statute violation.

Case Number 5/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a First Instance Court decision regarding family allowances. The State argued the lower court erred by accepting the claim for specific periods instead of declaring the trial void for violating the non-retroactivity principle of Law 3205/2003. The Court agreed that the claim for allowances between March 1, 2001, and June 30, 2001, was invalid due to this statutory violation, but rejected the argument for the period from January 1, 2001, to February 28, 2001, as it fell outside the protected timeframe.

Legislator headnote

AI generated

Articles 26 of Law 3205/2003; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: A court must declare a trial void for the periods where a claim violates the non-retroactivity principle of the relevant statute, but may accept the claim for periods falling outside that statutory protection.

Keywords

AI generated
non-retroactivity principle family allowance statute administrative trial void Code of Civil Procedure partial annulment statutory violation public administration

Cited Legislation

AI generated
Article 26 of Law 3205/2003
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 5 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 5/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μέρμελα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 809/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-11-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων τόσο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως όσο και του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως αβάσιμος και την απόρριψη αφενός του πρώτου λόγου αναιρέσεως και αφετέρου του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε αβάσιμος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Εξάλλου, ο ν. 2470/1997 ("αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις"), που ισχύει από 1-1-1997, ορίζει: α) Στην παρ. 1 του άρθρου 12 ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, και οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στη διάταξη αυτή.

β) Στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2515/1997, ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων... ". γ) Στην παρ. 5 εδ. α’ του ίδιου άρθρου ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των Ο.Τ.Α., η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον έναν από αυτούς, κατ’ επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/19986..., που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων...". Με την υπ’ αριθ. 2026439/3480/022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω ν. 2470/1997, επεκτάθηκαν, εκτός άλλων, έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1997, και οι διατάξεις του άρθρου 12 του τελευταίου νόμου στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η μηνιαία οικογενειακή παροχή, που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους, τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της, στην παρ. 1 του οποίου άρθρου, ειδικότερα, ορίζεται ότι "η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Εθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους".

Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε έγγαμους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της Συμβάσεως του Αμστερνταμ (πρώην 119 της Ε.Ο.Κ.), που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις Δ.Ε.Κ.

στις υποθέσεις 248/1983 και 58/1981), σύμφωνα με την οποία διάταξη ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας. Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις ή έχει σύζυγο που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχειρίσεως των ομοίων και ειδικότερα είναι αντίθετη προς την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.

β’ του Συντάγματος. Ετσι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, όπως η παράγραφος αυτής, κατά τα πιο πάνω, ήδη ισχύει, καθόσον θέτει ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή της μηνιαίας οικογενειακής παροχής, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

Κατόπιν αυτού ισχύει στην προκειμένη περίπτωση και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι στη διάταξη αυτήν αναφερόμενοι υπάλληλοι ή το προσωπικό το οποίο αφορά η ως άνω Κ.Υ.Α. λαμβάνουν ολόκληρη τη μηνιαία οικογενειακή παροχή, προσαυξημένη ανάλογα ε τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4, όπως αυτή ήδη ισχύει, του ίδιου άρθρου (βλ.

σχ. Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολ. ΑΠ 6/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών), που έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, που υπηρετούσε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως αναπληρωτής καθηγητής με βάση σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, δικαιούνταν στο ακέραιο τα επιδόματα γάμου και τέκνων για τα μερικότερα ένδικα χρονικά διαστήματα, που εμπίπτουν στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-2001, και ακολούθως επιδίκασε αυτά στον αναιρεσίβλητο, δεν έσφαλε.

Στη συνέχεια δε απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτήν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. 2. - Επειδή κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α’ του ίδιου νόμου "επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήπτοε απαιτήσεως κατά του Δημοσίο αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεως σαφώς προκύπτει ότι με τηνπρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κέθα αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποιο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στην ως άνω διάταξη του άρθορυ 91 εδ.

α’, και επομένως κατισχύει αυτής (Ολ. ΑΠ 29/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 στοιχ. β’ του ως άνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως, ενώ υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νεου την παραγραφή. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος με αίτησή του, που κατέθεσε στις 22-12-1999 προς την αρμόδια δημόσια αρχή ζήτησε την καταβολή σ’ αυτόν από το αναιρεσείον των ως άνω επιδομάτων γάμου και τέκνων για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997έως 31-12-2001 και έτσι έκτοτε, δηλαδή από τις 22-12-1999, η παραγραφή των σχετικών ένδικων αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 έως 31-12-1997, που είχε αρχίσει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, διακόπηκε και έτσι κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 28-12-2001 και ακολούθως συζητήθηκε στο δικαστήριο εκείνο, κατ’ αντιμωλίαν του αναιρεσείοντος, στις 5-2002, δεν είχαν παραγραφεί οι εν λόγω αξιώσεις, αφού από τηνκατά τα άνω διακοπή της παραγραφής, που άρχισε εκ νέου μετά την πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως, δηλαδή από τις 23-6-2000, επειδή η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απάντησε, μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 28-12-2001 δεν είχε παρέλθει διετία.

Στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως είχε απορριφθεί η ένστασή του για παραγραφη των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου για τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1997 έως 30-6-1997 και από 1-10-1997 έως 31-12-1997. Κρίνοντας όμως έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ.

α’ του ν. 2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους (1997), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις, και όχι, όπως θα έπρεπε από το χρόνο της γενέσεώς τους, από τον οποίο χρόνο και μέχρι την εκ μέρους τυ αναιρεσιβλήτου υποβολή στις 22-12-1999 προς την αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή των ένδικων απαιτήσεων, όπως δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, είχε ήδη συμπληρωθεί διετία και ως εκ τούτου είχαν ήδη παραγραφεί οι αξιώσεις αυτές.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παραγραφή αυτή καταλαμβάνει και τις αξιώσεις του τελευταίου μήνα του εν λόγω χρονικού διαστήματος (1-12-1997 έως 31-12-1997), δεδομένου ότι κατ’ εκτίμηση των στην προσβαλλομενη απόφαση περιεχόμενων παραδοχών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το δικαστήριο εκείνο φαίνεται ότι δέχτηκε ότι ο μισθός του αναιρεσιβλήτου, παρά τα κατ’ αρχήν στο άρθρο 16 παρ. 3 του π.δ. 410/1988 ("Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.

και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.") οριζόμενα ότι "οι αποδοχές καταβάλλονται δεδουλευμένες, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα με απόφαση του οικείου Υπουργού... ", καθώς και τα κατ’ αρχήν στο άρθρο 655 του ΑΚ οριζόμενα, καταβαλλόταν ανά δεκαπενθήμερο και στην αρχή του κάθε δεκαπενθήμερου, με αποτέλεσμα, η μεν αξίωση που αφορά την καταβολή των ως άνω επιδομάτων που ανάγονται στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Δεκεμβρίου του έτους 1997 να έχει γεννηθεί την 1η ημέρα του δεκαπενθήμερου αυτού, η δε αξίωση που αφορά την καταβολή των ίδιων επιδομάτων που ανάγονται στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του ίδου μήνα να έχει γεννηθεί την 1η ημέρα του δεκαπενθημέρου αυτού, δηλαδή στις 16-12-1997, με περαιτέρω αποτέλεσμα και οι εν λόγω αξιώσεις να ήταν ήδη παραγεγραμμένες (λόγω παρελεύσεως διετίας από τη γέννησή τους) κατά τις 22-12-1999, οπότε, κατά τα πιο πάνω, υποβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο η ως άνω αίτησή του για την πληρωμή και των απαιτήσεών του αυτών.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

3.- Επειδή, κατά το άρθρο 26 του ν. 3205 της 22/23-12-2003, "με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος και ο ανακριβής χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, των εν ενεργεία υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου..., οι οποίες απορρέουν από τη μη σύγχρονη καταβολή και στους δύο συζύγους της οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και τέκνων του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέρι 30-6-2002, είτε έχουν ασκήσει αγωγές είτε όχι.

Στην ανωτέρω ρύθμιση υπάγονται και οι περιπτώσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτές για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Για το ίδιο χρονικό διάστημα οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται... ".

Η διάταξη αυτή, ως έχουσα γενικό χαρακτήρα, δεν είναι αντισυνταγματική, εφόσον δεν προσκρούει στην αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, που καθιερώνεται με τα άρθρα 1, 26, 73 επ., 81 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (βλ. σχ. Ολ. ΑΠ 2/1995, 4/1990, 7/1990, 4/1989, 1067/1979). Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα υπ’ αριθ. 576/2002 οριστική απόφασή του δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη τηςν ένδικη αγωγή και κατά το μέρος της που αφορούσε ζητούμενη επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο, που, όπως προαναφέρθηκε, συνδεόταν με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και τέκνων, εκτός άλλων, και για τα χρονικά διαστήματα από 1-3-2001 μέχρι 30-6-2001 και από 1-10-2001 έως 31-12-2001.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αμέσως πιο πάνω πρωτόδικης αποφάσεως, επικυρώνοντας έτσι την τελευταία απόφαση. Με το να αποφασίσει όμως έτσι και να δεχτεί ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναφορικά με τα επιδόματα γάμου και τέκνων που ενέπιπταν στην αμέσως πιο πάνω χρονικές περιόδους (1-3-2001 μέχρι 30-6-2001, καθώς και 1-10-2001 έως 31-12-2001) αντί να κηρύξει καταργημένη τη σχετική δίκη κατά τομέρος της που αφορύσε τα εν λόγω χρονικά διαστήματα, παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Επομένως ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην κηρύξει καταργημένη τη δίκη κατά το μέρος της το οποίο αφορούσε τα αμέσως πιο πάνω επιδόματα, που ενέπιπταν στις επίσης αμέσως πιο πάνω χρονικές περιόδους, αλλ’ αντιθέτως με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε πράγματι να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναφορικά με τα επιδόματα που ενέπιπταν στις εν λόγω χρονικές περιόδους παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συντρέχει απαράδεκτο του λόγου αυτού αναιρέσεως κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προεχόντως διότι το με αυτόν επικαλούμενο σφάλμα προκύτπει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 στοιχ.

β’ ΚΠολΔ). Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην κηρύξει καταργημένη τη δίκη κατά το μέρος της το οποίο αφορούσε τα ως άνω επιδόματα που ενέπιπταν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 28-2-2001 παραβίαση την ως άνω διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού για τα επιδόματα αυτά, ως εμπίπτοντα σε χρονικό διάστημα το οποίο είναι εκτός του χρονικού διαστήματος που καθορίζεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003, δεν προβλέπεται κατάρτηση των εκκρεμών δικών.

4.- Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους δεύτερο και τρίτο κατά ένα μέρος του λόγους αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπεινα συμψηφιστεί ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει δίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 πα. 2 στοιχ. β’ ν. 3693/1957).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την υπ’ αριθ. 809/2004 απόφαση του Πολυμελύς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ