Legislator Case Law & Legislation
59/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court verdict due to insufficient reasoning on wage calculations.

Case Number 59/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the first-instance labor court judgment, finding the lower court's reasoning insufficient regarding wage calculations. The appellant argued that the court failed to verify mathematical computations concerning overtime and sixth-day work pay, despite admitting the employment contract remained valid. Consequently, the Supreme Court declared the appeal admissible, remitted the case for retrial by a different judge, and ordered the respondent to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 575(2)(b) of the Code of Civil Procedure; A judgment is remitted for retrial if the appellate court fails to examine essential mathematical calculations or facts upon which the decision rests, thereby violating the duty of reasoned judgment.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning mathematical calculations labor dispute overtime pay sixth day work remittal for retrial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1), (2), (4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 575(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 83(2) of Law 4790/2021
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1387/2019 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 59 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 59/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λεκέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Π. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 274/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 359/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου με τη φροντίδα του οποίου προσδιορίστηκε η δικάσιμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία του (ΑΠ 1387/2019).

Την κλήτευση του διαδίκου που απολείπεται επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Περαιτέρω, με την παρ. 2 του άρθρου 83 του Ν 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) με τίτλο "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορονοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Εν προκειμένω, κατά την συζήτηση της υποθέσεως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε είχε κατατεθεί δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση, παρ' ότι αυτή είχε κληθεί για να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 20.10.2020 (βλ. την 3444/3.2.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Γ. Τ.), κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την 6.4.2021, οπότε και ματαιώθηκε λόγω των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας και επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία της.

Με την από 11.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών 72/11.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 359/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και η οποία απέρριψε ουσιαστικά την έφεση του αναιρεσείοντος και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 274/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που έκανε μερικώς δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και της επιδίκασε το συνολικό ποσό των 68.432,10 ευρώ για διαφορές μεταξύ νόμιμων και καταβαλλόμενων αποδοχών (16.818,36 ευρώ), επιδόματα αδείας (2.075,70 ευρώ), για υπόλοιπο δώρων Πάσχα (1025,78 ευρώ), υπόλοιπο δώρων Χριστουγέννων (2.101,45 ευρώ) και για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία και εργασία κατά την ημέρα της ανάπαυσης (46.410,81 ευρώ), με τους νόμιμους τόκους που αναφέρεται στο διατακτικό της για κάθε μερικότερο κονδύλιο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης (βλ. την από 14.11.2019 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Κ. Κ. στο αντίγραφο αυτής που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 672/2012, 1239/2019). Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, ο μισθός, που ως τέτοιος θεωρείται το αντάλλαγμα που δίνει ή οφείλει να δώσει ο εργοδότης στο μισθωτό του από την παρασχεθείσα εργασία, διακρίνεται σε συμβατικό, που είναι αυτός που συμφωνείται με τη σύμβαση, νόμιμο που είναι αυτός που καθορίζεται από το νόμο ή από κανονιστική διάταξη ΣΣΕ ή ΔΑ ή Κανονισμού νομοθετικής ισχύος ή Υπουργικής αποφάσεως κατ` εξουσιοδότηση νόμου, και συνηθισμένο, που οφείλεται όταν δεν έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση εργασίας και δεν προβλέπεται νόμιμος από ισχύουσα κανονιστική ή νομοθετική διάταξη και είναι αυτός που συνήθως καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την ίδια εργασία σε εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, τα ίδια προσόντα και ηλικία, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 659 Α.Κ., προκύπτει η υποχρέωση των μισθωτών, να παρέχουν κατ' αρχήν τη συμφωνημένη εργασία ή αυτή που προβλέπεται από το νόμο. Το είδος της εργασίας καθορίζεται από την επαγγελματική ειδικότητα του μισθωτού, βάσει της οποίας καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας. Αν, όμως, ανακύψει ανάγκη, για εργασία πέρα από τη συμφωνημένη ή τη συνηθισμένη, ο εργαζόμενος υποχρεούται να την παράσχει και να λάβει συμπληρωματική αμοιβή, που κανονίζεται ανάλογα με τον συμφωνημένο μισθό και τις ειδικές περιστάσεις, που συντρέχουν.

Η πρόσθετη εργασία, μπορεί να παρασχεθεί είτε μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια εργασίας είτε εκτός των ορίων αυτών (ΑΠ 84/2009). Περαιτέρω με το άρθρο 6 της από 24.2.1984 ΕΓΣΣΕ, η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερησία εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως υπό καθεστώς εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου.

Εφαρμόζεται δε η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3385/2005, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, με την οποία ορίζεται ότι σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία, ενώ διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχολήσεως. Ως ημερήσια εργασία λογίζεται η παρεχόμενη μέσα στην αυτή ημέρα, κατά το πολιτικό ημερολόγιο, δηλαδή το διάστημα των 24 ωρών από μεσάνυχτα σε μεσάνυχτα (ΑΠ 101/2008).Τέλος, με το Ν 3863/2010 άρθρο, 74 παρ. 10, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76, αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 15.7.2010 (ΦΕΚ 115/15.7.2010, τ.

Α) η προσαύξηση του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για την κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία μειώθηκε από 100% σε 80% και η προσαύξηση για την υπερεργασία από 25% σε 20%. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) διατηρεί στην Κάτω Αχαΐα, επί των οδών ...

αριθ. 3, ξενοδοχειακή επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "...", που λειτουργεί ολόκληρο το χρόνο και όχι εποχιακά, με αριθμό δωματίων κάτω των 50, οπότε για τους απασχολούμενους σε αυτή υπαλλήλους ισχύει το καθεστώς της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, εκτός εάν έχει συμβατικά καθοριστεί καθεστώς πενθήμερης εργασίας.

Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αυτής, δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) τον Δεκέμβριο του έτους 2006, προσέλαβε την τελευταία, (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. Πρωτ. ... αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς της ενάγουσας προς το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Αχαΐας, απ' όπου συνάγεται εξώδικη ομολογία της ως προς το χρόνο πρόσληψής της (άρθρ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με το επικαλούμενο και το προσκομιζόμενο αντίγραφο του "Βιβλιαρίου εργασίας και υγείας" της ιδίας, όπου αναφέρεται ως έτος έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος ξενοδοχοϋπαλλήλου το έτος 2007), προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρησή του ως καθαρίστρια, ενώ συμφωνήθηκε να εργάζεται πέντε ημέρες την εβδομάδα και όχι υπό καθεστώς εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας που ισχύει στην κατηγορία αυτή του ξενοδοχείου, με οκτάωρο ωράριο εργασίας από ώρα 06:00 π.μ.

έως 14:00 μ.μ. και να λαμβάνει μηνιαίως τις νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες σσε του κλάδου ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της χώρας. Έκτοτε, μέχρι και το Μάιο του έτους 2014 απασχολήθηκε συνεχώς στην ως άνω επιχείρηση του εναγομένου, παρέχοντας υπηρεσίες καθαρισμού όλων των δωματίων της καθημερινά, ήτοι από Δευτέρα έως και Κυριακή, καθώς και υπηρεσίες σερβιρίσματος των πελατών, ανάλογα με τις ανάγκες και τις εκδηλώσεις που οργανώνονταν σε αυτήν, ενώ από τον Ιούνιο του έτους 2007 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2009 και κατά τους μήνες Αύγουστο έως και Δεκέμβριο των ετών 2011 έως και 2013 παρείχε υπηρεσίες υποδοχής (ρεσεψιονίστ) κατά τις βραδινές και νυκτερινές ώρες από 22.00 μ.μ.

έως 06.00 π.μ. της επομένης ημέρας. Αποδείχθηκε ακόμη ότι αυτή (ενάγουσα) ήταν εφοδιασμένη με βιβλιάριο υγείας (άρθρα 1 ν.δ. 1180/1942 και 1 παρ. 1 και 2 ν. 1077/1980 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του α.ν. 2520/1940) το οποίο εκδόθηκε στις 20.5.2008, με έτος έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος της ξενοδοχοϋπαλλήλου το έτος 2007, οπότε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας θεωρείται εξαρχής έγκυρη.

Από τη συνολική εκτίμηση των υποβληθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων και όχι μόνο την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας άγεται το παρόν Δικαστήριο στο σχηματισμό της δικανικής του κρίσης ως προς τη σχέση εργασίας που συνέδεε την ενάγουσα με τον εναγόμενο, τον χρόνο της κατάρτισής της, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, τους όρους της παροχής και τη χρονική διάρκειά της.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ουδεμία σχέση τον συνέδεε με την ενάγουσα και ότι η τελευταία εργάστηκε στην επιχείρησή του δοκιμαστικά μόνο το μήνα Μάιο του έτους 2013 τούτος δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προέκυψε, ο εναγόμενος δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε προσκόμισε άλλα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα) προς επίρρωσιν του ισχυρισμού αυτού, ενώ ούτε από τις διευκρινίσεις που έδωσε εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατέστη εφικτό να ενισχύσει τον παραπάνω ισχυρισμό του.

Μόνες δε οι υπέρ του ισχυρισμού αυτού επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο σε φωτοαντίγραφα (τρεις τον αριθμό) καταστάσεις υπό την ένδειξη "πίνακας προσωπικού" όπου φέρονται καταχωρημένοι υπάλληλοι της ως άνω ξενοδοχειακής επιχείρησής του, που η πρόσληψή τους πραγματοποιήθηκε από το έτος 2012 και εντεύθεν, χωρίς να προσκομίζονται αντίστοιχες καταστάσεις παρελθόντων ετών, δεν αρκούν για τη θεμελίωση της απαιτούμενης δικανικής πεποίθησης και την ευδοκίμηση του εν λόγω ισχυρισμού, ενώ πρέπει να σημειωθεί πως αυτός (εναγόμενος) παρελκυστικά επικαλείται και προσκομίζει σε φωτοαντίγραφα δυο καταστάσεις απασχολουμένων με ημερομηνία πρόσληψης της ενάγουσας στον ΟΑΕΔ, ούτε ότι καταχώρησε στο ειδικό βιβλίο νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, όμως παρά τις παραλείψεις αυτές η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας παραμένει ισχυρή".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος καθώς και τους πρόσθετους λόγους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι όμως το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραλείποντας να ελέγξει τους μαθηματικούς υπολογισμούς με τους οποίους η πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τα μερικότερα ποσά που αιτούνταν με την αγωγή της, παρόλο που με το εφετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης είχαν αμφισβητηθεί στο σύνολό τους, λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων.

Ειδικότερα αμφισβητήθηκαν ο καταβλητέος και ο καταβαλλόμενος μισθός και συνακολούθως οι διεκδικούμενες διαφορές αποδοχών, η αμοιβή της φερόμενης ως πρόσθετης εργασίας της αναιρεσίβλητης (συμφωνηθείσα ή ειθισμένη), ο υπολογισμός της αμοιβής της για την υπερεργασία και την κατ' εξαίρεση υπερωρία εντός της χρονικής μονάδας του εικοσιτετραώρου, ο συνυπολογισμός των ωρών εργασίας κατά την έκτη ημέρα εργασίας, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι συμφωνήθηκε να εφαρμοσθεί σύστημα πενθήμερης εργασίας, η ιδιαίτερη αμοιβή της για την έκτη ημέρα εργασίας, ενώ προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη συναθροίζει σε ένα ημερήσιο ωράριο τις ώρες εργασίας που πραγματοποιήθηκαν σε δυο διαφορετικά εικοσιτετράωρα, με αποτέλεσμα τον εσφαλμένο υπολογισμό της υπερεργασίας και της κατ' εξαίρεση υπερωρίας.

Λόγω της ως άνω πλημμελούς αιτιολογίας είναι αδύνατον να ελεγχθεί η ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στους κανόνες δικαίου που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση εκτός των διατάξεών της περί απορρίψεως των λόγων εφέσεως του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Πατρών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε.

Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος βαρύνει την αναιρεσίβλητη (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 359/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ