Legislator Case Law & Legislation
599/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to specify evidentiary weight assigned by lower court.

Case Number 599/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' land registration claim. The appellant raised three grounds, but the court found the third argument inadmissible because it failed to specify which evidentiary weight was assigned to a specific certificate by the lower court. Consequently, the appeal was rejected as lacking sufficient detail to challenge the court's free evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(12), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging violation of legal rules on evidentiary force is inadmissible if it fails to specify the particular evidentiary weight assigned by the court of first instance to a specific piece of evidence and the resulting error in the appealed decision.

Keywords

AI generated
cassation appeal evidentiary weight free evaluation of evidence inadmissible appeal vague grounds Code of Civil Procedure land registration dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 599 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 599/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Μ. του Δ. και της Α., κατοίκου…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Σαμαρά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Γ. του Ζ. και της Ε., κατοικού …, 2) Δ. Τ. του Χ. και της Σ., κατοίκου …, 3) Α. Γ. του Δ. και της Ι., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Γούλα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 208/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Με την κρινομένη από 21.07.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 208/20.04.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης, το οποίο απέρριψε την από 24.04.2019 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 85/26.03.2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 24.01.2019 αγωγή. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 5... εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο ...7§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο ...7§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείβλητοι (ενάγοντες) ήγειραν κατά της αναιρεσείουσας (εναγομένης) και άλλων πέντε φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη (Ε.

Κ. του Ι. και της Δ., Δ. Κ. του Κ. και της Π., Ε. Τ. του Θ. και της Α., Ν. Τ. του Θ. και της Α., Ά. Τ. του Θ. και της Α.), (εναγομένων) την από 24.01.2018, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης και με την οποία ζήτησαν (κυρίως) τη διόρθωση εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής και την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους επί συγκεκριμένων οικοπέδων.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εναγομένων, και, με την υπ' αριθμ. 85/26.03.2019 απόφαση αυτού (πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), απορρίφθηκε ως προς τις τετάρτη και έκτη των εναγομένων και έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς. Η αναιρεσείουσα (εκκαλούσα-πρώτη εναγομένη) άσκησε κατά της άνω οριστικής αποφάσεως την από 24.04.2019 έφεσή της, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Λαρίσης και έστρεψε κατά των αναιρεσιβλήτων (εφεσιβλήτων).

Συζητήσεως γενομένης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 208/20.04.2021 τελεσίδικη απόφαση αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου), με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκλούμενη απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται με την κρινομένη, από 21.07.2021, αίτησή της η αναιρεσείουσα την οποία (αίτηση) απηύθυνε στο Δικαστήριο τούτο και με την οποία ζητεί την αναίρεση αυτής (τελεσίδικης αποφάσεως) για τους αναφερομένους στο αναιρετήριο λόγους. Οι παραδοχές, στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα, ως άνω, κρίση του, είναι οι ακόλουθες: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ...

πωλητηρίου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Λάρισας Σ. Ε., το οποίο νομίμως μεταγράφηκε στον τόμο ... και αριθμό ... των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου, περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης, από τον πωλητή Ι. Δ.. Κ., κάτοικο εν ζωή ..., ένα οικόπεδο εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 315,80 τμ, το οποίο βρίσκεται επί της οδού ...

στη … στη θέση "..." και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία του δεύτερου και τρίτης των εναγόντων και ήδη δεύτερου και τρίτης των εφεσιβλήτων, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων του Ι. Δ.. Κ., βόρεια με την οδό ... και Νότια με ιδιοκτησία Ε. Ν.. Κατά νεότερη εμβαδομέτρηση το οικόπεδο αυτό έχει επιφάνεια 307,79 τμ και απεικονίζεται με το υπό στοιχεία ...

τμήμα περικλειόμενο από τα στοιχεία 1,2,3,4,5,6,7,1 στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουάριος …τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Τ.. Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Λάρισας, το οποίο νομίμως μεταγράφηκε στον τόμο ... και αριθμό ... των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή από τον ίδιο ως άνω πωλητή και κατά ποσοστό 50% στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων και ήδη δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων έτερο διαιρετό τμήμα οικοπέδου συνολικής επιφάνειας κατά τον τίτλο κτήσης 619,50τ.μ., το οποίο βρίσκεται ομοίως επί της οδού ...

στη …, στη θέση "..." και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, δυτικά με ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας, βόρεια με την οδό ... και νότια με ιδιοκτησία Ε. Ν.. Κατά νεότερη εμβαδομέτρηση το οικόπεδό τους έχει επιφάνεια 620,09 τμ και απεικονίζεται με το υπό στοιχεία … τμήμα περικλειόμενο από τα στοιχεία …στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Θ.

Τ.. Κατόπιν δυνάμει των υπ' αριθμ. … και … δωρητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Ξ. Τ. νομίμως μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου, δωρίσανε ο μεν δεύτερος ενάγων προς τον Α. Τ. του Χ., η δε τρίτη ενάγουσα προς την Ε. Γ. το αναλογούν μερίδιό τους (50%) από το εν λόγω ακίνητο.

Ακολούθως, δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και ... δωρητηρίων συμβολαίων της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Τυρνάβου Ξ. Τ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου το μεν πρώτο στον τόμο ... και αριθμό ..., το δε δεύτερο στον τόμο ... και αριθμό ..., οι ως άνω δωρεοδόχοι επαναμεταβίβασαν προς τους ως άνω δωρητές τα ληφθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα να καταστούν και πάλι αυτοί συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του ακινήτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους.

Σύμφωνα δε με τους ως άνω τίτλους κτήσης οι ενάγοντες απέκτησαν τα αναφερόμενα ακίνητα ως διαιρετά, χωρισμένα, ανεξάρτητα και αυτοτελή τμήματα, προερχόμενα από μεγαλύτερη οικοπεδική έκταση πρώην αγρού του πωλητή αρχικής έκτασης 13.500 τ.μ.. Μάλιστα, για την σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της πρώτης ενάγουσας, καταρτίστηκε και προσαρτήθηκε σ' αυτό το από … Τοπογραφικό Διάγραμμα Οικοπέδου του Διπλωματούχου Αρχιτέκτονα Μ.

Δ. Λ. και η συνημμένη σ' αυτό από … Βεβαίωση του Προϊσταμένου του Πολεοδομικού Γραφείου Τυρνάβου, σύμφωνα με τα οποία το πρώτο ως άνω οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά παρέκκλιση και σύμφωνα με την εγκύκλιο 7/04-03-1992 ως προϋπάρχοντα της 13-03-1981, ενώ το ίδιο ακριβώς βεβαιώνει στο προσαρτώμενο Τοπογραφικό Διάγραμμα και ο υπογράφων Θ.

Τ., πολιτικός μηχανικός και για τα δύο επίδικα ακίνητα.

Συνεπώς, τα ανωτέρω συμβόλαια συντάχθηκαν, σύμφωνα με το νόμιμο τύπο, ενώπιον συμβολαιογράφου, μεταγράφηκαν ομοίως σύμφωνα με το νόμιμο τύπο και δεν προκύπτει ακυρότητά τους, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας, μόνο εκ του λόγου ότι έρχονται σε τυχόν αντίθεση με προγενέστερα συμβόλαια του ιδίου συμβολαιογράφου.

Συνακόλουθα, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τα ως άνω ακίνητά τους, από το δικαιοπάροχό τους, ως διαιρετά τμήματα ευρύτερης έκτασης ακινήτου και όχι εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί ευρύτερου οικοπέδου, ώστε να αποκλείεται αντίθετη γνώση των εναγόντων, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, θα έπρεπε τα επίδικα ακίνητα να καταχωρισθούν στα κτηματολογικά φύλλα του Εθνικού Κτηματολογίου (Κτηματολογικό Γραφείο Τυρνάβου), στο οποίο έχει υπαχθεί η περιοχή, όπου αυτά βρίσκονται, ως αυτοτελή γεωτεμάχια με ξεχωριστό ΚΑΕΚ, ενώ αντί αυτού καταχωρίσθηκαν ως κάθετες συνιδιοκτησίες με ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί γεωτεμαχίου εμβαδού 2.237 τ.

μ. με ΚΑΕΚ …, συνιδιοκτησίας των εναγόντων, των τριών πρώτων εναγομένων και της Ελευθερίας Τ. του Θ. και της Α., που ήδη απεβίωσε και καθολικοί διάδοχοί της τυγχάνουν η τέταρτη, πέμπτος και έκτη των εναγομένων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της.".

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδομένη σ' αυτή νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε (κατ' ορθή εκτίμηση της αιτιάσεως αυτή αναφέρεται μόνο στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και όχι στον αριθμό 1α του αυτού άρθρου) στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει δε στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ο οποίος, εκ πλαγίου, παραβιάσθηκε.

Τέτοιος κανόνας δεν είναι βεβαίως το π.δ. της 02.03.1981 - Φ.Ε.Κ. Δ' 138 της 13.03.1981 "Περί των ληπτέων υπ' όψιν στοιχείων καθορισμού των όρων των προ της 16.08.1923 υφισταμένων οικισμών των στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, ως και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών" (άρθρο 4) και, τούτο, διότι ο κανόνας αυτός δεν επιστηρίζει την έννομη συνέπεια, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται, δηλαδή την ακυρότητα των μεταβιβάσεων στους αναιρεσιβλήτους εκ μέρους του κοινού δικαιοπαρόχου τους των οικοπέδων που κατέχουν.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) του από 24.04.2019 εφετηρίου, ο κρίσιμος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεν είχε αναφερθεί ούτε στο εφετήριο και μάλιστα στον πρώτο λόγο αυτού (άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ.), στον οποίο γίνεται μεν, δια μακρών, λόγος για ακυρότητα των μεταβιβάσεων, χωρίς να γίνεται όμως λόγος για τον νόμιμο λόγο της ακυρότητας.

Κατά το άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 168/2015, Α.Π. 142/2013).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπομένους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (Α.Π. 884/2017, Α.Π. 142/2013). Σε κάθε όμως περίπτωση, αν το νόμω βάσιμο ή αβάσιμο θεμελιώνεται σε ισχυρισμό εκτός των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, ο ισχυρισμός να είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο (βλ.

Κονδύλη σε Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. - Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, άρθρα 495 - 590, β' έκδοση, σελ. 426). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι παραβίασε ευθέως τους αναφερομένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 4 του π.δ.

της 02.03.1981 - Φ.Ε.Κ. Δ' 138 της 13.03.1981 "Περί των ληπτέων υπ' όψιν στοιχείων καθορισμού των όρων των προ της 16.08.1923 υφισταμένων οικισμών των στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, ως και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών", 6 του ν. 651/1977 "Περί καταργήσεως του Ν. Δ/τος 349/1974, τροποποιήσεως των περί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών διατάξεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", 369, 1192 αριθμ. 1, 1198 του Α.Κ., 13, 14, του ν. 3741/1929 "Περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", 1§1 του ν.δ. 1024/1971 "Περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου").

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτώς στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδιαιτέρως δε διότι ευρίσκεται πέραν των παραδοχών της προσβαλλομένης.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ.

αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από αυτά. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιό είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος (Α.Π. 1597/2008). Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συναξιολόγησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την από … βεβαίωση του Προϊσταμένου του Πολεοδομικού Γραφείου Τυρνάβου, η οποία ήταν μη νόμιμη κατά περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν καθορίζεται σ' αυτόν, ποιά αποδεικτική δύναμη αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στην ανωτέρω βεβαίωση.

Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς κρίση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο ...§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ..) και να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού κοινού αιτήματος των, καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, αυτή (αναιρεσείουσα), λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτών (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.07.2021 αίτηση της Γ. Μ. του Δ. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 208/20.04.2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ