Legislator Case Law & Legislation
59/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling no contract of assumption of debt was formed.

Case Number 59/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment regarding a statute of limitations dispute. The appellants argued that a two-year limitation period extended to five years due to a contract of assumption of debt formed by the insurance company's submission of a liability certificate. The court rejected this claim, finding that the appellants failed to present evidence in the original lawsuit proving such a contract existed or that it was validly formed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10(1) & (2) of Law 489/1976; Article 43(6) of Law 2696/1999: The two-year limitation period for claims against an insurer begins the day after the accident and does not extend to five years merely because the insurer submitted a liability certificate, absent proof of a valid contract of assumption of debt in the original suit.

Keywords

AI generated
statute of limitations insurance contract assumption of debt liability certificate appeal dismissal burden of proof limitation period extension

Cited Legislation

AI generated
Article 10(1) and (2) of Law 489/1976
Article 7 of Law 3557/2007
Article 43(6) of Law 2696/1999
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/2013
Supreme Court Case 516/2005
Supreme Court Case 1168/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 59 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 59/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Β. χας Ι. Ν., το γένος Μ. Ρ. και 2) Ε. Ν. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κοντογιάννη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2002 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειουσών και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5011/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3526/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-6-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 19-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3526/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 Α.Κ., όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (Κ.Πολ.Δ. 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.

Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.

Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.

Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 Α.Κ. (ΑΠ 1368/2010). Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (Α.Κ. 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (Α.Κ. 260 επ.).

Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (Α.Κ. 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 8/2007).

Στην προαναφερθείσα ειδική διετή παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ. κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, με την προϋπόθεση ότι η οποιαδήποτε αξίωση της οποίας επιμηκύνεται η παραγραφή δεν έχει υποπέσει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 33/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε έφεση των Ι. Ν. (ο οποίος στη συνέχεια απεβίωσε και ως προς αυτόν συνέχισαν τη δίκη η σύζυγός του, πρώτη των αναιρεσειουσών, και η θυγατέρα του, δεύτερη των αναιρεσειουσών) και Β. Ν., α' αναιρεσείουσας, κατά της 5011/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη - ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να τους καταβάλλει τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ποσά ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής που αυτοί δικαιούντο έναντι του γιου τους Μ.

Ν., που τραυματίσθηκε θανάσιμα κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη - ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση με τις εξής παραδοχές: "Οι ενάγοντες, γονείς του θανόντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Μ.

Ν., με την από 30-11-1998 αγωγή τους κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε η Α. Β., ζήτησαν αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής που αυτοί δικαιούντο έναντι του θανόντος κατά το ατύχημα αυτό από αποκλειστική υπαιτιότητα της ως άνω οδηγού, υιού αυτών, για το χρονικό διάστημα από 1-9-1998 έως 30-11-2001.

Επί της ως άνω αγωγής, προγενέστερης της ένδικης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 220/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε, μετά την άσκηση δύο αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων μερών, η υπ' αριθμ. 765/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία δημοσιεύθηκε την 31-1-2002 και η οποία επιδίκασε για το ως άνω χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-9-1998 έως 30-11-2001, για την προαναφερόμενη αιτία, μηνιαίως, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των δρχ. 30.000, στη δεύτερη αυτό των δρχ. 50.000.

Με την κρινόμενη αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία την 7-6-2002, ήτοι μετά την έκδοση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, οι ενάγοντες ζητούσαν αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής που αυτοί δικαιούντο έναντι του θανόντος υιού τους, για το μεταγενέστερο του προαναφερομένου χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-12-2001 έως 30-11-2004.

Από το χρόνο όμως του ατυχήματος (13-8-1998) μέχρι της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (7-6-2002) είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των δύο ετών, ούτως ώστε να έχει παραγραφεί η αξίωσή των έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 489/ 1976). Εξάλλου δεν είναι δυνατόν να γίνει εν προκειμένω λόγος για διακοπή της παραγραφής με την προηγούμενη αγωγή (την από 30-11-1998 αγωγή), η οποία αφορούσε μέρος μόνο της προβλέψιμης, άλλωστε, ένδικης αξιώσεως των εναγόντων.

Αλλά ούτε για επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής από διετία σε εικοσαετία, σύμφωνα με το άρθρο 268 Α.Κ., (δύναται να γίνει λόγος), εφόσον η επίδοση της ένδικης αγωγής έγινε την 7-6-2002, ήτοι μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ως άνω αξιώσεως των εναγόντων έναντι της εναγομένης, 31-1-2002, οπότε δημοσιεύθηκε η προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση που αναγνώριζε την αξίωσή τους αυτή".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 241 Α.Κ., του άρθρου 10 ν. 489/1976, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, μετά την ορθή ερμηνεία αυτών, καθώς και εκείνων των άρθρων 261 και 937 Α.Κ., τα οποία ορθώς έκρινε ότι δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται, ως προς την ως άνω κρίση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ως προς τη μη εφαρμογή του άρθρου 268 Α.Κ. και τη μη επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής από διετία σε εικοσαετία, η ορθή νομική αιτιολογία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είναι, ότι δεν επήλθε η εν λόγω επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής, διότι η ένδικη αξίωση είχε υποπέσει στη διετή παραγραφή πριν από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης (31-1-2002), που επιδίκασε την τότε επίδικη αξίωση, ήτοι από την 14-8-2000.

Παρά, όμως, την εσφαλμένη εν μέρει νομική αιτιολογία της, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό και συνεπώς δεν υπέπεσε ούτε κατά το μέρος τούτο, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., και ο τα αντίθετα διαλαμβάνων πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, ως αβάσιμος και κατά την εν λόγω αιτίαση.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Περαιτέρω, η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 ν.

ΓΠΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 Α.Κ.) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται. Για την αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή ίσχυε, κατά τον κρίσιμο στη παρούσα δίκη χρόνο, η ειδική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που όριζε, πριν την τροποποίηση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων για αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που προβάλλεται παραδεκτά και αποδεικνύεται. Στην περίπτωση αυτή η έκταση ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ, άρα ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση με εκείνη του οφειλέτη ζημιώσαντος.

Έτσι αν η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ), ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής αυτή την παραγραφή της απαίτησης μπορεί να προτείνει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που είναι πανομοιότυπη με την ταυτάριθμη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 (παλιού Κ.Ο.Κ), συνάγεται, ότι η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της εταιρείας, η οποία εξέδωσε τη βεβαίωση, με την αποδοχή της οποίας (που μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο), καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχομένου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του ασφαλιστικού ποσού (σχ.

Ολ.ΑΠ 516/ 2005, ΑΠ 1168/2004). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με το εφετήριο ισχυρισμό, ότι η διετής παραγραφή μετετράπη σε πενταετή, λόγω της κατάρτισης σωρευτικής αναδοχής χρέους με τη σύμβαση ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 Α.Κ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ήτοι δεν πρόκειται για ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, δεν προβλήθηκαν σ' αυτήν στοιχεία, που θεμελιώνουν αγωγή στηριζομένη στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης κ.λπ.).

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 938/4-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 3526/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ