Supreme Court dismisses appeal against lawyer fee contract termination due to successful settlement without client's knowledge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for lawyer fees. The appellant argued that the lawyer failed to disclose a settlement reached between the opposing parties, which resulted in the client receiving nine parcels instead of the disputed land. The court held that the lawyer's contract was terminated by the client's own actions, as the client had previously agreed to terminate the mandate upon the successful settlement of the dispute. Consequently, the court found the lawyer's claim inadmissible because the client had not fulfilled the conditions for payment under the contract. The appeal was rejected as unfounded, upholding the lower court's decision to dismiss the claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 39, 46, 49, 91(1), 92(1), 92(3), 92(5), and 95(2)(c) of the Code of Lawyers; A lawyer's fee agreement contingent on a successful outcome is valid only if the lawyer undertakes to conduct the case to finality, and the fee is due even if the case is settled, provided the lawyer fulfilled their obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 59 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 59/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του. Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6064/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-12-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-8-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την 638Β/΄15-6-2005 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 39, 46, 49, 91 παρ. 1 και 92 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) συνάγεται, ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη αυτού σύμβαση προς διεξαγωγή υποθέσεως με αμοιβή, φέρει τον χαρακτήρα εντολής. Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, καθώς και συμφωνία με εκχώρηση της αμοιβής ή μεταβίβαση μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει αμοιβή ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτό ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατός του.
Τέλος, κατά το άρθρο 95 παρ. 2 εδ. γ΄ του ίδιου ν.δ., η συμφωνημένη αμοιβή οφείλεται και αν η υπόθεση λυθεί συμβιβαστικώς επί του ποσού του συμβιβασμού. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, μπορεί να συμφωνηθεί και σε ποσοστό επί του αντικειμένου της διεξαχθησομένης δίκης και ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό επιτυχώς η διαφορά ή περαιωθεί η εργασία.
Πέρας της υποθέσεως νοείται το στάδιο εκείνο, κατά το οποίο ο εντολέας δικαιώθηκε από τις ενέργειες του εντολοδόχου, δηλαδή ικανοποιήθηκε από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 57/1995). Ειδικά προκειμένου για επίλυση της διαφοράς με συμβιβασμό, η συμφωνημένη αμοιβή οφείλεται ακόμη και στην περίπτωση που ο συμβιβασμός έγινε εν αγνοία του εντολοδόχου, εφόσον όμως είναι απότοκος ενεργειών αυτού, οι οποίες οδήγησαν στην επίτευξή του, τουλάχιστον με την έννοια της προετοιμασίας ή της υποδείξεως του συμβιβασμού στον εντολέα του στα πλαίσια της εντολής (σχετ.
ΑΠ 1276/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων εκθέτει με την αγωγή του τα ακόλουθα: Με το από 1-6-1995 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ανέθεσε σ' αυτόν την εντολή να διεξαγάγει, ως δικηγόρος του, δίκη διεκδικήσεως οικοπέδων από την Χ1, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως.
Με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, τα έξοδα της σχετικής διαδικασίας θα βάρυναν τον ενάγοντα, ο οποίος, μόνο σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της υποθέσεως και πέρατος αυτής είτε δικαστικώς είτε εξωδίκως, θα λάμβανε αμοιβή, είτε αυτουσίως είτε σε χρήμα, ανερχόμενη στο 25% εξ αδιαιρέτου επί του αντικειμένου της υποθέσεως που θα περιερχόταν τελικώς στον εναγόμενο.
Σε εκτέλεση της εντολής αυτής, ο ενάγων άσκησε για λογαριασμό του εναγομένου την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 31-10-1995 αγωγή κατά της Χ1, η συζήτηση της οποίας -με την παρουσία του ενάγοντος, μετά από εντολή του εναγομένου- αναβλήθηκε στις 3-5-1996 για τη δικάσιμο της 6-12-1996, οπότε και ματαιώθηκε, ενόψει συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς.
Έκτοτε ο εναγόμενος ηρνείτο κάθε συνάντηση με τον ενάγοντα, καθώς και την παροχή σ' αυτόν πληροφοριών σχετικών με την προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Τελικώς ο ενάγων πληροφορήθηκε από τρίτα -κοινώς γνωστά- πρόσωπα ότι, μεταξύ των διαδίκων της δίκης που αφορούσε η εντολή, επιτεύχθηκε συμβιβασμός, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος, έναντι της αξιώσεώς του, έλαβε από την αντίδικό του εννέα οικόπεδα, με το 159720/7-2-1997 προσύμφωνο της Συμβολαιογράφου Βύρωνος ... .
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να προβεί σε δήλωση μεταβιβάσεως προς αυτόν του 20% καθενός από τα παραπάνω οικόπεδα και επικουρικά -σε περίπτωση αδυναμίας της σχετικής μεταβιβάσεως- ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 27.270.100 δραχμών, που αντιστοιχεί στο 20% της αξίας τους, ανερχόμενης στο συνολικό ποσό των 136.350.500 δραχμών.
Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού διαλαμβάνεται σ' αυτή ότι ο συμβιβασμός έγινε εν αγνοία του ενάγοντος, χωρίς όμως να εκτίθεται ότι αυτός προέβη σε ενέργειες που οδήγησαν στην επίτευξή του, τουλάχιστον με την έννοια της προετοιμασίας ή της υποδείξεως αυτού στον εντολέα του στα πλαίσια της εντολής.
Παράλληλα δεν περιέχονται στην αγωγή βάσεις αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής ή πλασματικής πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως (της επιτυχούς δηλαδή επιλύσεως της διαφοράς με συμβιβασμό), υπό την οποία τελούσε η ένδικη απαίτηση, με την εναντίον της καλής πίστεως παρεμπόδιση της πληρώσεως αυτής εκ μέρους του εναγομένου (άρθρα 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 207 παρ. 1 του ΑΚ αντιστοίχως).
Επομένως το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, εκτιμώμενος μόνον ως από τον αριθμό 1 (και όχι και 8 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2003 αίτηση του .... για αναίρεση της 6064/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ