Legislator Case Law & Legislation
599/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding permanent disability and future impact on a minor's life.

Case Number 599/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Athens. The appellant argued that the lower court failed to adequately explain the permanent nature of the disability and its lifelong impact on the minor's future. The court rejected these claims, stating that the lower court's reasoning was sufficient based on common experience and that the deformity would not be cured by surgery.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553(1)(b) C.P.C.; Art. 559(1) C.P.C.; Art. 559(19) C.P.C.: An appeal is inadmissible or unfounded if the lower court's reasoning regarding the permanent nature of a disability and its lifelong impact on a minor's future is based on common experience and lacks logical gaps.

Keywords

AI generated
permanent disability assessment minor's future impact surgical cure impossibility appeal admissibility unfounded appeal grounds common experience standard legal reasoning sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Art. 553(1)(b) C.P.C.
Art. 559(1) C.P.C.
Art. 559(19) C.P.C.
Art. 495(3)(b)(iv) C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 599 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 599/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.

Της αναιρεσίβλητης: Φ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Μ. Τ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σπυρόπουλο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν’ αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα του αντιδίκου.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 715/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1315/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-8-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 4-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-8-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1315/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ και ειδικότερα του 1ου λόγου κατά το Α’ σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως ουσία αβάσιμου, του 1ου λόγου κατά το Β’ σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και του 2ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως ουσία αβάσιμου και απαράδεκτου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αρ. 1315/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού - άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην του 1ου εφεσιβλήτου, Ν.

Κ. του Κ. και ερήμην της 2ης εφεσίβλητης, Χ. Κ. του Β., της από 20-6-2012 (αρ. κατ. .../2012) έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, Φ. Τ. κατά των ανωτέρω εφεσιβλήτων και κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, τότε 3ου εφεσιβλήτου, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 18-6-2012 (αρ.

κατ. .../2012) αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΕΚ. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 27-2-2014, χωρίς να προκύπτει ότι αυτή έχει κοινοποιηθεί στους απολειπόμενους ως άνω εφεσιβλήτους, ούτε άλλωστε το αναιρεσείον ΕΚ επικαλείται κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης προς αυτούς. Επομένως, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν άρχισε να τρέχει για τους ανωτέρω εφεσιβλήτους η 15ήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτούς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων.

Συνεπώς, ως προς αυτούς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, σε αντίθεση με το 3ο εφεσίβλητο ΝΠΙΔ και ήδη αναιρεσείον ΕΚ, που είναι απλός ομόδικος, ως προς το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. Επομένως, το αναιρεσείον ΕΚ παραδεκτά ασκεί την ένδικη αίτηση αναίρεσης, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αδικοπρακτικής ευθύνης περισσοτέρων, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη (ΑΠ 658/2012).

Κατόπιν τούτου η κρινόμενη από 29-8-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 1315/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α’ του Ν.

ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" συνάγεται ότι για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α’ του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ’ αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός). Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν.

ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω Νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία, που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.

Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων, και στην περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος από ανώτερη βία (ΑΠ 204/2016, ΑΠ 1219/2015, ΑΠ 1446/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΑΚ "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται κατ’ αρχήν η ευθύνη του οφειλέτη για κάθε πταίσμα, αλλά και μόνο γι’ αυτό. Το πταίσμα, δηλαδή, ανήκει στις υποκειμενικές προϋποθέσεις της ευθύνης. Γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 330, κατά κανόνα ο δόλος και η αμέλεια και γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη το τυχηρό, υπό ευρεία έννοια, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται το τυχηρό, υπό στενή έννοια και η ανώτερη βία.

Είναι ενδεχόμενο το τυχηρό περιστατικό για το δράστη να οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου. Ακριβώς γι’ αυτό, το πταίσμα ή τα τυχηρά εννοούνται σε σχέση με κάποιο πρόσωπο, στο οποίο και αποδίδονται. Ειδικότερα, η κατηγορία των τυχηρών, για την οποία χρησιμοποιείται ο όρος ανώτερη βία (vis major), περιλαμβάνει βασικά τις ακραίες περιπτώσεις εκείνων των περιστατικών, που είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις αδύνατο να αποτραπούν ή τουλάχιστον δυσκολότερα από ό,τι τα λοιπά τυχηρά, δηλαδή τα υπό στενή έννοια, που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αμέλεια.

Η υποκειμενική θεωρία περί ανωτέρας βίας, που είναι και η κρατούσα στην Ελλάδα, τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία, διευρύνει κατ’ αποτέλεσμα τον κύκλο των περιστατικών ανώτερης βίας, περιλαμβάνοντας σ’ αυτά και γεγονότα "εσωτερικά". Δηλαδή, δεν απαιτεί γι’ αυτά το στοιχείο της "έξωθεν" προελεύσεώς τους, αλλά θεωρεί κρίσιμο μόνο το ότι τα περιστατικά αυτά είναι απρόβλεπτα και αναπότρεπτα, ακόμη και "με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως του δράστη", όχι δηλαδή με μέτρα της συνηθισμένης επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, που αποτελεί το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ της αμέλειας και των τυχηρών γενικά (ΑΠ 513/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976 ορίζεται ότι "Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου...". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 περ. β’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν... αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών... όταν..., β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση...". Τέλος, κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976 ορίζεται ότι "από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση Νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα...".

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού το αναιρεσείον ΕΚ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως α) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 εδ. α’ και 5 εδ. α’ του Ν. ΓΠΝ/ 1911 με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν και β) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 6 του Ν. 489/1976, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, αν και δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απαλλαγής της ευθύνης του αναιρεσείοντος ΕΚ έναντι της ζημιούμενης, ηλικίας 11 μηνών, η οποία τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα από το ΙΧΕ αυτοκίνητο, του οποίου την αστική ευθύνη καλύπτει ως ειδικός διάδοχος το ΕΚ και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι δεν συνέτρεχαν συνθήκες ανώτερης βίας για αυτόν, απορρίπτοντας την ένσταση απαλλαγής του ΕΚ, που αυτό είχε προβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε και στο Εφετείο με νόμιμο λόγο έφεσης.

Επίσης, με το συναφές Β’ σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον ΕΚ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της συνδρομής ανώτερης βίας, με συνέπεια να δημιουργούνται αμφιβολίες, εάν τα περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν συγκροτούν ή όχι το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 4 εδ.

α’ και 5 εδ. α’ του Ν. ΓΠΝ/1911 του οποίους το Εφετείο δεν εφάρμοσε και των άρθρων 6 του Ν. 489/1976 σε συνδ. 330 ΑΚ τους οποίους εφάρμοσε, με το να απορρίψει κατ’ ουσίαν την ένσταση απαλλαγής της ευθύνης του ΕΚ λόγω συνδρομής ανώτερης βίας στην πρόκληση του ατυχήματος από τον οδηγό, του οποίου το ΕΚ, ως ειδικός διάδοχος, καλύπτει την αστική του ευθύνη έναντι της παθούσας ανήλικης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 3-3-2008 και ώρα 15:20 στην ... στον καταυλισμό των ΡΟΜΑ, τραυματίστηκε σοβαρά η ανήλικη (ηλικίας 11 μηνών) Μ.

Τ. Φ., ήδη αναιρεσίβλητη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τη μητέρα της, που ασκεί τη γονική της μέριμνα (άρθρο 1515 ΑΚ) ως τέκνο γεννημένο εκτός γάμου. Η παθούσα ανήλικη, όπως εκπροσωπείται, άσκησε την από 30-9-2009 (αρ. κατ. 9724/2009) αγωγή, με την οποία αξίωνε αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αγωγή αυτή απευθυνόταν κατά του Ν. Κ., οδηγού και συνιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά της συγκυρίας αυτού, Χ. Κ. και κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (χάριν συντομίας ΕΚ) που υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος στη δικονομική και ουσιαστική θέση της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου, με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής.

Ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το ΕΚ προέβαλε την ένσταση απαλλαγής από την ευθύνη του, διότι, όπως ισχυρίστηκε, το ατύχημα προκλήθηκε από γεγονός ανώτερης βίας για τον ασφαλισμένο οδηγό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 715/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την ένσταση ανώτερης βίας.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το 3ο εναγόμενο ΕΚ άσκησε την από 18-6-2012 (αρ. κατ. .../2012) έφεση, με τον 1ο και 2ο λόγο της οποίας αλλά και με τις προτάσεις του επανέφερε παραδεκτά, κατ’ άρθρ. 527 σε συνδ. 240 ΚΠολΔ, την ανωτέρω ένσταση απαλλαγής από την ευθύνη του. Επίσης, η ενάγουσα άσκησε την από 20-6-2012 (αρ.

κατ. .../2012) αντίθετη έφεση κατά των εναγομένων. Οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 1315/ 2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω, το Εφετείο σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της πρόκλησης του ατυχήματος από γεγονός που δεν συνιστά ανώτερη βία και συνακόλουθα της ευθύνης του ΕΚ προς αποζημίωση της ανήλικης - παθούσας, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3.3.2008 και περί ώρα 15:20, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο συγκυριότητας των δύο πρώτων εναγομένων κατά ποσοστό 50% στον καθένα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε υπεισερχομένου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", το είχε σταθμεύσει στον προαύλιο χώρο του καταλύματος του Σ.

Κ. στη Νέα Κίο του Νομού Αργολίδος στη θέση ... στον καταυλισμό Ρομά. Όταν ο πιο πάνω οδηγός του αυτοκινήτου έθεσε αυτό πάλι σε λειτουργία για να αποχωρήσει από το χώρο στάθμευσης παρέσυρε με τον πίσω δεξιό τροχό του την ένδεκα μηνών ανήλικη κόρη της ενάγουσας Μ. Τ., που γεννήθηκε εκτός γάμου, την οποία δεν έχει αναγνωρίσει ο πατέρας της και η οποία βρισκόταν στο προαύλιο του καταλύματος και μπουσουλούσε δίπλα στο αυτοκίνητο.

Αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, δεν αντιλήφθηκε την ανήλικη, παρόλο που στο προαύλιο του καταλύματος, όπου είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του, υπήρχαν παιδιά, ενώ έθεσε σε λειτουργία αυτό καθόν χρόνο η ανήλικη βρισκόταν δίπλα στον πίσω δεξιό τροχό του αυτοκινήτου του.

Εάν, όμως αυτός είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, θα έπρεπε να την αντιληφθεί εγκαίρως και να μην μετακινήσει αυτό. Το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο, ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του, ότι το ένδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου αλλά σε ανωτέρα βία και ως εκ τούτου δεν έχει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, επειδή τα πραγματικά περιστατικά, που περιλαμβάνονται σε αυτόν δεν αποτελούν γεγονότα, που δεν συνδέονται με τους τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου αλλά αντίθετα, έχουν την αιτία τους στο χώρο έξω από το αυτοκίνητο...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε ορθά ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 Ν. 489/ 1976 και 330 ΑΚ, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνοντας ότι το ατύχημα δεν προκλήθηκε από ανώτερη βία για τον οδηγό, ο οποίος ευθύνεται, σύμφωνα με την κρατούσα υποκειμενική θεωρία περί ανώτερης βίας και ότι συνακόλουθα, το ΕΚ καλύπτει την αστική του ευθύνη προς αποζημίωση της ανήλικης παθούσας, ως ειδικός διάδοχος της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής (άρθρα 19 παρ. 1 περ.

β’ και 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου το αυτοκίνητο στάθμευσε στον προαύλιο χώρο του καταλύματος στον καταυλισμό ΡΟΜΑ, όπου υπήρχαν παιδιά, ότι ο οδηγός δεν αντιλήφθηκε το βρέφος, ηλικίας 11 μηνών, που έρποντας (μπουσουλώντας), διότι ακόμη δεν περπατούσε, είχε προσεγγίσει το αυτοκίνητο και βρισκόταν δίπλα στον πίσω δεξιό τροχό, με συνέπεια, όταν ο οδηγός εκκίνησε το αυτοκίνητο, να παρασυρθεί η ανήλικη με τον πίσω δεξιό τροχό.

Τα περιστατικά αυτά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν πράγματι γεγονός ανώτερης βίας, δηλαδή απρόβλεπτο και αναπότρεπτο, ώστε να υποστηριχθεί η άποψη του αναιρεσείοντος ΕΚ, ότι δεν θα μπορούσε να αποτραπεί το ζημιογόνο αποτέλεσμα, έστω και αν ο οδηγός είχε λάβει μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (διότι δεν αρκούν τα συνήθη μέτρα επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού, κατά τα εκτεθέντα στην εν αρχή νομική σκέψη).

Αντίθετα, ο οδηγός όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός επιδεικνύοντας άκρα επιμέλεια και σύνεση και να αποφύγει την στάθμευση του αυτοκινήτου στον προαύλιο χώρο του καταλύματος, όπου υπήρχαν παιδιά, που δεν έχουν την ωριμότητα να αντιληφθούν τους κινδύνους, γεγονός που, σαφώς, καθιστά προβλέψιμη την πιθανότητα ανεξέλεγκτης κίνησης από κάποιο μικρό παιδί.

Συνεπώς, ο οδηγός μπορούσε, εάν είχε επιδείξει άκρα επιμέλεια και σύνεση να προβλέψει την κίνηση της ανήλικης (μπουσούλισμα) και να αποτρέψει τον τραυματισμό της. Αντίθετα, συμπεριφέρθηκε με αμέλεια, δηλαδή στάθμευσε σε χώρο, όπου παίζουν παιδιά και δεν έλεγξε το όχημά του πριν την εκκίνηση, με άμεσο αποτέλεσμα το όχημά του να δημιουργήσει κίνδυνο για την ασφάλεια της ανήλικης και να προκαλέσει τον τραυματισμό της.

Συνεπώς, ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δεν υπάγονται στη νομική έννοια της ανώτερης βίας και συνακόλουθα ο 1ος λόγος αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εκτός τούτου το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση απαλλαγής από την ευθύνη του ΕΚ λόγω πρόκλησης του ατυχήματος υπό συνθήκες ανώτερης βίας για τον οδηγό του αυτοκινήτου, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου των άρθρων 6 Ν. 489/1976 και 330 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ΕΚ με την οποία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δέχεται ότι η ανήλικη "μπουσουλούσε" δίπλα στο αυτοκίνητο, χωρίς να εξηγεί πώς διαπιστώθηκε τούτο, αν και ο μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ότι η ανήλικη βρισκόταν κάτω από το αυτοκίνητο, κατά την εκκίνησή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης το ΕΚ πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Επίσης, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη έχει ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δεν αναφέρει με ποιο τρόπο ο οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί, κατά την εκκίνηση του αυτοκινήτου, ότι η ανήλικη βρισκόταν κάτω από το αυτοκίνητο, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και άρα είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δέχεται, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ότι η ανήλικη κατά την εκκίνηση ήταν δίπλα και όχι κάτω από τον δεξιό πίσω τροχό.

Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου, ότι κατά την εκκίνηση του αυτοκινήτου η ανήλικη βρισκόταν δίπλα στο πίσω δεξιό τροχό, δεν αλληλοαναιρείται, ούτε αντιφάσκει, με την παραδοχή, ότι η ανήλικη παρασύρθηκε από τον δεξιό πίσω τροχό και συνεπώς, είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος ΕΚ, ότι δήθεν ο τροχός αυτός θα διερχόταν παράλληλα προς το σώμα της και δεν θα την παρέσυρε.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, το βρέφος "μπουσουλούσε δίπλα στο αυτοκίνητο" δηλαδή δεν παρέμεινε ακίνητο δίπλα στο δεξιό πίσω τροχό, αλλά ήταν σε συνεχή κίνηση, όπως ο γραμματικός χρόνος, που χρησιμοποίησε η προσβαλλόμενη υποδηλώνει, και συνεπώς, κατά το διάστημα που ο οδηγός έθεσε σε κίνηση το όχημά του και διήνυσε την ελάχιστη απόσταση των 20 εκατοστών (κατά το αναιρεσείον) το βρέφος μετακινήθηκε κάτω από το αυτοκίνητο και παρασύρθηκε από αυτό.

Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος του για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που ορθά εφάρμοσε το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επίδρασης της αναπηρίας και παραμόρφωσης της ανήλικης - παθούσας στο μέλλον της και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του ερευνώμενου 2ου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα, η ανήλικη μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Άργους, όπου διαπιστώθηκε ανοικτό τραύμα κεφαλής και μεγάλο "flat" κροτάφου και από κει διακομίσθηκε αυθημερόν στο Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε αριστερά μεγάλο μετωποβρεγμακροταφικό δερματικό κρημνό με μετατόπιση του ακουστικού πόρου, παρουσίαζε διαταραχές συνειδήσεως και περιφερειακή βλάβη της 7ης συζυγίας, διασωληνώθηκε και η αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε εμπιεσματικό κάταγμα αριστερά κροταφικά με παρουσία ξένων σωμάτων σύστοιχα στους υποδόροιους ιστούς και κάταγμα αριστερά βρεγματικά, διαταραχή της αρχιτεκτονικής και οίδημα του έξω αριστερού ωτός και λοβίου αριστερά, κατάληψη των αριστερών μαστοειδών κυψελών και ιγμορίων άντρων, κάταγμα του αριστερού ζυγωματικού και του έξω τοιχώματος του οφθαλμικού κόγχου και εγκεφαλικό οίδημα, ενώ η αξονική τομογραφία θώρακος έδειξε εντοπισμένες θλάσεις βάσεων πνευμόνων άμφω και η αξονική τομογραφία κοιλίας έδειξε γραμμοειδούς μεγέθους υπόπυκνη περιοχή στο δεξιό λοβό του ήπατος και χειρουργικά έγινε πολύ καλός καθαρισμός όλου του δερματικού κρημνού, ανάταξη και κρανιεκτομή του κροταφικού και μέρους του κάτω βρεγματικού, ανάταξη κατάγματος του ζυγωματικού οστού, αποκατάσταση της κροταφογναθικής άρθρωσης, προσπάθεια ανεύρεσης του κεντρικού κολοβώματος της 7ης εγκεφαλικής συζυγίας χωρίς αποτέλεσμα, διενεργήθηκε συρραφή στην περιοχή της παρωτίδας, του χόνδρου του πτερυγίου και δέρματος οπισθοωτιαία και καθετηριασμός του έξω ακουστικού πόρου για αποκατάσταση της ανατομικής δομής του και μετά το χειρουργείο η ανήλικη οδηγήθηκε διασωληνωμένη στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας όπου και παρέμεινε μέχρι τις 8.3.2008, οπότε οδηγήθηκε στο παιδιατρικό τμήμα νευρολογικά σε εγρήγορση, χωρίς προβλήματα από τις μακρές ίνες (καλή κινητικότητα άνω και κάτω άκρων) και ως προς τις εγκεφαλικές συζυγίες, με περιφερειακή βλάβη της 7ης εγκεφαλικής συζυγίας.

Στις 17.3.2008 διαπιστώθηκε καλή γενική κατάσταση, ίδια νευρολογική σημειολογία, έγινε αφαίρεση του σωληνίσκου από τον έξω ακουστικό πόρο, νέκρωση και αφαίρεση μεγάλου μέρους του πτερυγίου και δέρματος οπισθοωτιαία και αφαίρεση χειρουργικών ραμμάτων και πιθανολογήθηκε η ανάγκη παρέμβασης για πιθανή αποκατάσταση της βλάβης της 7ης εγκεφαλικής συζυγίας από πλαστικό χειρουργό, μετά την πάροδο διετίας.

Στις 25.2.2009 ο οδοντίατρος στοματογναθοπροσωπικός χειρουργός Α. Β. βεβαίωσε ότι η ανήλικη έπασχε από περιφερειακή πάρεση του αριστερού προσωπικού νεύρου (7η εγκεφαλική συζυγία) και εμφάνιζε αδυναμία σύγκλισης βλεφάρων του αριστερού οφθαλμού και επιπέδωση άνω και κάτω χείλους αριστερά και συνέστησε εξέταση από οφθαλμίατρο και πλαστικό χειρουργό.

Στις 17.3.2009 η χειρουργός οφθαλμίατρος Α. Κ. γνωμάτευσε ότι επισκοπικά παρατηρούταν ασυμμετρία του αριστερού ημίσεως του προσώπου στην περιοχή του οφθαλμικού κόγχου καθώς και ουλές στην αριστερή πλάγια μετωπική χώρα, με απώλεια του αριστερού κάτω λοβού του εξωτερικού ωτός και ουλές από συρραφέντα θλαστικά τραύματα που εκτείνονται προς τα άνω και πίσω μέχρι την ινιακή χώρα και πτώση της γωνίας του χείλους αριστερά, αρρυτιδία στη μετωπιαία χώρα αριστερά, αδυναμία συσπάσεων του προσώπου αριστερά και αδυναμία τέλειας σύγκλισης του αριστερού βλεφάρου.

Το χάσμα στη σύγκλιση ανερχόταν στο 1,2 εκατοστό, το οποίο θεωρούταν σημαντικό για την ηλικία της ασθενούς. Η παραμονή του βλεφάρου ανοιχτού κατά τη διάρκεια όλου του 24ώρου προκαλούσε στην ασθενή ξηροφθαλμία η οποία με τη σειρά της (δεδομένης της ηλικίας και της άγνοιας της ασθενούς) μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κερατίτιδα από την έκθεση και έλκος κερατοειδούς με δυσμενή επακόλουθα για την ασθενή.

Επίσης, παρατηρήθηκε πτώση αριστερής οφρύος και δακρύρροια και όλα τα παραπάνω συνηγορούσαν υπέρ της πλήρους πάρεσης προσωπικού νεύρου αριστερά (7η εγκεφαλική συζυγία), ίσως λόγω διατομής του νεύρου, μία από τις χειρότερες και πλέον δυσίατες βλάβες της περιοχής του προσώπου. Επίσης, διαπιστώθηκε ως προς τα αντανακλαστικά της κόρης του αριστερού οφθαλμού, ότι το συνεργές ήταν ελαφρώς ελαττωμένο, η κινητικότητα του βολβού του αριστερού οφθαλμού ήταν περιορισμένη στην άνω - έξω, κάτω - έξω και έξω βλεμματική θέση στις οποίες παρατηρούταν και μικρού βαθμού διπλωπία και δόθηκε φαρμακευτική αγωγή, ενώ διαπιστώθηκε αδυναμία αποκατάστασης της βλάβης, λόγω δυσκολίας ανεύρεσης της διατομής του προσωπικού νεύρου και λόγω του νεαρού της ηλικίας της ασθενούς, καθώς μία διορθωτική επέμβαση σε αυτή την ηλικία θα μπορούσε να αποβεί ακρωτηριαστική στο μέλλον επειδή η ανατομία της περιοχής αλλάζει ανάλογα με την ηλικία και υπάρχει κίνδυνος πλήρους εκφύλισης των μυών της περιοχής.

Ωστόσο, χωρίς αποκατάσταση, βεβαιώθηκε ότι η ασθενής, θα παρουσιάζει σωματικά, κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα, που θα επηρεάσουν την απόδοσή της στο σχολείο και την ομαλή κοινωνικοποίησή της και γι’ αυτό, εκτός από ωτορινολαρυγγολόγο, νευρολόγο, οφθαλμίατρο και πλαστικό χειρουργό, συστήθηκε η παρακολούθησή της και από ψυχολόγο και κοινωνικό λειτουργό.

Τέλος, στις 23.4.2009, ο πλαστικός χειρουργός Λ. Π. γνωμάτευσε ότι η ασθενής εμφάνιζε πλήρη πάρεση της 7ης εγκεφαλικής συζυγίας αριστερά (με πτώση του οφθαλμού, οφρύος, γωνίας του χείλους, αδυναμία συγκρατήσεως δακρύων και σιέλου, αρρυτιδία του μετώπου αριστερά, αδυναμία συμμετρικών μιμικών συσπάσεων του προσώπου) και ότι αυτή η βλάβη αποτελούσε μια από τις χειρότερες και πλέον δυσίατες βλάβες της περιοχής του προσώπου και επιπλέον, εμφάνιζε εκτεταμένο έλλειμμα τριχωτού κεφαλής και φυσιολογικού δέρματος στην αριστερή βρεγματική χώρα, διαστάσεων 4χ7 εκατοστών (δηλαδή ευρύτατο δεδομένης της ηλικίας της ασθενούς και του μεγέθους της κεφαλής της) και επίσης παρουσίαζε τραυματικό έλλειμμα δέρματος και χόνδρου κατά τον άνω και μέσο πόλο του αριστερού ωτός.

Ως προς την αποκατάσταση αυτών των βλαβών, προτεραιότητα έχει η απονεύρωση του προσώπου και μάλιστα σχετικά νωρίς κατά την πρώτη παιδική ηλικία, ώστε οι μη νευρούμενοι μύες να μην εκφυλιστούν παντελώς και το πρώτο σύνολο αυτών των βαριών βλαβών θα επιτελεστεί με πολλαπλές επεμβάσεις, ο αριθμός των οποίων δε μπορεί εξαρχής να καθοριστεί, όμως θα εκτείνονται τουλάχιστον μέχρι την εφηβεία της και στα μεσοδιαστήματα η ασθενής θα υποβάλλεται συνεχώς σε εντατική εκμάθηση των νέων αντανακλαστικών κινήσεων των προσωπικών μυών κατά την εκτέλεση μορφασμών και κατά την ομιλία.

Ως προς την αποκατάσταση των υπόλοιπων βλαβών, δηλαδή του ιστικού ελλείμματος του τριχωτού και του ελλείμματος του πτερυγίου του ωτός, θα απαιτηθούν τρεις χειρουργικοί χρόνοι μετά την παρέλευση του έκτου χρόνου της ηλικίας της ασθενούς και συγκεκριμένα, αρχικά θα τοποθετηθούν ιστικοί διατατήρες στην οπισθωτιαία χώρα και στις υγιείς περιοχές του τριχωτού της κεφαλής.

Οι ιστικοί διατατήρες θα διατείνονται με έγχυση ορού ανά εβδομάδα περίπου και μετά την ικανοποιητική διάτασή τους, θα ληφθεί από την ασθενή χόνδρινο μόσχευμα για την αποκατάσταση του πτερυγίου του ωτός, το οποίο θα καλυφθεί με κινητοποίηση της περίσσειας του οπισθωτιαίου δέρματος και ταυτόχρονα η περίσσεια του δέρματος του τριχωτού θα καλύψει το βρεγματοκροταφικό έλλειμμα και έπειτα από όλα αυτά, τα υπάρχοντα πλέον ανατομικά στοιχεία θα σμιλευτούν ώστε να φαίνονται κατά το δυνατόν φυσιολογικά, αλλά αυτή η επανορθωτική χειρουργική διαδικασία, όσο και αν βελτιώσει σημαντικά τα υποκειμενικά ενοχλήματα και τη δυσμορφία, δεν θα τα εξαλείψει (βλ.

τα φωτοαντίγραφα του υπ’ αριθμ. πρωτ. .../29. 5.2008 πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Άργους, της υπ’ αριθμ. πρωτ. ....6.2008 βεβαίωσης του Νοσοκομείου Παίδων Αθηνών "Π. & Α. ΚΥΡΙΑΚΟΥ", της από 25.2.2009 βεβαίωσης του Α. Β., της από 17.3.2009 ιατρικής γνωμάτευσης της Α. Κ. και της από 23.4.2009 ιατρικής γνωμάτευσης του πλαστικού χειρουργού Λ.

Π.... Επίσης, η βαρειά παραμόρφωση της ανήλικης που υπάρχει από τον πρώτο χρόνο της ζωής της, θα συνεχίσει να υπάρχει ίσως και σε μικρότερο βαθμό σε όλη τη ζωή της, αφού η προσπάθεια αποκατάστασής της με χειρουργικές επεμβάσεις θα διαρκεί καθόλη τη διάρκεια της παιδικής και της εφηβικής της ηλικίας, ενώ με βεβαιότητα τα πιο πάνω προβλήματα υγείας της έχουν επιδράσει και θα επιδρούν σημαντικά στον ψυχικό της κόσμο, αφού η διαφοροποίησή της από τα υγιή άτομα της ηλικίας της είναι εμφανής, ενώ εξαιτίας της εμφάνισής της στο κεφάλι και στο πρόσωπο δημιουργεί στους άλλους συναισθήματα οίκτου, ενώ με βεβαιότητα η κατάσταση αυτή της υγείας της θα επηρεάζει το μέλλον της και συγκεκριμένα την ομαλή επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική της εξέλιξη.

Πρέπει επομένως, εξαιτίας της αναπηρίας και παραμόρφωσης της ανήλικης και της άμεσης επίδρασης αυτών στο μέλλον, να της επιδικαστεί, ως εύλογη αποζημίωση το ποσό των 70.000 ευρώ κατά άρθρο 931 του ΑΚ...". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που το Εφετείο έκρινε ότι αποδείχθηκαν στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 931 ΑΚ, που εφάρμοσε.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε, ότι έχει επέλθει ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου και της κεφαλής της ανήλικης, που συνιστά βαρεία παραμόρφωση και υπάρχει από τον πρώτο χρόνο της ζωής της, η οποία θα συνεχίσει να υπάρχει σε όλη της τη ζωή, ίσως με μικρότερο βαθμό, δηλαδή "διά βίου".

Επίσης, δέχεται το Εφετείο, ότι τα προβλήματα υγείας της ανήλικης έχουν επιδράσει και θα επιδρούν μελλοντικά στον ψυχικό της κόσμο, διότι η εμφάνισή της διαφοροποιείται εμφανώς από τους υγιείς συνομήλικους της προκαλώντας αισθήματα οίκτου και ότι επίσης η κατάσταση της υγείας της θα επηρεάζει το μέλλον της (επαγγελματικό και οικονομικό και την κοινωνική της εξέλιξη).

Η κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζεται στην βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον της ανήλικης, όπως ρητά αναφέρει στην απόφασή του, αν και για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης του άρθρου 931 ΑΚ ο νόμος αρκείται και στην απλή δυνατότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επίσης, σε άλλο σημείο της απόφασής του το Εφετείο δέχεται ότι η δυσμορφία του προσώπου και της κεφαλής, που προκαλείται από το ιστικό έλλειμα του τριχωτού της κεφαλής και του πτερυγίου του ωτός, δεν θα εξαλειφθεί παρά την όποια επανορθωτική χειρουργική διαδικασία και την σμίλευση των ανατομικών στοιχείων, που οπωσδήποτε συνιστούν σωματική αναπηρία.

Οι παραδοχές αυτές είναι αρκετές για την υπαγωγή στο πραγματικό του άρθρου 931 ΑΚ και δεν χρειαζόταν η αναφορά επί πλέον αιτιολογιών για την ορθή εφαρμογή της 931 ΑΚ ως προς το είδος της αναπηρίας, η οποία κατά το Εφετείο έχει επίδραση σωματική αλλά και ψυχική, ενώ δεν απαιτείται να συγκεκριμενοποιείται με ακρίβεια ο προσδιορισμός του ποσοστού της, λόγω της φύσεως της ζημίας και του μελλοντικού χαρακτήρα της, αλλά αρκεί να είναι βέβαιη με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 135/2013, ΑΠ 1355/2013).

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον ΕΚ περί ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το είδος της αναπηρίας και το ποσοστό αυτής πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Επίσης, το αναιρεσείον ΕΚ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δήθεν κατά την άποψή του, το Εφετείο δεν εξηγεί γιατί θα επηρεάζεται το μέλλον της ανήλικης και γιατί δεν θα αποκατασταθεί η παραμόρφωση, εφόσον δέχεται ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις θα διαρκέσουν μέχρι την εφηβεία της ανήλικης, ούτε ότι αιτιολογεί επαρκώς τη μονιμότητα της αναπηρίας και της παραμόρφωσης, διότι μετά την εφηβεία και την ολοκλήρωση των επεμβάσεων δεν θα υπάρχει παραμόρφωση.

Οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η παραμόρφωση θα διαρκέσει μέχρι την εφηβεία και όχι διά βίου, όπως με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως οι ανωτέρω αιτιάσεις προβάλλονται αλυσιτελώς και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου η παραμόρφωση και η αναπηρία της ανήλικης δεν θα εξαλειφθούν ποτέ και θα επηρεάζουν δια βίου το μέλλον και την εξέλιξή της στον επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό τομέα.

Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί κατά τις ανωτέρω διακρίσεις ως απαράδεκτος, άλλως, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-8-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 1315/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον ΕΚ στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ