Legislator Case Law & Legislation
599/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific factual allegations regarding the court's decision basis.

Case Number 599/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment on a personal injury claim. The appellant argued the lower court erred by rejecting specific compensation claims without addressing the factual basis of the accident's cause. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to explicitly state the material facts the lower court accepted as the foundation for its decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if it fails to specify the material facts accepted by the court of first instance as the basis for its judgment, as the success of the appeal depends on the correctness of the operative part derived from these facts.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility material facts requirement operative part of judgment lack of factual basis inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Article 298 and 929 of the Civil Code
Law 551/1915

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 599 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 599/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Γκιουλέκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας Ανώνυμη Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη …, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Β.- Π. Π. ΕΠΕ", και 2) Β. Τ. του Μ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθυμίου Αναγνώστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 26807/30-6-2009. Εκδόθηκαν οι 5390/2011, 769/2014 μη οριστικές αποφάσεις και η 9436/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 2398/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 321/28-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τα άρθρα 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και 19), όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, δεν αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Τούτο διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Εξάλλου, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή με άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

2.Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αίτησης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, κατά μεν τον πρώτο λόγο, δεχόμενο την ένσταση περί συνυπαιτιότητάς του, κατά ποσοστό 30%, στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος και επιδικάζοντας σε αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 30.000 ευρώ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 16 παρ.1 και 4 του ν. 551/1915, από τις οποίες συνάγεται (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος) ότι, σε περίπτωση που το εργατικό ατύχημα προήλθε από την εκ μέρους του εργοδότη μη τήρηση των όρων ασφάλειας, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ ούτε για την επέλευση ούτε για την έκταση της ζημίας, ισχυρισμό τον οποίο επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς αντίκρουση της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός, με αποτέλεσμα, κατά παραδοχή της ανωτέρω ένστασης, να περιορισθεί η αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, προσέτι δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την παραδοχή της ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος, κατά δε τον τέταρτο λόγο, διότι, με το να προσδιορίσει την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στο ποσό των 30.000 ευρώ αντί του αιτηθέντος, παραβίασε τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 2 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος) ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος του δικαιούχου και το βάρος των υπόχρεων, το οποίο είναι προδήλως κατώτερο από το μέσο όρο που αναλογεί σε αντίστοιχες περιπτώσεις.

Οι αιτιάσεις αυτές, και ανεξαρτήτως του ότι η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος από εργατικό ατύχημα παραδεκτά προτείνεται και κατ' αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και όταν το ατύχημα οφείλεται σε παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφάλειας στην εργασία, καθόσον το άρθρο 16 παρ.4 του ν. 551/1915 αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 327/2017, ΑΠ 343/2005), δεν ιδρύουν ορισμένους και, συνεπώς, παραδεκτούς λόγους αναίρεσης.

Τούτο διότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης εκτίθενται μόνο τα κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει ο ίδιος στις διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και το συμπέρασμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του σχετικά με την υπαιτιότητα των εναγομένων, τη συνυπαιτιότητα του παθόντος, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και οι περιστάσεις βάσει των οποίων οδηγήθηκε το δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης του ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδίκασε στον παθόντα, όπως, επίσης, ουδεμία παραδοχή διαλαμβάνεται σε σχέση με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του αναιρεσείοντος, ώστε να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των φερομένων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. 3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την παραδοχή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (ήδη αναιρεσείοντος) στην επέλευση του ατυχήματος, δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ.

Λ., που εξετάσθηκε την 20-4-2010 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς και περιέχεται στα πρακτικά της 413/2010 απόφασης του δικαστηρίου αυτού, που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν ευθύνεται για την επέλευση του ατυχήματος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ενάγων ευθύνεται κατά ποσοστό 30% για την επέλευση του ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, για μερικά των οποίων θα γίνει ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα δημόσια έγγραφα των ποινικών δικών, που διεξήχθησαν για την υπόθεση αυτή".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, που περιέχεται στα πρακτικά της ανωτέρω ποινικής απόφασης, την οποία ως έγγραφο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος) την αποδεικτική του δύναμη.

Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

4.Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω ν. 551/1915, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι προσδιοριζόμενοι στο άρθρου 6 του ίδιου νόμου συγγενείς του, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 910/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", συνάγεται ότι, εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ (η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του ν.1305/1982), ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη, κατά τις διατάξεις του ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.

Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, τότε αυτός υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο. Δόλος είναι η γνώση και η θέληση πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος.

Κατά την έννοια του όρου, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει οσάκις ο δράστης αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη, απλώς ελπίζοντας ότι τελικά δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η "ενσυνείδητη αμέλεια", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του παθόντος, αλλά και όταν αυτό προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη των προστηθέντων από τον εργοδότη, οι οποίοι επίσης καλύπτονται από την απαλλαγή, ενώ καλύπτεται και η περίπτωση της ειδικής αμέλειας, που αφορά, κατά τα προεκτεθέντα, την παράβαση ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.

Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 1389/1918, ΑΠ 80/2016, ΑΠ 19/2014).

5.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 15-6-2009 (με αριθμό κατάθεσης 26807/30-6-2009) αγωγή, ο ενάγων εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι προσλήφθηκε περί τα τέλη Ιουλίου 2004 από την πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Τ. Β.- Π. Π. ΕΠΕ" (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η πρώτη αναιρεσίβλητη), της οποίας διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η δεύτερη εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στην τοποθέτηση και συντήρηση συστημάτων ασφάλειας, τα οποία η εργοδότρια εταιρία εμπορευόταν και εγκαθιστούσε σε πελάτες της.

Ότι την 10-3-2006, μετέβη με δύο συναδέλφους του στις εγκαταστάσεις της τρίτης εναγομένης (... ΑΕ) στη ..., νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήταν οι τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων, τη φύλαξη των οποίων, βάσει σχετικής συμφωνίας, είχε αναλάβει η εργοδότρια εταιρία, προκειμένου να επισκευάσουν κάμερα ασφάλειας, που ήταν τοποθετημένη στην εξωτερική οροφή αποθήκης.

Ότι μόλις ανέβηκε στη στέγη, υποχώρησε από το βάρος του το υλικό της σκεπής (πλεξιγκλάς), με αποτέλεσμα να πέσει στο δάπεδο της αποθήκης και να υποστεί τις αναφερόμενες σωματικές κακώσεις. Ότι για το ανωτέρω εργατικό ατύχημα και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του, ευθύνονται οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την προσοχή που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν και ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος που αφορά τις δύο πρώτες εναγόμενες (οι λοιποί τρεις εναγόμενοι δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη), η δεύτερη εναγομένη, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας, ενώ ήταν υποχρεωμένη να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων, παρέλειψε να του παράσχει ατομικά μέσα προστασίας (ζώνη πρόσδεσης, κράνος) κατά την ανατεθείσα εργασία, που θα λάμβανε χώρα σε στέγη που έχει κατασκευασθεί από υλικά ανεπαρκούς αντοχής, τα οποία θα απέτρεπαν την πτώση του και ότι συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας, για την οποία ευθύνεται παράλληλα και η τελευταία, υπέστη τις αναφερόμενες θετικές και αποθετικές ζημίες.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος, ο ενάγων ζήτησε (εκτός από το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των δύο πρώτων εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 17.376,41 ευρώ για διαφυγόντα εισοδήματα (το οποίο απέμεινε μετά την αφαίρεση των παροχών ποσού 7.648,33 ευρώ που έλαβε από το ΙΚΑ), διότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος να εργασθεί για το χρονικό διάστημα από 10-3-2006 έως 15-6-2009, καθώς και το ποσό των 2.880 ευρώ για βελτιωμένη διατροφή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Σε σχέση με τα ως άνω κονδύλια αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα και βελτιωμένη διατροφή, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2398/2017 απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή με την εξής αιτιολογία: "η κρινόμενη αγωγή κατά το μέρος που διώκει να επιδικασθούν στον ενάγοντα το ποσό των 17.376,41 ευρώ για απώλεια εισοδήματος και το ποσό των 2.880 ευρώ για βελτιωμένη διατροφή, είναι μη νόμιμη και τα σχετικά κονδύλια απορριπτέα, καθόσον ο ενάγων δεν επικαλείται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε δόλο των εναγομένων, ούτε επικαλείται άλλα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση και θέληση αυτών προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εργατικού ατυχήματος, ώστε να δικαιούται [...] την αιτούμενη αποζημίωση, παρά ισχυρίζεται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια των εναγομένων, λόγω μη τήρησης της υποχρέωσης πρόνοιας του άρθρου 662 ΑΚ και των μέτρων ασφαλείας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την υπ' αριθμό 5390/2011 εν μέρει οριστική απόφασή του έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το άνω κεφάλαιό της, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος είναι αβάσιμος". Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς το κεφάλαιο αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα και βελτιωμένη διατροφή.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλείται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε δόλο της νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας (η οποία, ως νομικό πρόσωπο, ευθύνεται για τις πράξεις της νομίμου εκπροσώπου της), ούτε επικαλείται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση και η θέληση αυτών προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, οι εναγόμενες απαλλάσσονται τόσο της κατά το κοινό δίκαιο ευθύνης προς αποζημίωση (ΑΚ 298, 929), όσο και της προβλεπόμενης από το ν. 551/1915 ειδικής αποζημίωσης, η απαλλαγή δε αυτή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας, κατά την οποία το ατύχημα έγινε γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμα τα ανωτέρω κονδύλια αποζημίωσης, με το σκεπτικό ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι το ατύχημα οφείλεται σε δόλο των εναγομένων, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης προϋποθέτει τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, το δε Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα του ως άνω κεφαλαίου, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι η ένδικη αγωγή είχε ως βάση την επιδίκαση αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του", και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς καμία αιτιολογία και χωρίς αναφορά στα πραγματικά στοιχεία απέρριψε σιωπηρά την έφεση ως προς το σκέλος αυτό, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, δεν περιείχε αίτημα αποζημίωσης βάσει της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ.

6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 321/28-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 2398/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2020.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ