Supreme Court partially allows appeal against tax fraud conviction due to lack of sentencing justification under Art. 66(6) of Law 4174/2013.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a tax fraud conviction, ruling that the lower court failed to provide specific sentencing justification. The appellant argued the judgment lacked required details on the number of fake documents, transaction amounts, and duration of concealment as mandated by Article 66(6) of Law 4174/2013. Consequently, the court set aside the sentencing portion and remitted the case for a new trial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 66(6) of Law 4174/2013; Art. 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: When sentencing requires specific justification regarding the number of items, amounts, and duration of concealment, failure to provide such reasoning renders the sentencing part of the judgment appealable and void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 59 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 59/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Τρουπή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δροβάτζη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2136/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12/5/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 12.5.2025, με αριθμό 3/2025 αίτηση του Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., Μπρατσιώτη Τσιατάλη Δέντρο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2136/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και συνεπώς είναι παραδεκτή. Ως εκ τούτου, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του αναιρετικού της λόγου.
Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, που ισχύει από 1.7.2019, ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.
Ειδικότερα επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει τις ελαφρότερες ποινικές συνέπειες από την άποψη του είδους και του μέτρου της ποινής. Έτσι, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.
Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινή (ΑΠ 977/2025, 436/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 4 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν.3220/2004, "1.Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. "Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:
α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000) ευρώ, και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες(150.000)". 2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου... 4.
Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία.
Περαιτέρω, με το Ν. 4174/2013 θεσπίστηκε ο "Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων", ενώ με το άρθρο 8 του Ν.4337/2015 με τίτλο "Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις", τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α' του Ν.4174/2013 αναριθμήθηκαν σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμήθηκε σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμήθηκαν σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82, προστέθηκε δε νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο με τον τίτλο "ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ", και με το άρθρο 71 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17, 18, 19, 20 και 21 του Ν.2523/1997.
Ειδικότερα δε, για το ως άνω αδίκημα της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 66 του ως άνω Ν. 4174/2013 τα εξής: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος... . Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση...
Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο..." Με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν.4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας" (ΦΕΚ 206/4.11.2022, τεύχος πρώτο), οι ανωτέρω διατάξεις του Ν.4174/2013 καταργήθηκαν, ως προς το αδίκημα δε της έκδοσης και αποδοχής των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην παράγραφο 5 του άρθρου 66 του ανωτέρω Ν.4987/2022 ορίζονται τα εξής: "'Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος... Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση...
Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο (...)". Η μόνη διαφοροποίηση των πιο πάνω ταυτάριθμων, όμοιου περιεχομένου, διατάξεων(άρθρα 66 παρ. 5 των Ν. 4174/2013 και 49877/2022) αφορά την ποινική κύρωση για την έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, ειδικότερα δε την προσθήκη στις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4987/2022, όταν η αξία των ανωτέρω εικονικών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), της απειλής χρηματικής ποινής, διαζευκτικά, κατ' άρθρο 57 του ισχύοντος ΠΚ, με την ποινή φυλάκισης, όταν δε υπερβαίνει το ανωτέρω όριο την απειλή ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξης έως έξι (6) έτη, αντί της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη που προέβλεπε η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ.
β' στοιχ. β` του Ν.4174/2013. Η παραπάνω διαφοροποίηση ως προς την ποινική κύρωση ουσιαστικά δεν υπάρχει, αφού οι απειλούμενες ποινές τόσο στις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4174/2013, όσο και σε εκείνες του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4987/2022, κατ' αποτέλεσμα είναι ίδιες, έγινε δε προφανώς αφού λήφθηκαν υπόψη οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του ήδη καταργηθέντος με το Ν. 5090/1.5.2024 άρθρου 463 του ισχύοντος ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 (Φ.Ε.Κ. 246/10.12.2021, τεύχος πρώτο), κατά τις οποίες "2.
Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα...". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ.4 του Ν. 5104/2024 [που σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ.1 αυτού ισχύει από 19.4.2024- και επομένως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 18.12.2024- ] "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις"[ΦΕΚ Α'-58/19-4-2024] "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ.1 έως και 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται : α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος... Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση...
Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο....)". Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 66 παρ.5 εδ. β' στοιχ. α' του του Ν. 4174/2013, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 8 του Ν. 4337/17.10.2015 που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση [από1.1.2015 έως 31.12.2015], του ταυτάριθμου άρθρου 66 παρ.5 εδ.
β' στοιχ. α' του Ν. 4987/2022 και του άρθρου 79 παρ.4 του Ν. 5104/2024 (που ισχύει από 19.4.2024 και εφεξής και επομένως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 18.12.2024), οι οποίες προβλέπουν για την πλημμεληματική πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, την ίδια ποινή, ήτοι φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, συνάγεται ότι εφαρμοστέες ,εν προκειμένω, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, είναι αυτές του άρθρου 66 παρ.5 εδ.
β' στοιχ. α' του Ν.4174/2013, (τις οποίες και εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση), ως ισχύουσες κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, εφόσον ο κατηγορούμενος επιβαρύνεται το ίδιο με τους νεότερους νόμους.
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος φοροδιαφυγής απαιτείται, αντικειμενικά, η έκδοση από τον δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως εικονικού θεωρουμένου από το νόμο, εκτός των άλλων, και του στοιχείου εκείνου που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της, υποκειμενικά δε, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των εκδιδόμενων φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών, και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται σκοπός του τελευταίου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης (ΑΠ 733/2025, ΑΠ 436/2025, ΑΠ 80/2023).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής (ΑΠ 995/2020).
Επίσης, ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, δηλαδή να στηρίζεται σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ' αυτήν, διότι τότε δημιουργούνται λογικά κενά, η αιτιολογία πάσχει και δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 97/2025, ΑΠ 979/2024, ΑΠ 999/2023, ΑΠ10/2022). Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει, με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται, από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν αξιώνεται στο - εδώ εξεταζόμενο - έγκλημα(ΑΠ 977/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 2136/2024 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σε αυτή (τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου) δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "o κατηγορούμενος, Α.
Σ. του Β., στη Λάρισα κατά τη διαχειριστική περίοδο, από 01-01-2015 μέχρι 31-12-2015, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτές στο σύνολο τους. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και διαχειριστική περίοδο, ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών εργολάβος οικοδομικών εργασιών και έδρα τη Λάρισα, ζήτησε, έλαβε, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης του, έξι (6) φορολογικά στοιχεία εικονικά ως προς το σύνολο των συναλλαγών, και δη α) το TIM ...-2015 καθαρής αξίας 14.960 ευρώ, ΦΠΑ 3440,80 ευρώ, β) TIM ...-2015 καθαρής αξίας 17.996 ευρώ, ΦΠΑ 4.139,10 ευρώ, γ) TIM ...-2015 καθαρής αξίας 7.750 ευρώ, ΦΠΑ 1782,50 ευρώ, ε) TIM ...-2015 καθαρής αξίας 6500 ευρώ, ΦΠΑ 1495 ευρώ και στ) TIM ...-2015 καθαρής αξίας 3500 ευρώ, ΦΠΑ 805 ευρώ, ήτοι συνολικά καθαρής αξίας 62.146,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α 14.293,60 ευρώ, της επιχείρησης Χ.
Κ., με έδρα τα Τέμπη Λάρισας. Τα ως άνω φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά στο σύνολο τους καθώς από έλεγχο από διενέργησαν υπάλληλοι της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε Θεσσαλονίκης Ε ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Λάρισας διαπιστώθηκε ότι τα φορολογικά αυτά στοιχεία ληφθήκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, καθώς η εκδότρια δεν διέθετε τα συγκεκριμένα είδη για πώληση, δεν είχε τη δυνατότητα διακίνησης τέτοιας ποσότητας εμπορευμάτων, παρουσίαζε αγορές υλικών των οποίων το κόστος βαρύνει άλλη οντότητα και δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά που να τεκμηριώνουν τις συναλλαγές.
Απορριπτέοι, ως ουσία αβάσιμοι, κρίνονται - κατά την άποψη της πλειοψηφίας - οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή οι ως άνω συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν και δεν ήταν ανύπαρκτες και ότι ειδικότερα, κατά το χρόνο κατασκευής του υποστέγου, από την επιχείρηση του κατηγορουμένου, κατασκεύαζε στον αυτό χώρο (του αεροδρομίου της 110 πτέρυγας μάχης Λάρισας) κάποιο άλλο έργο και η ατομική επιχείρηση "Χ.
Κ." και ότι ο τελευταίος πρότεινε στον κατηγορούμενο να του πουλήσει ποσότητες οικοδομικών υλικών, που είχαν περισσέψει, από το δικό του έργο, πρόταση την οποία - κατά τους ισχυρισμούς πάντα του κατηγορουμένου - και αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Τούτο, διότι, δυσκόλως μπορεί να νοηθεί ότι η επιχείρηση του κατηγορουμένου, έχοντας αναλάβει ένα έργο δεν είχε φροντίσει ευθύς πριν από την έναρξη της κατασκευής να προμηθευτεί τα οικοδομικά υλικά για την κατασκευή του έργου, παρά προμηθεύτηκε αυτά από την επιχείρηση του "Κ.
Χ.", επειδή έτυχε να έχουν "περισσέψει" στην τελευταία οικοδομικά υλικά. Ούτε επίσης μπορεί να γίνει πιστευτό ότι τα υλικά που "περίσσεψαν" στην επιχείρηση "Χ. Κ." από την κατασκευή του έργου, που φέρεται να ανέλαβε στο χώρο του αεροδρομίου - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου - έτυχε να είναι όσα ακριβώς χρειαζόταν ο κατηγορούμενος για την κατασκευή του έργου, που η επιχείρησή του είχε αναλάβει.
Δεν αποδείχθηκε, εξάλλου, από κάποιο στοιχείο - όπως π.χ. βεβαίωση - την οποία και ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να αναζητήσει και να προσκομίσει στο δικαστήριο προς απόδειξη των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του - περί εισόδου και εξόδου των οχημάτων της επιχείρησης "Χ. Κ.", από την πύλη εισόδου του στρατιωτικού αεροδρομίου, κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος κατασκεύαζε το υπόστεγο.
Σε κάθε περίπτωση, η επιχείρηση "Χ. Κ.", δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να αναλάβει, ως υπεργολάβος, κάποιο έργο κατασκευαστικό και αυτό γιατί σύμφωνα με την από 18-02-2021 έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε Θεσσαλονίκης Ε ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Λάρισας, δεν διέθετε έδρα, κτηριακές εγκαταστάσεις - χώρους αποθήκευσης οικοδομικών υλικών και οποιαδήποτε άλλη υποδομή (όπως μηχανήματα, φορτηγά ιδιόκτητα ή μισθωμένα για μεταφορές οικοδομικών υλικών), άλλα ούτε και εργατικό προσωπικό, ώστε να αναλαμβάνει την κατασκευή έργων.
Διέθετε ένα μόνο ένα φορτηγό (...) όχημα, το ωφέλιμο φορτίο του οποίου ανέρχεται στα 1.300 κιλά. Μάλιστα ο κατηγορούμενος για να δικαιολογήσει το πώς μεταφέρθηκαν οι κατά πολύ μεγαλύτερες ποσότητες οικοδομικών υλικών με το φορτηγό όχημα της επιχείρησης "Χ. Κ.", στον χώρο που ο ίδιος κατασκεύαζε το έργο, αφενός επικαλέστηκε την εγγύτητα των δύο έργων (περί τα 250 μέτρα, ως δήλωσε απολογούμενος), αφετέρου ότι χρησιμοποίησε για την μεταφορά των υλικών και δικά του οχήματα.
Δυσκόλως εξάλλου μπορεί να νοηθεί ότι ο κατηγορούμενος, που έχει χρόνια στο χώρο των κατασκευών και δη σε μια επαρχιακή πόλη, όπως αυτή της Λάρισας, δεν γνώριζε για το συναλλακτικά ανύπαρκτο της επιχείρησης του Χατζή και ότι χωρίς να γνωρίζει τον τελευταίο και τις εγκαταστάσεις των δραστηριοτήτων του, τον εμπιστεύθηκε για πρώτη φορά στο ως άνω έργο.
Τα ανωτέρω, Καταδεικνύουν - κατά την άποψη της πλειοψηφίας - ότι οι ως άνω συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες στο σύνολο τους, απορριπτομένων των αντίθετων αιτιάσεων του κατηγορουμένου. Αποδείχθηκε, περαιτέρω - κατά την άποψη της πλειοψηφίας - ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για να φέρονται αυξημένα τα έξοδά της ατομικής επιχείρησής του και μειωμένα τα έσοδα της, που προκύπτουν από την δραστηριότητά της, διογκώνοντας με τον τρόπο αυτό πλασματικά τις δαπάνες - αγορές του με αντίστοιχη μείωση των φορολογικών του υποχρεώσεων.
Συνεπώς, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών την εργολαβία οικοδομικών εργασιών και έδρα τη Λάρισα, ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησής του, τα πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία ήταν εικονικά διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, γεγονός το οποίο γνώριζε και παρά ταύτα αποδέχθηκε αυτά ο κατηγορούμενος. Στοιχειοθετείται, επομένως - κατά την άποψη της πλειοψηφίας- η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές συνολικής αξίας 62.146,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α 14.293,60 ευρώ και επομένως αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα".
Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, κατά πλειοψηφία με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, για τη αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών , ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι στη Λάρισα κατά τη διαχειριστική περίοδο 01-01-2015 μέχρι 31-12-2015, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτές στο σύνολο τους.
Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και διαχειριστική περίοδο ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών εργολάβος οικοδομικών εργασιών και έδρα τη Λάρισα, ζήτησε, έλαβε, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης του, 6 φορολογικά στοιχεία εικονικά ως προς το σύνολο των συναλλαγών, και δη α) το TIM ...-2015 καθαρής αξίας 14.960 ευρώ, ΦΠΑ 3440,80 ευρώ, β) TIM ...-2015 καθαρής αξίας 17.996 ευρώ, ΦΠΑ 4.139,10 ευρώ, γ) TIM ...- 2015 καθαρής αξίας 7.750 ευρώ, ΦΠΑ 1782,50 ευρώ, ε) TIM ...- 2015 καθαρής αξίας 6500 ευρώ, ΦΠΑ 1495 ευρώ και στ) TIM ...-2015 καθαρής αξίας 3500 ευρώ, ΦΠΑ 805 ευρώ, ήτοι συνολικά καθαρής αξίας 62.146,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α 14.293,60 ευρώ, της επιχείρησης Χ.
Κ., με έδρα τα Τέμπη Λάρισας. Τα ως άνω φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά στο σύνολο τους καθώς από έλεγχο από διενέργησαν υπάλληλοι της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε Θεσσαλονίκης Ε ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Λάρισας διαπιστώθηκε ότι αυτά (φορολογικά στοιχεία) ληφθήκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, καθώς η εκδότρια δεν διέθετε τα συγκεκριμένα είδη για πώληση, δεν είχε τη δυνατότητα διακίνησης τέτοιας ποσότητας εμπορευμάτων, παρουσίαζε αγορές υλικών των οποίων το κόστος βαρύνει άλλη οντότητα και δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά που να τεκμηριώνουν τις συναλλαγές".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 5 περ.
α', (η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 του Ν. 5104/2024, που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης) 6 παρ. 1 περ. γ' 68, 69, 70, 71 του Ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 και 14,16,27,50,51,53,98 ΠΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος και δη ο τρόπος τέλεσης αυτού κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις. Συγκεκριμένα, παρατίθεται στην απόφαση 1) Ότι ο αναιρεσείων διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την εργολαβία οικοδομικών εργασιών, 2) Ότι το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2015 αποδέχθηκε έξι (6) τιμολόγια έκδοσης της επιχείρησης "Χ.
Κ.", συνολικού ποσού 62.146 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 14.293,60 ευρώ 3) Ότι τα τιμολόγια αυτά ήταν εικονικά, διότι η πιο πάνω επιχείρηση δεν διέθετε τα συγκεκριμένα είδη προς πώληση, δεν είχε τη δυνατότητα διακίνησης τέτοιας ποσότητας εμπορευμάτων, ενώ παρουσίαζε αγορές υλικών το κόστος των οποίων βαρύνει άλλη οντότητα και συνεπώς οι συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες στο σύνολό τους, 4) Ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε τα τιμολόγια αυτά, ενώ γνώριζε την εικονικότητά τους.
Σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιέχονται στο σχετικό λόγο αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την περί ενοχής κρίση της, πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) Αβάσιμα παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αιτιολογεί, κατά πλειοψηφία, την ανυπαρξία των συναλλαγών και συνακόλουθα την εικονικότητα των ένδικων τιμολογίων, καθώς και ότι, ενώ δέχεται ότι ο ίδιος εκτέλεσε το δημόσιο έργο, το οποίο είχε αναλάβει, αντιφατικά και χωρίς να λάβει γνώση τις προσκομισθείσες φωτογραφίες του έργου και το αντίγραφο του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής αυτού, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες.
Και τούτο διότι, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, περιλαμβάνει πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ως προς το ότι τα επίδικα τιμολόγια ήταν εικονικά, ενώ ουδεμία αντίφαση ενέχουν οι παραδοχές της, ότι ο αναιρεσείων κατασκεύασε το συγκεκριμένο δημόσιο έργο, το οποίο είχε αναλάβει, πλην όμως οι συγκεκριμένες συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκαν τα επίδικα τιμολόγια, ήταν, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους, ανύπαρκτες.
Εξάλλου, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά προκύπτει, ότι οι αναφερόμενες φωτογραφίες του έργου καθώς και το αντίγραφο του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής αυτού περιλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα, ενώ από τη ρητή αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης της πλειοψηφίας λήφθηκαν υπόψη ανεξαιρέτως όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες παραδοχές, προκύπτει περαιτέρω, ότι τα πιο πάνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, καθόσον για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσε ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, και δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
β) Κατ' εκτίμηση, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αρκείται σε αναφορές ως προς το δόλο του (αναιρεσείοντος), χωρίς αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία ο δόλος αυτός να προκύπτει και μάλιστα, όχι κατά το έτος 2015, οπότε αυτός συναλλάχθηκε με την επιχείρηση "Χ. Κ.", αλλά κατά το έτος 2019, όταν ο ίδιος ελέχθηκε από την αρμόδια φορολογική αρχή, ενώ σε κάθε περίπτωση η εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του εκδότη δεν αρκεί για τη θεμελίωση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχή για το δόλο του αναιρεσείοντος κατά το έτος 2019, αλλά κατά το χρόνο αποδοχής (2015) των ένδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώ για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δέχθηκε την ανυπαρξία των συναλλαγών κατά το ως άνω έτος (2015) και όχι την εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του εκδότη.
Επίσης, το Δικαστήριο διαλαμβάνει στο σκεπτικό του τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και ιδιαίτερα τη γνώση του αναιρεσείοντος και τη συνακόλουθη συνδρομή του δόλου στο πρόσωπό του, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να τον αιτιολογήσει ειδικότερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του.
γ) Τέλος, η αιτίαση ότι, επειδή στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, ότι θα έπρεπε αυτός να έχει προσκομίσει βεβαίωση εισόδου και εξόδου της επιχείρησης του εκδότη των τιμολογίων από την πύλη του στρατιωτικού αεροδρομίου, αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης, αντίθετα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 του ΚΠΔ, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν περιέχει αντιστροφή του βάρους απόδειξης για την αθωότητα του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, ώστε να παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας αυτού.
Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ από τις παραδοχές της απόφασης ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού, κατ` εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση της, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 Ν. του 4174/2013, "Για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης. Η μεταχείριση από τον δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 του Π.Κ., η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου.
Τέτοια αιτιολογία επιβάλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 του Ν. 4174/2013, που ορίζει πρόσθετα στοιχεία από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 79 του Π.Κ. και κατά την οποία, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα για την επιβολή της απειλούμενης ποινής είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και την διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης, στην περίπτωση δε εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενόψει της ενδεικτικής αναφοράς των ως άνω κριτηρίων στην ανωτέρω διάταξη, τον αριθμό των εικονικών φορολογικών στοιχείων, το ύψος των εικονικών συναλλαγών και το χρόνο τέλεσης της πράξης, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας αιτιολογίας, καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή, για έλλειψη της απαιτούμενης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ` του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 594/2021, 244/2020, ΑΠ 43/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 2136/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής με την μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ` εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών.
Όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση, ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί της ποινής τμήμα του αιτιολογικού της τους όρους του άρθρου 79 του ΠΚ, πλην όμως ουδεμία αιτιολογία περιέχει αναφορικά με τα απαιτούμενα από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 του Ν. 4174/2013, στοιχεία για τον αριθμό των εικονικών φορολογικών στοιχείων, το ύψος των εικονικών συναλλαγών και το χρονικό διάστημα τέλεσης της πράξης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ποινής κρίση της, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του ως άνω δεύτερου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και δη κατά την περί ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και δη ως προς την περί ποινής διάταξή της, την υπ' αριθμ. 2136/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς αναιρούμενο περί ποινής μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ