Supreme Court annuls lower court decision for failure to substantiate equal treatment claim facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding a public service dispute over equal treatment. The Court found the lower court failed to substantiate the claim by merely stating similarities in rank without detailing specific working conditions or total remuneration. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment erased, and the case remanded for a full trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if the court of first instance fails to substantiate the factual basis of the claim, such as by omitting essential details regarding working conditions or total remuneration required to prove equal treatment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 59 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 59/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως διάδοχος του καταργηθέντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Αναστασία Ζαφειριάδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Κ. του Π., κατοίκου ..., έως και 80. Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία-Μαγδαλινή Τσίπρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2886/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-6-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 28-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σ αναιρετικό έλεγχο.
Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη, του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.
ΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 18/1998) Εξάλλου για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, πρέπει να εκθέτει σ' αυτήν (αγωγή):
α) την παροχή στην οποία χορήγησε ο νομοθέτης σε άλλους μισθωτούς, β) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχουν γ) τα προσόντα αυτών και δ) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες υπό τις οποίες την προσφέρει ώστε να μπορεί να κριθεί αν μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς και εξαιρώντας από αυτές τον ενάγοντα παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και ε) εφόσον αφορά ειδική παροχή, το σύνολο των αποδοχών των δυο κατηγοριών, διότι κριτήριο, εκτός των άλλων, για την παραβίαση της ως άνω αρχής δεν αποτελεί μόνο η συγκεκριμένη παροχή αλλά και ο συσχετισμός της, με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξέθεταν οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι ότι είναι εν ενεργεία προσωπικό του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Ο.Τ.Ε.Κ., με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [Κατηγορίες Π.Ε., Τ.Ε., Δ.Ε. και Υ.Ε.].
Ότι από 1.1.2002, στο εν ενεργεία προσωπικό του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Ε.Ο.Τ. καταβάλλεται το "ειδικό μηνιαίο επίδομα" του άρθρου 15 ν. 3016/2002, κατά τους χρόνους, που προσδιορίζουν, εντός του συνολικού χρονικού διαστήματος από 1.1.2002 μέχρι 31.10.2006, δικαιούνται και οι ίδιοι το "ειδικό μηνιαίο επίδομα" του άρθρου 15 ν. 3016/2002, κυρίως, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας [κυρία βάση], διαφορετικά, ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 106 ΕισΝΑΚ, λόγω παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του εναγομένου [επικουρική βάση].
Ειδικότερα, για τη στήριξη των επιδίκων απαιτήσεων στη συνταγματική αρχή της ισότητας, οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν ότι σε αμφότερα τα νομικά πρόσωπα Ε.Ο.Τ. και Ο.Τ.Ε.Κ., το προσωπικό παρουσιάζει, κατά αντιστοιχία βαθμού ή Κατηγορίας, ομοιότητα εργασιακών-υπηρεσιακών συνθηκών και ο δικαιολογητικός λόγος παροχής του συγκεκριμένου επιδόματος είναι κοινός.
Ζήτησαν, ακολούθως, να επιδικασθεί, στον καθένα, το χρηματικό ποσό, που αναφέρουν. Το Πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 2886/2008 απόφασή του δέχτηκε ότι η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο ήταν: 1) μη νόμιμη για την επικουρική της βάση (από την αδικοπραξία) και 2) ορισμένη και νόμιμη για την κύρια βάση της και επιδίκασε τις απαιτήσεις των εναγόντων.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση και με τις προτάσεις του πρόσθετους λόγους ο εναγόμενος οργανισμός. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση. Στη συνέχεια δίκασε την αγωγή και έκρινε ότι κατά την κύρια βάση της (για την οποία και μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω μη άσκησης εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων), είναι ορισμένη και νόμιμη, τη δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη επιδικάζοντας μικρότερα ποσά των επιδικασθέντων πρωτοδίκως, ενώ απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, για έξι (6) από τους ενάγοντες (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη).
Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας, δεχθέν ότι η αγωγή, για την κύρια βάση της, ήταν ορισμένη και νόμιμη , αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς τούτο, αφού στην αγωγή, όπως από το περιεχόμενό της (που εκτίθεται πιο πάνω), προκύπτει, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από εκείνα που σημειώνονται στη μείζονα σκέψη, και ήταν αναγκαία για την νομική θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά απλώς αναγράφεται ότι υπήρχε, μεταξύ των εναγόντων και των υπαλλήλων του ΕΟΤ, αντιστοιχία βαθμού ή κατηγορίας, την ομοιότητα εργασιακών-υπηρεσιακών συνθηκών, τις οποίες (συνθήκες) όμως ουδόλως εξειδικεύουν, ενώ, αν και πρόκειται για ειδική παροχή, δεν αναφέρονται το σύνολο των εκατέρωθεν αποδοχών των υπό σύγκριση υπαλλήλων.
Επομένως, ο συναφής από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα για την κύρια βάση της (η οποία και μόνο μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, για να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Πρέπει λοιπόν, η έφεση οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του δικαιοδόχου αναιρεσείοντος, να κρατηθούν και να δικασθούν από το δικαστήριο τούτο. Στη συνέχεια αφού γίνει δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να εξαφανισθεί η υπ`αρ. 2886/2008 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και να απορριφθεί η αγωγή, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ). Η δαπάνη, όμως αυτή, λόγω της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, θα επιβληθεί μειωμένη, κατ` άρθρο 22 Ν. 3693/ 1757, αφού στη δίκη μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο μετά την κατάργηση του εναγομένου - εκκαλούντος οργανισμού, με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 4109/2013, υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 18/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 15-2-2009 (αρ. κατ. 1811/2009) έφεση του Ο.Τ.Ε.Κ (στη θέση του οποίου υπεισήλθε το Ελλ. Δημόσιο) έφεση καθώς και με τις προτάσεις του πρόσθετους λόγους.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία έφεση και πρόσθετους λόγους.
Εξαφανίζει την υπ' αρ. 2886/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διακρατεί και δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 2-6-2008 (αρ. κατ. 113800/2008) αγωγή. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ