Legislator Case Law & Legislation
59/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bank merger decision, remanding specific liability claim for retrial.

Case Number 59/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeals filed by two banks against a lower court decision regarding their merger. The appellants argued the respondent bank had no duty to inform them and that the damages claimed were not causally linked to the merger. The court found the first appeal inadmissible but accepted the second ground, ruling that the respondent bank was liable for damages arising from the merger. Consequently, the specific portion of the lower court's decision awarding damages was annulled and the case was remanded to the Athens Court of Appeal for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 562(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment and remit the case for retrial if the lower court's finding of no liability is based on a misapplication of law regarding the causal link between the merger and the alleged damages.

Keywords

AI generated
bank merger liability causal link damages merger notification duty retrial remand code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Law 4055/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 59 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 59/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε. ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ", και τον διακριτικό τίτλο "ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ Α.Ε", με αριθμό Μητρώου Α.Ε. 6062/06/Β/88/01, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69-77 και 78 του ΚΝ 2190/20, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1-5 του Ν. 2166/93 του άρθρου 16 του Ν. 2515/1997 και της υπ' αριθμόν Κ2-14500/28.9.2007 εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Αντωνόπουλο και Δημήτριο Τσικρικά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου δυνάμει συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Αντωνόπουλο και Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 10 Ιουνίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας και β) με την από 15 Οκτωβρίου 2007 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1021/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5368/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με στοιχεία Α' και Β' με τις από 27 Δεκεμβρίου 2010 και 23 Δεκεμβρίου 2010, αντίστοιχα, αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των με στοιχ. Α 1306/27-12-2010 και Β 1295/23-12-2010 αιτήσεων για αναίρεση της αυτής, 5368/29-10-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της με στοιχ. Β' αιτήσεως, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα, την απόρριψη του τρίτου, ως και της με στοιχ. Α' αιτήσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας με στοιχεία Α' ως και ο πληρεξούσιος της με στοιχεία Β' αναιρεσείουσας, ζήτησαν την παραδοχή, αντίστοιχα, των αιτήσεών τους, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης με στοιχεία Α' ως και οι πληρεξούσιοι αυτής με στοιχεία Β' την απόρριψη, αντίστοιχα, των κατ' αυτών απευθυνόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν: οι Α. 1306/27-12-2010 και Β. 1295/23-12-2010 αιτήσεων για αναίρεση της αυτής, 5368/29-10-2010, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573§2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια κατ' αξιολογική τους σειρά η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, (α) με την 83703/4928/11-6-2004 αγωγή, με ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε στη συνέχεια, μετά την συγχώνευσή της δι' απορροφήσεως, η ήδη με στοιχ.Β αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και εναγόμενες τις ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία (1) "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ (ΕΑΕΔΟ)" ΚΑΙ (2) "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", από την οποία, ήδη με στοιχ.Α αναιρεσείουσα, συγχωνεύθηκε στη συνέχεια δι' απορροφήσεώς της η συνεναγομένη της, η δι'αυτής αρχικώς ενάγουσα διετείνετο, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ιδία, "ότι ασκεί επιχείρηση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και ότι, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, συνήψε τέτοιες συμβάσεις (factoring) με 13 εταιρείες, συμφερόντων του ομίλου Π.Α., δυνάμει των οποίων αυτές της ανέθεσαν και η ίδια ανέλαβε, ως πράκτορας, έναντι αμοιβής, τη χρηματοδότησή τους, καθώς και τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη των βραχυπρόθεσμων επιχειρηματικών τους απαιτήσεων έναντι όλων των πελατών τους και ότι προς τον σκοπό αυτό οι ως άνω προμηθεύτριες εταιρείες της εκχώρησαν με σχετικές συμβάσεις, προς εξασφάλιση του προς την ενάγουσα χρέους τους, προερχομένου από την ως άνω χρηματοδότηση, τις απαιτήσεις τους έναντι της εναγομένης, αλλά και τα παρεπόμενα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και την αξίωση για λογοδοσία.

Ότι οι απαιτήσεις αυτές που εκχωρήθηκαν, προέρχονταν από εκκαθαρίσεις τμηματικών καταβολών (ατόκων δόσεων), κατά εφαρμογή προγραμμάτων παροχής υπηρεσιών ή και πωλήσεως εμπορευμάτων εκ μέρους των εταιρειών του ομίλου προς τους τελικούς καταναλωτές, με τη δυνατότητα τμηματικής εξόφλησης του τιμήματος, με τη χρήση πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης ή και εκκαθαριζομένων μέσω αυτής ή και παρόμοιων συναλλαγών δια χρήσεως πιστωτικών καρτών άλλων εταιρειών, εκκαθαριζομένων μέσω αυτής.

Ότι ανήγγειλε τις παραπάνω εκχωρήσεις στην εναγομένη, κατά τις αναφερόμενες στο δικόγραφο ημερομηνίες, και της ζήτησε παράλληλα να της αποστέλλει απευθείας τις μηνιαίες καταστάσεις, από τις οποίες προέκυπταν οι κινήσεις που είχε κάθε εταιρεία με τη χρήση των καρτών από τους τελικούς καταναλωτές, καθώς και τα ποσά (υπόλοιπα) που όφειλε η εναγομένη να της καταβάλλει, ως εκδοχέα πλέον των απαιτήσεων και χρηματοδότρια των εταιρειών-προμηθευτριών με τα αντίστοιχα ποσά.

Ότι η εναγομένη, παρά το σχετικό αίτημα της ενάγουσας, αν και διαχειριζόταν το 90% των πωλήσεων προγραμμάτων των εταιρειών του ομίλου, μέσω πιστωτικών καρτών, εκδόσεώς της, δεν της έστελνε τις μηνιαίες καταστάσεις με τις κινήσεις των λογαριασμών και το ύψος των οφειλομένων ποσών, όπως έστελνε στις εταιρείες του ομίλου, ούτε την ενημέρωνε για τις εκ των υστέρων ακυρώσεις των πωλήσεων προγραμμάτων, ενώ επιπλέον δεν διέθετε κατάλληλο σύστημα ελέγχου παράνομων χρεώσεων, που γινόντουσαν από υπαλλήλους των εταιρειών του ομίλου, τις οποίες ακύρωναν οι πελάτες εκ των υστέρων, λόγω υπερχρέωσης των καρτών τους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να χρηματοδοτεί η ενάγουσα τις εταιρείες του ομίλου με μεγαλύτερα ποσά από όσα δικαιούντο.

Ότι η εναγομένη στις 4-7-2002, με εξώδικη δήλωσή της, αναγνώρισε ότι οφείλει στην ενάγουσα από ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις 10.826.645,16, το οποίο όμως περιόρισε σε 10.208.366,12 ευρώ, αφαιρώντας αυθαίρετα και χωρίς ιδιαίτερη εξήγηση ή ανάλυση ποσόν (i) 618.279,04 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι το ποσόν αυτό δεν αντιστοιχεί σε πραγματικές συναλλαγές κατόχων καρτών και ότι αχρεωστήτως καταβλήθηκαν από την ίδια (εναγομένη) στην ενάγουσα.

Ισχυρίσθηκε ακολούθως ότι οι εταιρείες του ομίλου χρηματοδοτήθηκαν από την ενάγουσα με το ποσόν των 32.624.478,44 ευρώ, με βάση τις ενημερωτικές επιστολές που αυτές της έστελναν, κάποιες από τις οποίες όμως, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων και όπως την ενημέρωσε η εναγομένη, ήταν πλαστογραφημένες και νοθευμένες, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει χρηματοδοτήσει τις προμηθεύτριες εταιρείες με ποσόν κατά (ii) 20.493.000 ευρώ μεγαλύτερο από αυτό το οποίο δικαιούντο, κατά το οποίο και ζημιώθηκε, για την πράξη δε αυτή υποβλήθηκε μήνυση και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της εκπροσώπου του ομίλου των εταιρειών κλπ, για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη σε βαθμό κακουργήματος.

Τέλος ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη της ανακοίνωσε ότι λόγω διακοπής της χρέωσης κάποιων πελατών-κατόχων πιστωτικών καρτών, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για εικονικές παροχές υπηρεσιών, αποφάσισε τη διακοπή της πίστωσης του λογαριασμού της ενάγουσας με τα ποσά των δόσεων, ύψους 10.208.366,12 ευρώ, έναντι του οποίου της κατέβαλε μόνο 3.101.112,33 ευρώ, χωρίς να την ενημερώσει, ποιες περιπτώσεις πελατών αφορά, ποια προγράμματα και ποιες εκ των εταιρειών του ομίλου, και της οφείλει το υπόλοιπο, ανερχόμενο σε (iii) 7.107.253,79", με προκύπτουσα εντεύθεν και φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή της συνολικού ποσού (20.493.000 + 618.279,04 + 7.107.253,79) 28.218.532,83 ευρώ, με θεμελίωσή της στην επικαλούμενη αντισυμβατική, παράνομη υπαίτια και εναντίον της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών συμπεριφορά της εναγομένης και επικουρικώς εκείνου των 7.107.253,79 ευρώ, απορρέουσα κατά τούτο από την από 4-7-2003 συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση χρέους και (β) με την ασκηθείσα με τις προτάσεις της εναγομένης ανταγωγής εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της κατά της αντεναγομένης ποσού 1.555.370,11 ευρώ, με θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Επί των με στοιχ. (α) αγωγής και (β) ανταγωγής, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της με στοιχ.(α) αγωγής και κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ.(β) ανταγωγής, η 1021/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 5046/26-5-2009 εφέσεως της εναγομένης-αντενάγουσας, με τους με ιδιαίτερο, 119/12-2-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, μερική παραδοχή, για το ποσό των 7.725.532,7 ευρώ, της αγωγής και κατ' ουσίαν απόρριψη της ανταγωγής, η 5368/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", που ασκούσε πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων (Factoring), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητά της, συνήψε συμβάσεις επιχειρηματικών απαιτήσεων, με σκοπό τη χρηματοδότηση των προμηθευτριών εταιρειών, που ανήκαν στον όμιλο εταιρειών της Π.Α., οι οποίες είχαν ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών αισθητικής και αδυνατίσματος, δυνάμει των οποίων ανέλαβε αυτή ως πράκτορας, τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη του συνόλου των βραχυπρόθεσμων επιχειρηματικών απαιτήσεων των ως άνω εταιρειών, παρουσών και μελλουσών, έναντι όλων των πελατών τους, που ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στην Ελλάδα ή σε χώρες της αλλοδαπής, καθώς και τη χρηματοδότηση των προμηθευτών εταιρειών με την προεξόφληση τέτοιων απαιτήσεων, Συγκεκριμένα με την εταιρεία DEFINE ΕΠΕ κατάρτισε την υπ' αριθμ. .../27-3-2001 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με την εταιρεία FUNCTION ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../27-3-2001 σύμβαση, με την εταιρεία RETAIN ΕΠΕ την υπ' αριθμ .../27-3-2001 σύμβαση, με την εταιρεία ADJUST ΑΕ την υπ' αριθμ .../8-5-2001 σύμβαση, με την εταιρεία PERFORM ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../20-6-2001 σύμβαση, με την εταιρεία FIGURE ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../17-7-2001 σύμβαση, με την εταιρεία ESSENCE ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../17-7-2001 σύμβαση, με την εταιρεία PROSPECT ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΕ την υπ' αριθμ. .../19-6-2002 σύμβαση, με την εταιρεία BEAUTY PLANET ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../19-6-2002 σύμβαση, με την εταιρεία ΙΦΙΝΟΗ ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../12-7-2001 σύμβαση, με την εταιρεία ΟΡΤΙΜΑ ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../27-7-2001 σύμβαση, με την εταιρεία FORCE ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../17-7-2001 σύμβαση και με την εταιρεία WOMAN'S CLUB ΕΠΕ την υπ' αριθμ. .../17-7-2001 σύμβαση.

Παράλληλα οι ανωτέρω εταιρείες ανέλαβαν την υποχρέωση να εκχωρήσουν στην πράκτορα το σύνολο των παρουσών και μελλουσών να γεννηθούν απαιτήσεών τους από την άσκηση της δραστηριότητάς τους. Και πράγματι εκχώρησαν τις απαιτήσεις τους στην ενάγουσα με πρόσθετες πράξεις. Οι απαιτήσεις αυτές απέρρεαν από εκκαθαρίσεις τμηματικών καταβολών (άτοκες δόσεις), κατά εφαρμογή προγραμμάτων παροχής υπηρεσιών ή και πωλήσεως εμπορευμάτων εκ μέρους των προμηθευτριών εταιρειών προς τους τελικούς καταναλωτές (πελάτες τους), οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα τμηματικής εξοφλήσεως του τιμήματος με τη χρήση πιστωτικών καρτών, την έκδοση και αποδοχή των οποίων διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ" (ΕΑΕΔΟ), που συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από τη δεύτερη εναγομένη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", εκδότρια των πιστωτικών καρτών.

Συγκεκριμένα, με συμβάσεις που είχαν καταρτίσει οι εταιρείες του ομίλου Π. Α. με την εναγομένη εταιρεία τα έτη 1999 και 2000, ανέλαβαν αυτές την υποχρέωση να δέχονται ως μέσον πληρωμής από τους πελάτες τους, για τα αγαθά που πωλούσαν ή για τις υπηρεσίες που προσέφεραν, τις πιστωτικές κάρτες εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης, τις οποίες διαχειριζόταν η συγχωνευθείσα με αυτή πρώτη εναγομένη εταιρεία.

Ακόμη είχε καταρτισθεί μεταξύ της εναγομένης και του ομίλου των εταιρειών σύμβαση προώθησης έκδοσης πιστωτικής κάρτας από την επιχείρηση (instant credit), με βάση την οποία υπήρχε η δυνατότητα να χρεώνονται οι πελάτες με απλή πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας, από τους αρμοδίους υπαλλήλους των εταιρειών του ομίλου, τον οποίο γνωστοποιούσε τηλεφωνικά η εναγομένη.

Στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών η εναγομένη τραπεζική εταιρεία είχε αναλάβει την υποχρέωση να πιστώνει το λογαριασμό των επιχειρήσεων με τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις διενεργηθείσες συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ στην περίπτωση που διενεργούντο οι συναλλαγές με άτοκες δόσεις, η τράπεζα πίστωνε το λογαριασμό των επιχειρήσεων με τα ποσά των δόσεων, που θα ωρίμαζαν κάθε μήνα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ανήγγειλε τις εκχωρήσεις των προερχομένων από τις συμβάσεις αυτές απαιτήσεων στην εναγομένη οφειλέτρια, με σχετικές δηλώσεις που επιδόθηκαν σε αυτή με τις υπ' αριθμ. 8285, 8286 και 8287/7-5-2001 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις υπ' αριθμ. 8402/31-5-2001 και 8547/10-7-2001 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου, τις υπ' αριθμ. 7422/31-7-2001, 7421/5-9-2001 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις υπ' αριθμ. 9681/20-6-2002, 9713/2-7-2002 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις υπ' αρίθμ. 7386 και 7387/1-8-2001 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...

και τις υπ' αριθμ. 8614 και 8615/26-7-2001 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που αφορούσαν αντίστοιχα τις εταιρείες DEFINE ΕΠΕ, FUNCTION ΕΠΕ, RETAIN ΕΠΕ, ADJUST ΑΕ, PERFORM ΕΠΕ, FIGURE ΕΠΕ, ESSENCE ΕΠΕ, PROSPECT ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΕ, BEAUTY PLANET ΕΠΕ, ΙΦΙΝΟΗ ΕΠΕ, ΟΡΤΙΜΑ ΕΠΕ, FORCE ΕΠΕ, και WOMAN'S CLUB ΕΠΕ. Με τις παραπάνω αναγγελίες η ενάγουσα γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι, στα πλαίσια καταρτισθείσας σύμβασης factoring, εκχώρησαν προς την ίδια οι εταιρείες του ομίλου όλες τις γεγενημένες κατά το χρόνο της εκχώρησης, καθώς και τις μελλοντικές απαιτήσεις τους, που προέρχονταν από συναλλαγές που πραγματοποιούσαν με τις ως άνω εταιρείες κάτοχοι πιστωτικών καρτών και την κάλεσε, κάθε ποσόν καταβολής εκ των εκχωρηθεισών απαιτήσεων να φέρεται σε πίστωση του υπ' αριθμ. ...

λογαριασμούς που τηρείτο στο υποκατάστημα της εναγομένης στο Ψυχικό. Παράλληλα κοινοποίησε στην εναγομένη και αντίστοιχη επιστολή των εταιρειών του ομίλου, με το αυτό περιεχόμενο. Και πράγματι έκτοτε η εναγομένη πίστωνε τον τηρούμενο στο υποκατάστημα της, στο Ψυχικό, λογαριασμό της ενάγουσας με τα ποσά, που προέρχονταν από τις συναλλαγές που πραγματοποιούσαν οι πελάτες των εταιρειών του ομίλου, με τη χρήση πιστωτικών καρτών (που διαχειριζόταν η συγχωνευθείσα με αυτή εταιρεία) και έστελνε κάθε μήνα ενημερωτικές επιστολές στις εταιρείες του ομίλου, με τις οποίες βεβαίωνε το σύνολο των οφειλών της προς αυτές, ανά εταιρεία.

Με βάση τις παραπάνω βεβαιώσεις, που κοινοποιούντο ακολούθως από τις εταιρείες του ομίλου στην ενάγουσα, η τελευταία τις χρηματοδοτούσε, προκαταβάλλοντας σε αυτές τα βεβαιούμενα ποσά. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η εκχώρηση των απαιτήσεων των εταιρειών DEFINE ΕΠΕ, FUNCTION ΕΠΕ, RETAIN ΕΠΕ, ADJUST ΑΕ, PERFORM ΕΠΕ, έγινε για συγκεκριμένα ποσά και ειδικότερα για 182.636.224 δρχ, για 118.908.965 δρχ, για 44.998.321 δρχ, για 21.308.599 δρχ και για 34.551.703 δρχ αντίστοιχα, τα οποία είχαν επανεκχωρηθεί στις παραπάνω εταιρείες, όσον αφορά τις τρεις πρώτες από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, όσον αφορά την τέταρτη από την εταιρεία ABC FACTORS και όσον αφορά την πέμπτη από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, τα οποία εκχώρησαν ακολούθως οι παραπάνω εταιρείες του ομίλου στην ενάγουσα και ότι η αναγγελία προς την ίδια δεν περιελάμβανε και τις μελλοντικές απαιτήσεις τους, κρίνεται αβάσιμος, διότι από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες επιστολές που επιδόθηκαν στην εναγομένη το έτος 2001, τόσο εκ μέρους των εταιρειών που επανεκχώρησαν τις απαιτήσεις στις παραπάνω πέντε εταιρείες του ομίλου, όσο και εκ μέρους των τελευταίων προς την εναγομένη, αλλά και από τις επιστολές της ενάγουσας προς την εναγομένη, με τις οποίες γίνεται η αναγγελία περί της εκχώρησης προς την ενάγουσα, σε συνδυασμό με τα ιδιωτικά συμφωνητικά επανεκχώρησης (όσα προσκομίζονται), αποδεικνύεται ότι η εκχώρηση αφορά και τις μελλοντικές απαιτήσεις αυτών έναντι της εναγομένης, που αναγγέλθηκε σε αυτή.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, όπως και η εταιρεία ESSENCE ΕΠΕ του ομίλου ανήγγειλαν στην εναγομένη με τις από 31-7-2001 επιστολές που της επιδόθηκαν (βλ. προσκομιζόμενες σε συνδυασμό με την από 30-7-2001 της εναγομένης) την επανεκχώρηση προς την παραπάνω εταιρεία εκ μέρους της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ των εκχωρηθεισών σε αυτή απαιτήσεων, που προσδιόρισαν σε 271.452.779 δρχ, και παράλληλα της ανήγγειλαν ότι η παραπάνω απαίτηση, αλλά και οι μελλοντικές απαιτήσεις εκχωρούνται πλέον στην ενάγουσα.

Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αναγγελία αφορούσε μόνο το παραπάνω ποσόν και όχι και τις μελλοντικές απαιτήσεις της ανωτέρω εταιρείας. Άλλωστε ούτε η εναγομένη, και κυρίως ούτε και οι παραπάνω εταιρείες, που τις ενδιέφεραν άμεσα, αμφισβήτησαν με οποιονδήποτε τρόπο, όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε έως την άσκηση της αγωγής, ότι εκδοχέας τόσο των απαιτήσεων που επανεκχωρήθηκαν, όσο και των μελλοντικών των παραπάνω εταιρειών έναντι της εναγομένης ήταν η ενάγουσα, γι' αυτό και η εναγομένη πίστωνε τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό καταθέσεων της ενάγουσας με τα αντίστοιχα ποσά των ως άνω πέντε εταιρειών, αποδεχόμενη τις εκχωρήσεις και το ύψος των απαιτήσεων, στοιχείο που επιβεβαιώνεται και από τις από 5-6-2003 και 4-7-2003 επιστολές της προς την ενάγουσα, ενώ ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις από 15-10-2007 προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, με την από 5-6-2003 επιστολή της που απηύθυνε στην ενάγουσα, της γνωστοποίησε ότι από το ποσόν των 10.836.300,84 ευρώ, που της είχε καταβάλει, με πίστωση του σχετικού λογαριασμού της, έναντι των απαιτήσεων που της είχαν εκχωρηθεί από τον όμιλο των εταιρειών, ποσόν 625.798,10 ευρώ (που περιόρισε αργότερα σε 618.279,04 ευρώ) δεν αντιστοιχούσε σε πραγματικές συναλλαγές και ότι, σε περίπτωση που δεν ικανοποιηθεί από τις εκχωρήτριες, θα ζητήσει τα αχρεωστήτως πιστωθέντα στο λογαριασμό της από την ίδια (ενάγουσα).

Η τελευταία με την από 9-6-2003 επιστολή της διαμαρτυρήθηκε, καθόσον είχε ήδη χρηματοδοτήσει τον όμιλο των εταιρειών με τα αντίστοιχα ποσά και ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες. Ακολούθησε η από 2-7-2003 επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα, με την οποία, μεταξύ άλλων, της γνωστοποίησε ότι οι εταιρείες αναγνώρισαν την εικονικότητα των συναλλαγών, που αντιστοιχούσαν σε 625.798,10 ευρώ, τις οποίες μάλιστα η ίδια (εναγομένη) χαρακτήρισε "αυθαίρετες" και ότι χάριν εξόφλησης της παρέδωσαν επιταγές αντίστοιχου ποσού, που όμως δεν είχαν αντίκρισμα.

Με την από 4-7-2003 μεταγενέστερη επιστολή της η εναγομένη επανέλαβε ότι έχει καταβάλει στην ενάγουσα, έναντι των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, 10.836.300,84 ευρώ και διευκρίνισε ότι της οφείλει ακόμη 10.826.645,16 ευρώ, αναλύοντας σε σχετικούς πίνακες το οφειλόμενο για κάθε εταιρεία ποσόν, της κατέστησε δε γνωστό ότι θα το μειώσει κατά το ποσόν των 618.279,04 ευρώ, όπως το επιμέρισε σε κάθε εταιρεία.

Στη συνέχεια της γνωστοποίησε ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν, μετά την αφαίρεση των 618.279,04 ευρώ λόγω συμψηφισμού, ανέρχεται σε 10.208.366,12 ευρώ, το οποίο θα πιστωθεί στο λογαριασμό της. Η δήλωση αυτή αποτελούσε εξώδικη ομολογία της εναγομένης, επιβεβαιωτική και διευκρινιστική του ύψους της οφειλής της, έναντι της ενάγουσας, ως εκδοχέα των παραπάνω απαιτήσεων, όπως αυτή ερμηνεύεται με τη βοήθεια των διατάξεων των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, με την οποία η ενάγουσα συμφώνησε, (χωρίς την αφαίρεση των 618.279,04 ευρώ) όπως συνάγεται από τη μεταγενέστερη επιστολή της προς την εναγομένη.

Με τη δήλωση αυτή της εναγομένης τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μία νέα ενοχή, ανεξάρτητη από τη βασική σχέση ή την αιτία, και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η δήλωση αυτή αποτελούσε αναιτιώδη, άλλως αιτιώδη αναγνώριση χρέους, αφού η εναγομένη, απευθυνόμενη στην ενάγουσα, ανέτρεξε στις ήδη καταβληθείσες απαιτήσεις, ακολούθως της γνωστοποίησε τις νέες οφειλές της, όπως τις ανέλυσε ανά εταιρεία, και μετά τον συμψηφισμό της φερόμενης ως ανταπαίτησής της, της δήλωσε ότι θα πιστωθεί στο λογαριασμό της το ποσόν των 10.208.366,12 ευρώ, που βεβαίωσε εξωδίκως ότι της οφείλει.

Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την αφαίρεση του παραπάνω ποσού και στα πλαίσια αυτά, κατά την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με τον παραπάνω συμψηφισμό, η ενάγουσα, από τα στοιχεία που της ανακοίνωσε η εναγομένη, διαπίστωσε ότι είχε χρηματοδοτήσει τις εταιρείες του ομίλου με το ποσόν των 32.624.47,44 ευρώ, βασιζόμενη στα έγγραφα που αυτές της κοινοποιούσαν με φαξ, ως προερχόμενα από την εναγομένη, κάποια από τα οποία όμως αποδείχθηκε ότι ήταν νοθευμένα ως προς τα αναγραφόμενα σε αυτά ποσά.

Ειδικότερα η εναγομένη ενημέρωνε τις εταιρείες του ομίλου, με σχετικά έγγραφα, που έστελνε κάθε μήνα, σχετικά με το ύψος των οφειλών που προέκυπταν από τη διαχείριση των πιστωτικών καρτών των πελατών της, με βάση το πρόγραμμα ατόκων μηνιαίων δόσεων, αλλά και εφάπαξ καταβολών, ενέργεια που ήταν απαραίτητη, προκειμένου να διασταυρώνονται και επιβεβαιώνονται τα στοιχεία αναφορικά με τα προκύπτοντα υπόλοιπα, αφού υπήρχε ενεργής σύμβαση μεταξύ τους, που δεν επηρεάστηκε από τη σύμβαση factoring.

Τις επιστολές αυτές διαβίβαζαν οι εκχωρήτριες εταιρείες στην ενάγουσα προς ενημέρωση της, προκειμένου να τις χρηματοδοτεί με τα αντίστοιχα ποσά, όπως και γινόταν. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη δημιουργούμενη από την πιστωτική κάρτα, που εκδίδεται από οικονομικοπιστωτικούς οργανισμούς, τριγωνικά σχέση μεταξύ εκδότη, κατόχου και επιχειρηματία, η μεταξύ του εκδότη και της επιχείρησης σχέση διαμορφώνεται κατά την περί τούτου βούληση των μερών και μπορεί να προσλάβει το χαρακτήρα αγοράς απαίτησης, εγγυοδοτικής συμβάσεως, αφηρημένης υπόσχεσης χρέους ή ιδιόρρυθμης συμβάσεως.

Συνεπώς δεν υπήρχε υποχρέωση λογοδοσίας, στηριζόμενη σε σύμβαση εντολής ή σε διαχείριση ξένης περιούσιας, όπως επικαλείται η ενάγουσα, ούτε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε αναγγείλει στην εναγομένη ότι είχε αναλάβει με τη σύμβαση factoring και τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη των απαιτήσεων τους (προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε καμία ενέργεια δεν έκανε), ώστε να δημιουργηθεί υποχρέωση-πληροφόρησης εκ μέρους της τελευταίας προς την ενάγουσα.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ζήτησε, παράλληλα, από την εναγομένη να την ενημερώνει και η τελευταία αρνήθηκε, κρίνεται αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι την όχλησε για την αιτία αυτή. Τέτοια όχληση εξάλλου με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, και μάλιστα μεταξύ εταιρειών τέτοιου οικονομικού μεγέθους, είναι βέβαιο ότι γίνεται εγγράφως, και όχι προφορικά, όπως κατέθεσαν αορίστως σχετικά με το θέμα αυτό οι μάρτυρες της ενάγουσας, ότι δηλ.

ειδοποιήθηκε προφορικά το αρμόδιο τμήμα της εναγομένης, χωρίς όμως να εκθέτουν άλλα στοιχεία. Ούτε αποδείχθηκε ότι διαμαρτυρήθηκε όλο αυτό το διάστημα η ενάγουσα στην εναγομένη για την επικαλούμενη παράλειψη της, παρά μόνο ζήτησε διευκρινίσεις, όταν άρχισε η αλληλογραφία μεταξύ τους, αναφορικά με το συμψηφισμό των 618.279,14 ευρώ.

Η εναγομένη πίστωνε ανελλιπώς το λογαριασμό της ενάγουσας με τα αντίστοιχα ποσά, για το ύψος των οποίων η τελευταία ενημερωνόταν με τις επιστολές της εναγομένης, που της διαβιβάζονταν από τις εκχωρήτριες εταιρείες, προκειμένου να προβαίνει στις αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις, το ύψος δε των απαιτήσεων αυτών ουδέποτε αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τα μέρη.

Εξάλλου ο εκχωρητής είναι αυτός που ενημερώνει τον εκδοχέα για το ύψος της οφειλής και παρέχει πληροφορίες, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 456 ΑΚ και ορίζεται ρητά και στη διάταξη του άρθρ. 3 παρ. 2 του ν. 1905/1990, που αναφέρεται στην υποχρέωση του προμηθευτή να ενημερώνει τον πράκτορα. Η υποχρέωση αυτή αφορά και πληροφορίες μεταγενέστερες από την εξόφληση (νέες καταβολές), καθώς και έγγραφα που αφορούν την απόδειξη της απαίτησης.

Ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας ή από άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύεται ότι και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις ακολουθείτο άλλη πρακτική, από αυτή που ακολούθησε η εναγομένη. Η τριμερής αυτή σχέση λειτούργησε ομαλά από το Μάιο του έτους 2001 (χρόνος αναγγελίας της εκχώρησης) έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 2002, διάστημα κατά το οποίο τα αρμόδια όργανα των εταιρειών του ομίλου έστελναν στην ενάγουσα με φαξ τις γνήσιες ενημερωτικές επιστολές, που τους διαβίβαζε η εναγομένη, όμως από το μήνα Οκτώβριο έστελναν τις επιστολές αυτές νοθευμένες ως προς το ύψος των κονδυλίων.

Από την αντιπαραβολή των νοθευμένων με τα γνήσια έγγραφα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε χρηματοδοτήσει τις εταιρείες του ομίλου με το επί πλέον ποσόν των 20.493.000 ευρώ, μεγαλύτερο δηλ. από αυτό που πίστωσε η εναγομένη στο λογαριασμό της, κατά το οποίο και ζημιώθηκε, όπως κατωτέρω αναφέρονται τα επί μέρους κονδύλια στους πίνακες, στους οποίους αποτυπώνεται η ημερομηνία έκδοσης κάθε μηνιαίας έγγραφης ενημέρωσης της εναγομένης προς τον όμιλο των εταιρειών, "το σύνολο των οφειλών", που προέρχονταν από συναλλαγές πελατών με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας, καθώς και το "σύνολο των οφειλών instant credit", δηλ.

των συναλλαγών που πραγματοποιούντο μέσω συστήματος καρτών instant credit τόσο των γνήσιων (στήλες υπό ΕΤΕ), τις οποίες έστελνε προς ενημέρωση η εναγομένη στις εταιρείες του ομίλου, όσο και των νοθευμένων (στήλες υπό "ΕF"), δηλ. αυτών που έστελναν οι εταιρείες στη ενάγουσα με φαξ, που φέρονταν ως αντίγραφα των εγγράφων της εναγομένης, νοθευμένα όμως ως προς το ύψος των κονδυλίων, από τους οποίους (πίνακες) προκύπτει η διαφορά των 20.493.000 ευρώ.

Μάλιστα σε βάρος των εκπροσώπων των εταιρειών του ομίλου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της από κοινού νόθευσης εγγράφων και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για τις οποίες παραπέμπονται να δικασθούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών κατόπιν μηνύσεων που υποβλήθηκαν και από τις δύο εταιρείες. Με βάση όσα αναφέρθηκαν και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, η όποια ζημία υπέστη η ενάγουσα δεν συνδέεται αιτιωδώς με νόμιμο λόγο ευθύνης της εναγομένης, προερχόμενο από τη σύμβαση εκχώρησης ή από τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Η παράλειψη δε αυτή, δεν ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου γεγονότος, να επιφέρει τη ζημία που επέφερε στην ενάγουσα. Η ενημέρωση της ενάγουσας εκπληρωνόταν με τον τρόπο που αναφέρθηκε, με τον οποίο η ίδια ήταν σύμφωνη, αιτία για την οποία δεν όχλησε ποτέ την εναγομένη ούτε διαμαρτυρήθηκε για έλλειψη ενημέρωσης εκ μέρους της, αλλά και δεν επιμελήθηκε ποτέ να διασταυρώσει τα φερόμενα ως οφειλόμενα ποσά, με τα οποία χρηματοδοτούσε τις εταιρείες, με τις πιστώσεις που γινόντουσαν στο λογαριασμό της εκ μέρους της εναγομένης.

Συνεπώς το αίτημα της να της επιδικασθεί αποζημίωση 20.493.000 Ευρώ για την παραπάνω αιτία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Περαιτέρω, στα πλαίσια της σύμβασης, μεταξύ των ομίλου των εταιρειών και της εναγομένης, δυνάμει της οποίας είχε παρασχεθεί η δυνατότητα εκδόσεως καρτών μέσω του συστήματος Instant Credit, με βάση το οποίο χρεώνονταν οι πελάτες με απλή πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας τους, από τους αρμοδίους υπαλλήλους των εταιρειών του ομίλου, τον οποίο τους γνωστοποιούσε τηλεφωνικά η εναγομένη, χωρίς να έχει παραλάβει ο πελάτης ακόμη την κάρτα του και χωρίς να υπάρχει σύστημα ελέγχου των χρεώσεων, παρατηρήθηκε το φαινόμενο να έχουν χρεωθεί σε πελάτες διάφορα προγράμματα εν αγνοία τους, ή με μεγαλύτερο από το πιστωτικό όριο ποσόν, μετά την αποκάλυψη των οποίων προέβαιναν αυτοί σε διαμαρτυρίες και ζητούσαν την ακύρωση των χρεώσεων.

Η εναγομένη χαρακτήρισε με τις από 2-7-2003 και 4-7-2003 επιστολές της προς την ενάγουσα εικονικές αυτές τις συναλλαγές και, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, της δήλωσε ότι θα αφαιρέσει από το ποσόν που της οφείλει αυτό που αντιστοιχεί στις παραπάνω συναλλαγές. Με τις προτάσεις που κατέθεσε πρωτοδίκως (σελίδα 33 και 34) ανέφερε ότι μεταξύ της ιδίας και του ομίλου των εταιρειών είχε δημιουργηθεί, κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-2000 έως 19-4-2003 οικονομική εκκρεμότητα 618.279,04 ευρώ, λόγω υπαναχώρησης ή καταγγελίας από πελάτες (επικαλούμενη διαφορετική εν μέρει αιτιολογία από αυτή της επιστολής της), ποσόν το οποίο η ίδια δεν είχε εισπράξει, διότι δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στους λογαριασμούς των εταιρειών του ομίλου.

Η δήλωση αυτή της εναγομένης και η ενέργεια της να αφαιρέσει το ποσόν των 618.279,04 ευρώ από το συνολικά οφειλόμενο που θα πίστωνε στο λογαριασμό της ενάγουσας, με την αιτιολογία ότι της το είχε καταβάλει αχρεωστήτως σε προγενέστερο χρόνο, ήταν αντισυμβατική και αντίκειτο πράγματι στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνεπάγετο δε ζημία της ενάγουσας.

Ειδικότερα, ενώ, όπως ομολογεί η εναγομένη, υπήρχε οικονομική εκκρεμότητα με τις εταιρείες του ομίλου για μεγάλο χρονικό διάστημα, που δημιουργήθηκε, όπως αναφέρθηκε, και από την έλλειψη επαρκούς ελέγχου στις συναλλαγές με τις πιστωτικές κάρτες, με το σύστημα instand credit, η ίδια ήταν ανεκτική απέναντι στις εταιρείες του ομίλου, και δεν φρόντισε να διευθετήσει έγκαιρα την οικονομική αυτή εκκρεμότητα, παρ' όλο μάλιστα που διαπίστωσε έλλειψη υπολοίπου στους λογαριασμούς των εταιρειών.

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, αφού διαπίστωσε ανώμαλη εξέλιξη της συμβατικής σχέσης, που τη συνέδεε με τις εταιρείες του ομίλου, όφειλε πράγματι να ενημερώσει την ενάγουσα, γι' αυτή την εκκρεμότητα, ώστε να μην χρηματοδοτήσει τις εταιρείες με τα αντίστοιχα ποσά. Αντίθετα η εναγομένη, ενώ πίστωσε το λογαριασμό της ενάγουσας με το παραπάνω ποσόν, όταν αντιλήφθηκε ότι δεν θα ικανοποιείτο από τις εταιρείες λόγω της αφερεγγυότητας τους, που προέκυψε αργότερα, όταν έπαψαν τη λειτουργία τους και δημιουργήθηκε πρόβλημα με τους καταναλωτές-πελάτες τους, θέλησε να συμψηφίσει το ποσόν αυτό με μεταγενέστερη απαίτηση της ενάγουσας.

Με τις ίδιες ως άνω πρωτόδικες προτάσεις της διευκρίνισε η εναγομένη ότι, κατόπιν ορθού υπολογισμού, το ποσόν αυτό πρέπει να περιορισθεί σε 296.471 ευρώ, το οποίο πρότεινε προς συμψηφισμό με την παραπάνω απαίτηση της ενάγουσας, ένσταση την οποία επαναφέρει ως λόγο έφεσης, ισχυριζόμενη ότι αχρεωστήτως καταβλήθηκαν στην ενάγουσα.

Η ένσταση αυτή, με βάση όσα αναφέρθηκαν, αλυσιτελώς προβάλλεται, ανεξάρτητα από την αοριστία της, αφού η εναγομένη δεν προσδιόρισε, πότε γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη η αξίωση της έναντι των εκχωρητριών εταιρειών, δηλ. πότε προέβη σε άσκηση του δικαιώματος της να αναζητήσει αυτά τα ποσά που κατέβαλε, προβαίνοντας σε σχετική δήλωση προς τις αντισυμβαλλόμενες επιχειρήσεις, όπως προβλεπόταν από σχετικό όρο της σύμβασης για τη χρησιμοποίηση πιστωτικής κάρτας που η ίδια επικαλείται, σε περίπτωση αμφισβήτησης της συναλλαγής από τους πελάτες, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο σκεπτικό, μόνο αν κατέστη ληξιπρόθεσμη είτε ήδη κατά την αναγγελία είτε μετά την αναγγελία, αλλά πριν από το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης της ενάγουσας, μπορούσε να προτείνει προς συμψηφισμό την ανταπαίτηση της.

Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι μετά την αναγνώριση της οφειλής της, την οποία δήλωσε με την επιστολή της ότι θα πιστώσει στο λογαριασμό της ενάγουσας, διαπίστωσε ότι είχε ανταπαίτηση έναντι αυτής, προερχόμενη από οφειλές της προς τις εταιρείες DEFINE ΕΠΕ, FUNCTION ΕΠΕ, RETAIN ΕΠΕ, ADJUST ΑΕ, PERFORM ΕΠΕ, οι οποίες πιστώθηκαν στο λογαριασμό της ενάγουσας αχρεωστήτως, πριν από τις 4-7-2003, ποσού 3.634.589,99 ευρώ και μετά τις 4-7-2003, ποσού 1.269.270 ευρώ, καθώς και ποσού 4.065.826,50 ευρώ, που αφορά συναλλαγές, που θα ωρίμαζαν μετά την 4.7.2003, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, καταβλήθηκαν στην ενάγουσα αχρεωστήτως, διότι αφορούσαν μελλοντικές απαιτήσεις που δεν είχαν εκχωρηθεί στην ενάγουσα, ούτε είχε αναγγελθεί στην ίδια η εκχώρηση.

Η ένσταση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού αποδείχθηκε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, τόσο η εκχώρηση στην ενάγουσα, όσο και η αναγγελία στην εναγομένη των μελλοντικών αυτών απαιτήσεων των παραπάνω εταιρειών έναντι της εναγομένης και συνεπώς δικαιούχος είναι η ενάγουσα. Για τον ίδιο λόγο, όπως αναλυτικότερα αναφέρθηκε παραπάνω, θα πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση συμψηφισμού ποσού 361.340,36 ευρώ, που αφορά οφειλές προς την εταιρεία ESSENCE ΕΠΕ, οι οποίες είχαν εκχωρηθεί στην ενάγουσα εκ μέρους των εταιρειών και είχε αναγγελθεί η εκχώρηση στην εναγομένη.

Ως προς το ποσόν των 1.144.561,23 ευρώ, που αφορά υπηρεσίες, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, δεν παρασχέθηκαν σε κατόχους και αντιλογίσθηκαν ή δεν χρεώθηκαν λόγω διακοπής, θα πρέπει επίσης να απορριφθεί η σχετική ένσταση συμψηφισμού που πρότεινε η εναγομένη ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζει ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και παραπάνω, πότε γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη η αξίωση της, ώστε να ερευνηθεί, αν μπορεί να προταθεί νομίμως η ένσταση αυτή έναντι της ενάγουσας.

Όσον αφορά το ποσόν των 1.936.762,10 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι έχει καταβληθεί στην ενάγουσα, αλυσιτελώς προτείνεται ως ένσταση συμψηφισμού λόγω μερικής εξόφλησης, διότι αυτό περιλαμβάνεται στο ποσόν που η ίδια η ενάγουσα επικαλείται με την αγωγή της, ότι της έχει καταβληθεί από την εναγομένη και αφαιρεί από το αιτούμενο ποσόν.

Η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι, μετά τους παραπάνω συμψηφισμούς, η απαίτηση της ενάγουσας έναντι αυτής ανέρχεται σε 3.348.484,73 ευρώ, ενώ η ίδια έχει καταβάλει αχρεωστήτως στην ενάγουσα, για τις πέντε εταιρείες που προαναφέρθηκαν, 4.903.854,84 ευρώ (3.634.589,99 + 1.269.270), ποσόν με το οποίο πίστωσε, στις 15-7-2007, τα επίσημα βιβλία της και συγκεκριμένα πέντε υπολογαριασμούς στο όνομα των πέντε εταιρειών του ομίλου, έναντι των οποίων, όπως ισχυρίζεται, είναι υπόχρεη.

Κατόπιν αυτού ζήτησε να της επιδικασθεί η διαφορά, που ανέρχεται σε 1.555.370,11 ευρώ (4.903.854,84 - 3.348.484,73). Σύμφωνα όμως με όσα αποδείχθηκαν και αναφέρθηκαν παραπάνω, αφού απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ένσταση συμψηφισμού, θα πρέπει να απορριφθεί και η ανταγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα έπρεπε να στραφεί πρώτα κατά των εκχωρητριών εταιρειών, πρέπει να απορριφθεί, διότι ο εκδοχέας, ακόμη και αν η εκχώρηση έγινε χάριν καταβολής, δηλ.

προς διευκόλυνση του δανειστή (εκδοχέα), έχει υποχρέωση να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης που του εκχωρήθηκε, και μόνο σε περίπτωση αποτυχίας, δικαιούται να επανέλθει στην αξίωση του από την αρχική ενοχή. Έτσι η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται σε 7.107.253,79 ευρώ, μετά την αφαίρεση του καταβληθέντος σε αυτή εκ μέρους της εναγομένης ποσού 3.101.112,33 ευρώ, το οποίο άλλωστε και η ίδια δεν συνυπολογίζει στο αιτούμενο με την αγωγή της, ποσόν το οποίο ανταποκρίνεται σε αυτό με το οποίο χρηματοδότησε τις εταιρείες και εκχωρήθηκε στην ενάγουσα από αυτές και το οποίο αναγνώρισε εξωδίκως η εναγομένη ότι της οφείλει.

Έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε το αίτημα αποζημίωσης της ενάγουσας με το ποσόν των 20.493.000 ευρώ. Επίσης έσφαλε που δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής περί αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, αναφορικά με το κονδύλιο των 7.107.253,7 ευρώ και απέρριψε σιωπηρά την ένσταση συμψηφισμού των κονδυλίων που αναφέρθηκαν.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και το Δικαστήριο δέχθηκε το παραπάνω κονδύλιο της αγωγής, δεν αρκεί η αντικατάσταση της αιτιολογίας και θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο της αυτό και να κρατηθεί η υπόθεση για να ερευνηθεί η κύρια βάση της αγωγής, κατά τα ανωτέρω. Όσον αφορά το κονδύλιο των 618.279,04 ευρώ, ορθά αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα.

Τέλος ορθά το Δικαστήριο απέρριψε την ανταγωγή που άσκησε η εναγομένη". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθείσες εκκαλούσα (εναγομένη-αντενάγουσα) και εφεσίβλητη (ενάγουσα) με τις αντίστοιχες και κατά την αξιολογική τους σειρά με στοιχ.Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, έννοια με την οποία να ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτών λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα: (ι) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείουσα τη με στοιχ. (α) εναγομένη και με στοιχ. (β) αντενάγουσα και αναιρεσίβλητη αντίστοιχα τη με στοιχ. (α) ενάγουσα και με στοιχ. (β) αντεναγομένη.

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 261§1, 262§1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring είναι, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1905/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το ν.2367/1995, μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ' επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες).

Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1§1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψη του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης.

Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων.

Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του factoring, που έχει συμφωνηθεί.

Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχωρήσεως απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring, γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή.

Περαιτέρω, η σύμβαση factoring, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι: α) γνήσιο και μη γνήσιο factoring, β) εμφανές και αφανές, γ) factoring με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές factoring. Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το factoring, όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο factoring γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής.

Εξάλλου, η διάκριση του factoring με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση.

Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 448, 463§2 ΑΚ παρέχεται η δυνατότητα προτάσεως από τον οφειλέτη κατά του εκδοχέα σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεώς του που στρέφεται κατά του εκχωρητή, κατ' εξαίρεση της αρχής της αμοιβαιότητας των απαιτήσεων (ο οφειλέτης κάθε μιάς απαιτήσεως είναι συγχρόνως και δανειστής της άλλης ΑΚ 440) και εκείνης της σχετικότητας, εφόσον ο εκδοχέας δεν συμμετέχει στην έννομη σχέση εκχωρητή - οφειλέτη.

Βασική νομοθετική σκέψη είναι η προστασία του οφειλέτη, η θέση του οποίου δεν πρέπει να χειροτερεύσει μετά την εκχώρηση, στην οποία μάλιστα αυτός δεν μετέχει (ΑΚ 455). Κατά τους ορισμούς και την έννοια των εν λόγω διατάξεων (α) η ανταπαίτηση του οφειλέτη κατά του εκχωρητή πρέπει να έχει γεννηθεί κατά την εκχώρηση (εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από το άρθρο 448 ΑΚ).

Επί πρωτότυπης κτήσεως αρκεί κατά τον χρόνο της αναγγελίας να υπήρχε ο νομικός λόγος, η νομική βάση, από την οποία προέρχεται η ανταπαίτηση, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της, επήλθαν μεταγενέστερα. Αντίθετα, αν ο οφειλέτης αποκτά την ανταπαίτηση με παράγωγο τρόπο πρέπει να έχει γεννηθεί πριν από την αναγγελία της εκχωρήσεως και (β) η πριν από την αναγγελία γεννηθείσα ανταπαίτηση του οφειλέτη κατά του εκχωρητή πρέπει να γίνει ληξιπρόθεσμη είτε ήδη κατά την αναγγελία (ΑΚ 448), είτε με την αναγγελία, το αργότερο όμως ταυτόχρονα με την εκχωρηθείσα κύρια απαίτηση (ΑΚ 463 παρ. 2).

Άμεσα εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές και στις λεγόμενες μελλοντικές απαιτήσεις υπό ευρεία έννοια ή περιορισμένα, των οποίων η νομική βάση υπάρχει κατά τον χρόνο εκχωρήσεως, αλλά τα λοιπά πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη γέννηση της επέρχονται μεταγενέστερα. Αντικείμενο όμως εκχωρήσεως μπορούν όμως να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις υπό στενή έννοια ή πλήρως μελλοντικές απαιτήσεις, των οποίων ούτε ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την εκχώρηση, όπως τούτο συμβαίνει επί συμβάσεως πρακτορείας επιχειρήσεων μελλοντικών ανταπαιτήσεων.

Κατά την ακολουθούμενη ως ορθότερη άποψη στην περίπτωση αυτή η αναγγελία της εκχωρήσεως πρέπει να εξισωθεί με την αναγγελία της προεκχωρήσεως. Και στις δύο περιπτώσεις η εμπιστοσύνη του οφειλέτη στη δυνατότητα συμψηφισμού έναντι του εκχωρητή είναι, ανεξάρτητα από τον χρόνο ενεργοποιήσεως της εκχωρήσεως, δικαιολογημένη μόνον όταν αυτός αποκτά την ανταπαίτησή του πριν από την αναγγελία της προεκχωρήσεως, αν ο οφειλέτης γνωρίζει την προεκχώρηση, όταν θεμελιώνει την ανταπαίτησή του, δεν μπορεί να προσδοκά την απόσβεση της εκχωρηθείσης απαιτήσεως διά συμψηφισμού με την ανταπαίτησή του.

Όποιος γνωρίζει την προεκχώρηση γνωρίζει και την εξέλιξη της, ότι δηλαδή η απαίτηση με τη γέννηση της θα μεταβιβασθεί στον εκδοχέα. Γνωρίζει επομένως ότι, όταν γίνει θεωρητικά δυνατός ο συμψηφισμός κατά της απαιτήσεως αυτής, θα έχει ήδη εκλείψει η αμοιβαιότητα. Η υιοθέτηση της αντίθετης απόψεως, με την οποία υποστηρίζεται ότι δεν πρέπει να εξισωθεί η αναγγελία της προεκχωρήσεως με την αναγγελία της εκχωρήσεως, με την αιτιολογία ότι ο εκδοχέας αποκτά την κύρια απαίτηση κατά τη γέννηση της "επιβαρυμένη" με τυχόν ήδη θεμελιωμένες ανταπαιτήσεις του οφειλέτη, παρέχει την δυνατότητα στον οφειλέτη να θεμελιώνει κακόπιστα ανταπαιτήσεις κατά του εκχωρητή προκειμένου να τις συμψηφίσει κατά του εκδοχέα, καταστάσεις στην αποτροπή των οποίων ακριβώς αποσκοπεί η ρύθμιση του άρθρου 448 ΑΚ.

Επομένως και στην προεκχώρηση ο οφειλέτης μπορεί να συμψηφίσει μόνο με ανταπαιτήσεις, που γεννήθηκαν πριν από την αναγγελία. Γενικότερα δε, κατά τη συνάδουσα και προς τις κατά την έννοια των άρθρων 200, 288 ΑΚ αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ερμηνευτική εκδοχή, γεγονότα μεταγενέστερα της προεκχωρήσεως της μελλοντικής απαιτήσεως και ενώ είναι υπαρκτός και ενεργός ακόμα ο ενοχικός δεσμός μεταξύ εκδοχέως και εκχωρητή, τα οποία διαφοροποιούν την εκχωρηθείσα απαίτηση, την οποία έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ο εκδοχέας κατά τον χρόνο της εγχειρήσεως κατά την διαμόρφωση και εκτέλεση των όρων της σχετικής συμβάσεως, δεν δικαιολογείται να αντιταχθούν κατά του τελευταίου.

Μετά την αναγγελία της προεκχωρήσεως ο οφειλέτης της εκχωρηθείσης απαιτήσεως, συμβαλλόμενος με τον εκχωρητή, αποβλέπει στο πρόσωπο αυτού, κατά του οποίου και μπορεί να προτείνει τις απορρέουσες από τα εν λόγω δικαιώματά του ενστάσεις. Ειδικότερα δε η ένσταση της εικονικότητας της εκχωρηθείσης απαιτήσεως η οποία παρεμποδίζει την γέννηση αυτής, δεν δύναται να προταθεί κατά του εκδοχέως, εκτός αν κατά την εκχώρηση τελούσε σε γνώση αυτής (ΑΚ 139).

Τέλος, διαδεδομένη μορφή των σύγχρονων συναλλαγών αποτελεί η καλούμενη πιστωτική κάρτα. Ως τοιαύτη νοείται η πλαστική κάρτα που εκδίδεται είτε από (συνήθως) τράπεζα είτε από άλλη επιχείρηση και παρέχει στο νόμιμο κάτοχο της τη δυνατότητα προμήθειας πραγμάτων ή υπηρεσιών από επιχείρηση συμβεβλημένη με τον εκδότη της κάρτας χωρίς άμεση πληρωμή του ανταλλάγματος κατά την κτήση του πράγματος ή των υπηρεσιών.

Στη σχέση που αφορά την πιστωτική κάρτα μετέχουν συνήθως τρία (3) πρόσωπα, ήτοι ο εκδότης της πιστωτικής κάρτας, ο κάτοχος της κάρτας και η συμβεβλημένη επιχείρηση. Ανάλογες προς τα πρόσωπα είναι και οι δημιουργούμενες μεταξύ των μερών έννομες σχέσεις: 1) Μεταξύ του εκδότη της κάρτας και του κατόχου η συναπτόμενη σχέση, κατά την περί τούτου βούληση των μερών, χαρακτηρίζεται ως έμμισθη εντολή (ΑΚ 713 επ.).

Βάσει της σχέσεως αυτής ο εκδότης της κάρτας αναλαμβάνει, έναντι πληρωμής σ' αυτόν αμοιβής, να εξοφλεί τις από τον κάτοχο της κάρτας, εντός του συμφωνηθέντος ορίου χρηματικού ποσού, αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις πληρωμής έναντι των συμβεβλημένων με τον εκδότη της κάρτας επιχειρήσεων, από τις οποίες ο κάτοχος της κάρτας αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες.

Η εξόφληση αυτή γίνεται από τον εκδότη της κάρτας στη συμβεβλημένη επιχείρηση μετά από προσκόμιση από τη δεύτερη στον πρώτο των απαιτουμένων δικαιολογητικών, τα οποία ο κάτοχος της κάρτας έχει υπογράψει κατά τη χρήση της. Με την υπογραφή αυτή παρέχεται η εντολή από τον κάτοχο στην εκδότρια τράπεζα να προβεί στη σχετική καταβολή.

Η σύμβαση εκδόσεως της κάρτας μπορεί να συνδυασθεί με την παροχή δανείου από τον εκδότη της κάρτας (τράπεζα) στον κάτοχο της, βάσει του οποίου ο δεύτερος πιστώνεται αναλαμβάνοντας την υποχρέωση της κατά δόσεις εξοφλήσεως του, συνυπολογιζομένων και αντιστοίχων τόκων. 2) Η έννομη σχέση μεταξύ του εκδότη της κάρτας και της συμβεβλημένης επιχειρήσεως διαμορφώνεται κατά την περί τούτου βούληση των μερών και δύναται να προσλάβει το χαρακτήρα αγοράς απαιτήσεως, εγγυοδοτικής συμβάσεως, αφηρημένης υποσχέσεως χρέους ή ιδιόρρυθμης συμβάσεως. 3) Η έννομη σχέση μεταξύ κατόχου της κάρτας και συμβεβλημένης επιχειρήσεως δυνατό να είναι αγορά πράγματος (ΑΚ 513), σύμβαση υπηρεσιών (ΑΚ 648), ή σύμβαση έργου (ΑΚ 681).

Συνήθως τη συνδέουσα την εκδότρια πιστωτικής κάρτας τράπεζα και τον κάτοχο της κάρτας σύμβαση συνοδεύει σχήμα γενικών όρων συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.). Στους όρους αυτούς προβλέπεται υποχρέωση της τράπεζας να εξοφλεί τις υποχρεώσεις που ο κάτοχος της κάρτας αναλαμβάνει από συμβάσεις που συνάπτει με τη συμβεβλημένη επιχείρηση, εφόσον προσκομισθούν σ' αυτή τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά υπογεγραμμένα από τον κάτοχο της κάρτας βεβαιωτικά της πραγματοποιηθείσης συναλλαγής.

Είναι όμως δυνατό να προβλέπεται στους Γ.Ο.Σ. δυνατότητα του κατόχου της κάρτας να πραγματοποιεί, συναλλαγές μέσω της πιστωτικής κάρτας χωρίς να χρειάζεται η επίδειξη της κάρτας και η υπογραφή του σχετικού δικαιολογητικού της πραγματοποιθείσης συναλλαγής. Κατά την κυριαρχική από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρινόμενη στα πράγματα και μη προσβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα, κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της κατ' αυτής απευθυνομένης με στοιχ (α) αγωγής της αναιρεσίβλητης (αα) με συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, τις οποίες κατάρτισε η αρχικώς ενάγουσα με (13) εταιρείες συμφερόντων του ομίλου Π.

Α., ανέλαβε, ως πράκτορας, έναντι αμοιβής, τη χρηματοδότηση, καθώς τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη των βραχυπρόθεσμων επιχειρηματικών τους απαιτήσεων έναντι όλων των πελατών τους, που προήρχοντο από προγράμματα παροχής υπηρεσιών ή πωλήσεως εμπορευμάτων εκ μέρους των εταιρειών του ομίλου προς τους τελικούς καταναλωτές πελάτες τους, (ββ) ότι για την εξόφληση των απαιτήσεων αυτών των εταιρειών του ομίλου υπάρχει η δυνατότητα τμηματικής εξοφλήσεώς τους με άτοκες δόσεις με την χρήση πιστωτικών καρτών εκδόσεως της δεύτερης των αρχικώς εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας και διαχείριση της αρχικώς συνεναγομένης της, (γγ) ότι στα πλαίσια των συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και προς εξασφάλιση του προερχομένου από την χρηματοδότηση των εταιρειών του ομίλου προς την ενάγουσα χρέους τους οι εν λόγω εταιρείες εκχώρησαν προς εκείνη τις απαιτήσεις τους έναντι της εναγομένης γεγενημένες ή μελλοντικές, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο αμοιβή τους για προσφερόμενες από εκείνες υπηρεσίες προς τους καταναλωτές πελάτες τους ή τίμημα πωλουμένων προς αυτούς εμπορευμάτων, οι οποίες εξοφλούντο απ' την αναιρεσίβλητη και η τελευταία εισέπραττε από τους καταναλωτές σε τμηματικές δόσεις με τη χρήση πιστωτικών καρτών, εκχώρηση την οποία και ανήγγειλε στην αναιρεσείουσα και (δδ) ότι η χρηματοδότηση των εταιρειών του ομίλου από την ενάγουσα γινόταν με βάση την ενημέρωση της εναγομένης για το ύψος της οφειλής της προς τις εν λόγω εταιρείες και από εκείνες προς την ενάγουσα, με βάση την οποία προέκυψε αποσβεσθείσα οφειλή ποσού (ι) 10.826.645,04 ευρώ, για το οποίο η εναγομένη υποστήριξε ότι κατέβαλε αχρεωστήτως και προέτεινε προς συμψηφισμό εκείνο των 618,279,04 ευρώ και (ιι) 10.208.366,12 ευρώ, έναντι του οποίου κατέβαλε εκείνο των 3.101.112,33 ευρώ, παραμένοντος εντεύθεν χρεωστικού υπολοίπου 7.107.253,79 ευρώ, υποστηρίζουσα ειδικότερα ότι τα εν λόγω χρηματικά ποσά αντιστοιχούν σε ανύπαρκτες συναλλαγές των ομίλων των εταιρειών με καταναλωτές πελάτες τους, γεγονός το οποίο οφείλεται, κατά τους παράλληλα διατυπούμενους αγωγικούς ισχυρισμούς, στο ότι, κατά τη συνδέουσα την εναγομένη και τον όμιλο των εταιρειών σύμβαση προωθήσεως εκδόσεως πιστωτικής κάρτας από την επιχείρηση (instant credit) παρείχετο η δυνατότητα στις εταιρείες να χρεώνονται οι πελάτες τους με απλή πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας τους από τους υπαλλήλους τους, τον οποίο γνωστοποιούσε τηλεφωνικά η εναγομένη, με ανύπαρκτες συναλλαγές, τις οποίες δικαιολογημένα ακύρωναν στη συνέχεια.

Με βάση τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές και εκείνη ότι ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον ενάγοντα δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής, για το ορισμένο της με στοιχ. (α) αγωγής κατά τις φερόμενες προς διάγνωση με στοιχ. (ι) και (ιι) αξιώσεις της δι' αυτής ενάγουσας, ποσού 618.279,04 και 7.107.253,79 ευρώ, αντίστοιχα, αρκούσε η επίκληση ότι πρόκειται για απαιτήσεις που αποτελούσαν αντικείμενο της συνομολογηθείσης μεταξύ της ενάγουσας και του ομίλου των εταιρειών συμβάσεως εκχωρήσεως της προς αυτές οφειλής της εναγομένης και του προσδιορισμού αυτών με βάση την γενόμενη από την τελευταία ενημέρωση για τις φερόμενες ως πραγματοποιηθείσες συναλλαγές, προσδιοριστικό στοιχείο της χρηματοδοτήσεως τους από την ενάγουσα, στα πλαίσια της συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, χωρίς να μπορεί να αντιταχθεί από εκείνη κατά της ενάγουσας η ελαττωματικότητα της παροχής, με τη μορφή της μη πραγματοποιήσεις της συναλλαγής, και εντεύθεν της ανυπαρξίας της οφειλής της, μετά την αναγγελία προς αυτήν της εκχωρήσεως, από και δια της οποίας γίνεται δανειστής αυτής και μόνος δικαιούχος της εκχωρούμενης οφειλής ο εκδοχέας (άρθρα 2 του ν. 1905/1990 και 460 ΑΚ), πραγματικά περιστατικά τα οποία περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής.

Όπως προαναφέρθηκε, μετά την αναγγελία της (προ)εκχωρήσεως, ο οφειλέτης της εκχωρηθείσης απαιτήσεως, συμβαλλόμενος με τον εκχωρητή, αποβλέπει στο πρόσωπο αυτού, κατά του οποίου μπορεί να προτείνει τις απορρέουσες από τα θεμελιούμενα στην ανώμαλη στη συνέχεια εξέλιξη της συνδέουσας αυτούς συμβάσεως δικαιώματά του ενστάσεις.

Επομένως δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία για την ποσοτική επάρκεια η αναφορά στο δικόγραφο αυτής (1) των εταιρειών του ομίλου, που προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις και των πελατών, που αφορούν και το ποσό των χρεώσεων αυτών, αρκούντος προς τούτο του αγωγικού ισχυρισμού ότι πρόκειται για χρεώσεις που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις που εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα και (2) η σχέση του ύψους των χρεώσεων αυτών προς εκείνο του ποσού της χρηματοδοτήσεως από την ενάγουσα προς τις εταιρείες του ομίλου, αν ήταν εξασφαλισμένο με απαιτήσεις κατ' άλλων αποδεκτών καρτών και άλλες εκχωρήσεις και αν επεχείρησε η ενάγουσα να εισπράξει από τις οφειλέτριες εταιρείες του ομίλου την ικανοποίηση των κατ' αυτών απαιτήσεων της, ώστε να προκύπτει το ύψος της ζημίας αυτής και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος της παράνομης χρεώσεως και της ζημίας, δοθέντος ότι δεν πρόκειται περί αποκαταστάσεως ζημίας, αλλά περί εκχωρήσεως απαιτήσεων στα πλαίσια συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με μόνη έκτοτε δικαιούχο αυτών την ενάγουσα και υπόχρεη προς πληρωμή τους την εναγομένη, οφειλέτιδα των εγχωρηθεισών απαιτήσεων, χωρίς η υποχρέωση της αυτή να εξαρτάται από τους όρους της συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, ο συμβατικός δεσμός της οποίας περιορίζεται στις δι' αυτής συμβληθείσες ενάγουσα και εταιρείες του ομίλου.

Κατά συνέπεια, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, ελέγχεται ως αβάσιμη.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιαδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το πρώτο σκέλος του τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή της "επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, όπως και η εταιρεία ESSENCE ΕΠΕ του ομίλου, ανήγγειλαν στην εναγομένη με τις από 31-7-2001 επιστολές που της επιδόθηκαν (βλ.

προσκομιζόμενες σε συνδυασμό με την από 30-7-2001 της εναγομένης) την επανεκχώρηση προς την παραπάνω εταιρεία εκ μέρους της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ των εκχωρηθεισών σε αυτή απαιτήσεων, που προσδιόρισαν σε 271.452.779 δρχ., και παράλληλα της ανήγγειλαν ότι η παραπάνω απαίτηση, αλλά και οι μελλοντικές απαιτήσεις εκχωρούνται πλέον στην ενάγουσα.

Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αναγγελία αφορούσε μόνο το παραπάνω ποσόν και όχι και τις μελλοντικές απαιτήσεις της ανωτέρω εταιρείας. Για τον ίδιο λόγο, όπως αναλυτικότερα αναφέρθηκε παραπάνω, θα πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση συμψηφισμού ποσού 361.340,36 ευρώ, που αφορά οφειλές προς την εταιρεία ESSENCE ΕΠΕ, οι οποίες είχαν εκχωρηθεί στην ενάγουσα εκ μέρους των εταιρειών και είχε αναγγελθεί η εκχώρηση στην εναγομένη", δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της συμβάσεως εκχωρήσεως οι απαιτήσεις από συναλλαγές που είχαν διενεργηθεί στο υποκατάστημα της εταιρείας "ESSENCE ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΕΠΕ" με κωδικό αριθμό 1481151, ποσού 361.340,36 ευρώ.

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποτελεί "πράγματα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά αρνητικό κατά τούτο ισχυρισμό της αγωγής, ο εν λόγω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε από ουσιαστική άποψη με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η εν λόγω απαίτηση, ποσού 361.340,36 ευρώ, περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα, με άμεση δικονομική συνέπεια η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, ερειδομένη επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, να ελέγχεται ως αβάσιμη.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η παράλληλα επικουρικώς διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή ρύθμιση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, σε συνέπεια με την εκτίμηση ότι η αναιρετικώς ανέλεγκτη επίμαχη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνει την πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι η εν λόγω απαίτηση ποσού 361.340,36 ευρώ, περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα, η οποία δικαιολογεί την παραδοχή κατά τούτο της απευθυνομένης κατά της εναγομένης αγωγής της ενάγουσας.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως, ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την έλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται κατά σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 20, 1, 19 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της (α) "Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η εκχώρηση των απαιτήσεων των εταιρειών DEFINE ΕΠΕ, FUNCTION ΕΠΕ, RETAIN ΕΠΕ, ADJUST ΑΕ, PERFORM ΕΠΕ, έγινε για συγκεκριμένα ποσά και ειδικότερα για 182.636.224 δρχ, για 118.908.965 δρχ, για 44.998.321 δρχ, για 21.308.599 δρχ και για 34.551.703 δρχ αντίστοιχα, τα οποία είχαν επανεκχωρηθεί στις παραπάνω εταιρείες, όσον αφορά τις τρεις πρώτες από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, όσον αφορά την τέταρτη από την εταιρεία ΑΒC FACTORS και όσον αφορά την πέμπτη από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, τα οποία εκχώρησαν ακολούθως οι παραπάνω εταιρείες του ομίλου στην ενάγουσα και ότι η αναγγελία προς την ίδια δεν περιελάμβανε και τις μελλοντικές απαιτήσεις τους, κρίνεται αβάσιμος, διότι από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες επιστολές που επιδόθηκαν στην εναγομένη το έτος 2001, τόσο εκ μέρους των εταιρειών που επανεκχώρησαν τις απαιτήσεις στις παραπάνω πέντε εταιρείες του ομίλου, όσο και εκ μέρους των τελευταίων προς την εναγομένη, αλλά και από τις επιστολές της ενάγουσας προς την εναγομένη, με τις οποίες γίνεται η αναγγελία περί της εκχώρησης προς την ενάγουσα, σε συνδυασμό με τα ιδιωτικά συμφωνητικά επανεκχώρησης (όσα προσκομίζονται), αποδεικνύεται ότι η εκχώρηση αφορά και τις μελλοντικές απαιτήσεις αυτών έναντι της εναγομένης, που αναγγέλθηκε σε αυτή". (αα) Παραμόρφωσε το περιεχόμενο i.

της από 07.05.2001 Αναγγελίας της εναγούσης προς την ΕΑΕΔΟ, με την οποία της ανήγγειλε την Εκχώρηση των Απαιτήσεων της εταιρίας "DEFINE ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ" κατ' αυτής. ii. της από 04.05.2001 Επιστολής της εκχωρήτριας εταιρίας "DEFINE ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ" προς την ΕΑΕΔΟ, iii. του από 03.05.2001 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Επανεκχώρησης Απαιτήσεων-Λύση Συμβάσεων, που κοινοποιήθηκε στην ΕΑΕΔΟ από την "ΑΤΕ Α.Ε." και αφορά τις εταιρίες DEFINE, FUNCTION και RETAIN, iν.

της από 07.05.2001 Αναγγελίας της εναγούσης προς την ΕΑΕΔΟ, με την οποία της ανήγγειλε την Εκχώρηση των Απαιτήσεων της εταιρίας "FUNCTION ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ" κατ' αυτής, ν. της από 04.05.2001 Επιστολής της εκχωρήτριας εταιρίας "FUNCTION ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ" προς την ΕΑΕΔΟ, νi.

της από 07.05.2001 Αναγγελίας της εναγούσης προς την ΕΑΕΔΟ, με την οποία της ανήγγειλε την Εκχώρηση Απαιτήσεων της εταιρίας "RETAIN ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ" κατ' αυτής , vii. της από 04.05.2001 Επιστολής της εκχωρήτριας εταιρίας "RETAIN ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ" προς την ΕΑΕΔΟ, viii. της από 30.05.2001 Αναγγελίας της εναγούσης προς την ΕΑΕΔΟ, την οποία επέδωσε στην τελευταία την 31.05.2001, με την οποία της ανήγγειλε την Εκχώρηση Απαιτήσεων της εταιρίας "ADJUST ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ Α.Ε." κατ' αυτής, ix.

της από 30.05.2001 Επιστολής της εκχωρήτριας εταιρίας "ADJUST ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ Α.Ε." προς την ΕΑΕΔΟ, x. της από 29.05.2001 αναγγελίας Επανεκχώρησης Απαιτήσεων που κοινοποιήθηκε στην ΕΑΕΔΟ την 29.05.2001 από την "ABC FACTORS" και αφορά την εταιρεία "ADJUST ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ Α.Ε.", xi.

της από 03.07.2001 Αναγγελίας της εναγούσης προς την ΕΑΕΔΟ, την οποία επέδωσε στην τελευταία την 10.07.2001, με την οποία της ανήγγειλε την Εκχώρηση Απαιτήσεων της εταιρίας "PERFORM ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΕΠΕ" κατ' αυτής, xii. της από 25.06.2001 Επιστολής της εκχωρήτριας εταιρίας "PERFORM ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΕΠΕ" προς την ΕΑΕΔΟ, xiii.

της από 21.06.2001 αναγγελίας Επανεκχώρησης Απαιτήσεων που κοινοποιήθηκε στην ΕΑΕΔΟ την 22.6.2001 από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", και αφορά την εταιρεία "PERFORM ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΕΠΕ", κατά το κείμενο των οποίων η αναγγελία της εκχωρήσεως περιοριζόταν στις γεγενημένες κατά της εναγομένης απαιτήσεις τους, κατ' αποκλεισμό των μελλοντικών, και (ββ) παράλληλα παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 448, ..., 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 200, 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς και την έννοια των οποίων η έκταση της ευθύνης του οφειλέτη προσδιορίζεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο της αναγγελίας.

Η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί αποδεικτικό της πόρισμα οφειλόμενο σε λάθος ανάγνωση του κειμένου των εγγράφων, στα οποία αναφέρεται η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, ώστε να δικαιολογείται η στοιχειοθέτησή της, αλλά σε διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου τους, για τη συναγωγή της οποίας επιτρεπτώς έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα λοιπά αναφερόμενα στις αιτιολογίες της έγγραφα, με ειδική μνεία των από 5-6-2003 και 4-7-2003 επιστολών της εναγομένης προς την ενάγουσα και (β) "Άλλωστε ούτε η εναγομένη, και κυρίως ούτε και οι παραπάνω εταιρείες, που τις ενδιέφεραν άμεσα, αμφισβήτησαν με οποιονδήποτε τρόπο, όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε έως την άσκηση της αγωγής, ότι εκδοχέας τόσο των απαιτήσεων που επανεκχωρήθηκαν, όσο και των μελλοντικών των παραπάνω εταιρειών έναντι της εναγομένης ήταν η ενάγουσα, γι' αυτό και η εναγομένη πίστωνε τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό καταθέσεων της ενάγουσας με τα αντίστοιχα ποσά των ως άνω πέντε εταιρειών, αποδεχόμενη τις εκχωρήσεις και το ύψος των απαιτήσεων, στοιχείο που επιβεβαιώνεται και από τις από 5-6-2003 και 4-7-2003 επιστολές της προς την ενάγουσα, ενώ ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις από 15-10-2007 προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Προφανές είναι ότι πρόκειται για πραγματικό επιχείρημα, επιβεβαιωτικό του καταληκτικού αυτής πορίσματος ότι αντικείμενο της εκχωρήσεως αποτέλεσαν και οι μελλοντικές απαιτήσεις των εταιρειών του ομίλου κατά της εναγομένης και επομένως δεν αποτελεί "αιτιολογία" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε να στοιχειοθετείται η διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση, η οποία, όπως και λοιπές από το άρθρο 559 αρ. 8, 1 ΚΠολΔ, αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

(ιι). Με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως με αναιρεσείουσα τη με στοιχ.(α) ενάγουσα και αναιρεσίβλητη τη με στοιχ.(α) εναγομένη, με προσβαλλόμενο κεφάλαιο της πληττόμενης αποφάσεως εκείνο που αναφέρεται στην φερόμενη διά της εν λόγω με στοιχ.(α) αγωγής διάγνωση αξίωσή της ποσού 20.493.000,00 ευρώ.

Ι. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι με συμβάσεις, τις οποίες κατάρτισε η αρχικώς ενάγουσα με τις κατονομαζόμενες εταιρείες συμφερόντων του Ομίλου Π. Α., ανέλαβε, ως πράκτορας, έναντι αμοιβής, τη χρηματοδότησή τους, καθώς τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη των βραχυπρόθεσμων επιχειρηματικών τους απαιτήσεων έναντι όλων των πελατών τους, που προήρχοντο από προγράμματα παροχής υπηρεσιών ή πωλήσεως εμπορευμάτων εκ μέρους των εταιρειών του Ομίλου προς τους τελικούς καταναλωτές πελάτες τους, (β) ότι για την εξόφληση των απαιτήσεων αυτών των εταιρειών του Ομίλου υπήρχε η δυνατότητα τμηματικής εξοφλήσεώς τους με άτοκες δόσεις με τη χρήση πιστωτικών καρτών εκδόσεως της δεύτερης των αρχικώς εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητης και διαχειρίσεως της αρχικώς συνεναγομένης της, (γ) ότι στα πλαίσια των συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και προς εξασφάλιση του προερχόμενου από την χρηματοδότηση των εταιρειών του Ομίλου προς την ενάγουσα χρέους τους έναντι της εναγομένης, γεγενημένες ή μελλοντικές οι οποίες είχαν ως αντικείμενο αμοιβή τους για προσφερόμενες από εκείνες υπηρεσίες προς τους καταναλωτές πελάτες τους ή τίμημα πωλουμένων προς αυτούς εμπορευμάτων, οι οποίες εξοφλούνται από την αναιρεσίβλητη και η τελευταία εισέπραττε από τους καταναλωτές σε τμηματικές δόσεις με τη χρήση πιστωτικών καρτών, εγχώρηση την οποία και ανήγγειλε στην εναγομένη και (δ) ότι η χρηματοδότηση των εταιρειών του Ομίλου από την εναγομένη γινόταν με βάση την ενημέρωση της εναγομένης για το ύψος της οφειλής της προς τις εν λόγω εταιρείες και από εκείνες προς την ενάγουσα, με βάση την οποία προέκυψε, πλην άλλων, και εκχωρηθείσα οφειλή της εναγομένης προς τις εταιρείες του Ομίλου και αντίστοιχη από την αιτία αυτή, ισόποση αξίωση της ενάγουσας, ποσού 20.493.000,00 ευρώ.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά και ειδικότερα ότι το εν λόγω ποσό των 20.493.000,00 ευρώ αντιστοιχεί σε απαιτήσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο της συνομολογηθείσης μεταξύ της ενάγουσας και των εταιρειών του Ομίλου συμβάσεως εγχωρήσεως της ισόποσης προς αυτές οφειλής της εναγομένης και του προσδιορισμού αυτών με βάση την εναγομένη από την τελευταία ενημέρωση για τις φερόμενες ως πραγματοποιηθείσες συναλλαγές, προσδιοριστικό στοιχείο της χρηματοδοτήσεώς τους από την ενάγουσα, στα πλαίσια της συμβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεων κανόνων ουσιαστικού δικαίου παραδοχή κατά τούτο της απευθυνομένης κατά της ήδη αναιρεσίβλητης αγωγής της αναιρεσείουσας χωρίς να μπορεί να αντιταχθεί κατά της τελευταίας από εκείνη η ελαττωματικότητας της παροχής, με τη μορφή της μη πραγματοποιήσεώς της συναλλαγής, ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής η οποία οφειλόταν, κατά τις αιτιολογίες πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο ότι, κατά τη συνδέουσα την εναγομένη και τις εταιρείες του Ομίλου σύμβαση προωθήσεως εκδόσεως πιστωτικής κάρτας από την επιχείρηση (Instant Credit) παρείχετο η δυνατότητα στις εταιρείες να χρεώνονται οι πελάτες τους με απλή πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας τους από τους υπαλλήλους της, τον οποίο γνωστοποιούσε τηλεφωνικά η εναγομένη, με ανύπαρκτες συναλλαγές τις οποίες οι πελάτες τους δικαιολογημένα ακύρωναν στη συνέχεια, και εντεύθεν της ανυπαρξίας της οφειλής της, μετά την αναγγελία προς αυτήν της εγχωρήσεως ή να απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν πρόκειται περί αποκαταστάσεως ζημίας, αλλά περί εγχωρήσεως απαιτήσεων, με μόνη δικαιούχο από της αναγγελίας της την ενάγουσα και υπόχρεη προς πληρωμή τους την εναγομένη, οφειλέτιδα των εγχωρηθεισών απαιτήσεων, χωρίς η υποχρέωσή της αυτή να εξαρτάται από τους όρους της συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, ο συμβατικός δε δεσμός της οποίας περιορίζεται στις δι' αυτής συμβληθείσες ενάγουσα και εταιρείες.

Συνεπώς, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατά την εν λόγω αξίωση την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας με τις αιτιολογίες (1) ότι δεν υπήρχε υποχρέωση της εναγομένης, συμβατική ή κατά τα άρθρα 456 ΑΚ και 3§2 του ν. 1905/1990, για ενημέρωση και παροχή λογοδοσίας προς την ενάγουσα και (2) ότι η ζημία της ενάγουσας δεν συνδέεται, αιτιωδώς με το νόμιμο λόγο ευθύνης της εναγομένης, απορρέονται από τη σύμβαση εγχωρήσεως ή από τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά συμπληρούνται κατά το αμέσως παραπάνω ιστορούμενο περιεχόμενό της, κατά την παρεχόμενη από την διάταξη του άρθρου 562§4 ΚΠολΔ σχετική δικονομική δυνατότητα.

Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του προσβαλλόμενου δι' αυτής κεφαλαίου (με στοιχ. (ii) απαίτηση ποσού 20.493.000,00 ευρώ) της πληττόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ετέρου, τρίτου λόγου. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το με με στοιχ. (ii) χαρακτηριζόμενο κεφάλαιο αυτής (απαίτηση ποσού 20.493.000,00 ευρώ) και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "- ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν.4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι'αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις με στοιχ. Α 1306/27-12-2010 και Β 1295/23-12-2010 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 5368/29-10-2010, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, I. Aπορρίπτει τη με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700,00) ευρώ.

ΙΙ. Αναιρεί την 5368/29-10-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. (ii) κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, και

Καταδικάζει τη με στοιχ. Β αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της δι' αυτής αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ