Supreme Court partially allows appeal against civil court judgment regarding lawyer's fee contract validity and standing issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment concerning a lawyer's fee contract and the opposing party's standing. The appellant argued the lower court failed to clarify the fee agreement details and lacked proper standing against the opposing party. The court found the first ground valid due to insufficient factual clarification while dismissing the second ground as inadmissible because it challenged substantive law rather than procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially quash a judgment when specific factual findings are unclear or when procedural grounds are valid but others are inadmissible, remanding the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 599 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 599/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Η., συνταξιούχου δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Κ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6666/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/9/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αίτησης αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 ''Κώδικας περί Δικηγόρων'', όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, ''Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον'', ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.
β' αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980), ''Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.
Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος''. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζόμενου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος, ή του αντιπροσώπου του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 957/2014, 1309/2012).
Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (ΑΠ 556/2009).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ, '' Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος'', ενώ κατά το άρθρο 481 του ίδιου Κώδικα, ''Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ' αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρξει ενοχή εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση καθενός των περισσοτέρων δανειστών ή η υποχρέωση καθενός των περισσοτέρων οφειλετών να αφορά την ίδια παροχή και, επιπλέον, οι περισσότερες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους περισσότερους δανειστές ή οφειλέτες να έχουν μεταξύ τους καθολική συνδετική σχέση, δηλαδή να συνδέονται με τον ίδιο κοινό σκοπό και τον ίδιο γενεσιουργό λόγο.
Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ' ισομοιρία ευθύνη και το κατ' ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρον ενοχή και, ειδικότερα, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται από το νόμο.
Τέτοια εκ του νόμου παθητική εις ολόκληρον ενοχή καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 167 και 168 του Κώδικα Δικηγόρων, οι οποίες προβλέπουν την αμοιβή του δικηγόρου όταν οι πράξεις ή εργασίες έγιναν ύστερα από εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 168 ορίζεται ότι ''Επί πλειόνων εντολέων έκαστος τούτων είναι εις ολόκληρον υπόχρεος προς πληρωμήν της όλης αμοιβής είτε της συμπεφωνημένης είτε της κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλομένης''.
Εξάλλου, η σχετική ως άνω συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ.2 εδ. α' του Κώδικα Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο ή ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του Εισ.
ΝΚΠολΔ και, συνεπώς, επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ. 1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΑΠ 1.309/2012, 1.308/2004).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1εδ.α' του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος( ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διάταξης, όχι δε και σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αριθμός 1 προβλεπόμενο λόγο (Ολ ΑΠ 2/2001, 1/1999, ΑΠ 792/2015).
Ειδικότερα, η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας, απορρέουσα, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 25/2008, ΑΠ 106/2014, 2136/2014).
2. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής κρίσιμα, όσον αφορά τους λόγους της κρινόμενης αίτησης, πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι δικηγόρος Αθηνών, εξειδικευμένος σε υποθέσεις ναυτιλιακού δικαίου.
Ότι τον Ιούλιο του έτους 2001 ο πρώτος εναγόμενος, Π. Τ., ενεργώντας επ' ονόματι και για λογαριασμό της τέταρτης των εναγομένων αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ''... LIMITED'', τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του ανέθεσε την εντολή χειρισμού της διαφοράς που αυτή είχε με την εταιρεία υπό την επωνυμία ''...
INC''. Ότι, συνεπώς, κατ' αρχήν, υπόχρεος για την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής είναι ο πρώτος των εναγομένων, διότι υπήρξε ο εντολέας του ενάγοντος. Ότι, έτσι, ο μεν ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικώς, ο δε πρώτος των εναγομένων παθητικώς στην έγερση της ένδικης αγωγής. Ότι στην έγερση αυτής δεν νομιμοποιείται παθητικά η τέταρτη των εναγομένων ως άνω εταιρεία, αν και κυρία της υποθέσεως, διότι δεν ήταν η εντολέας.
Ότι, κατά την ανάθεση της ανωτέρω εντολής, παρέμεινε εκκρεμές το ύψος της αμοιβής. Τούτο έγινε με συμφωνία του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος, μετά από επεξήγηση του τελευταίου ότι δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει ακόμη το εύρος των απαιτούμενων νομικών ενεργειών. Ότι, από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος δεν αποδεικνύεται ότι η τρίτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητη) ανέθεσε, μαζί με τον πρώτο εναγόμενο, την ανωτέρω εντολή στον ενάγοντα, οι δε επισκέψεις αυτής στο γραφείο του ενάγοντος για τη λήψη σχετικών με την υπόθεση εγγράφων, η θέση του όρου καταβολής της αμοιβής μεταγενέστερα στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αυτού έγγραφο και η παρακολούθηση της υποθέσεως, δεν αποδεικνύουν ανάθεση εντολής, αλλά οφείλονται στην ιδιότητά της ως δικηγόρου και στην συγγενική της σχέση με τον πρώτο εναγόμενο και, συνεπώς, η τρίτη των εναγομένων δεν νομιμοποιείται παθητικά στην έγερση της ένδικης αγωγής.
Ότι κατά το έτος 2004 ο πρώτος των εναγομένων ανέθεσε στον ενάγοντα και την εντολή λύσης της εταιρείας με την επωνυμία ''... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ'', συμφωνήθηκε δε η αμοιβή του ενάγοντος να συμπεριληφθεί σε αυτή που θα καθορίζονταν, κατά τα ανωτέρω, στο μέλλον. Ότι, ως προς τη σχετική αμοιβή, υπόχρεος είναι ο πρώτος των εναγομένων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι έδωσε τη σχετική εντολή και η τρίτη των εναγομένων.
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι ως προς την πρώτη των ως άνω εντολών, ο ενάγων συνεργάσθηκε με τα αγγλικά δικηγορικά γραφεία S. L. and co.,j. H. and J. P., καθόσον η διαφορά της τετάρτης των εναγομένων είχε αχθεί σε διαιτησία στο Λονδίνο. Ότι ειδικότερα ο ενάγων απέστειλε στα ανωτέρω δικηγορικά γραφεία διαδικαστικά έγγραφα, παρείχε πληροφορίες σχετικά με τη διαφορά αυτή και παρέστη στη διαδικασία της διαιτησίας.
Ότι εκδόθηκαν τρεις διαιτητικές αποφάσεις, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, οι οποίες ήταν σε βάρος της τέταρτης των εναγομένων. Ότι, συνεπεία των αποφάσεων αυτών, τέθηκαν ζητήματα εκτελέσεως σε βάρος της εναγομένης εταιρείας και του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ήταν εγγυητής των οφειλών αυτής.
Ότι, συνεπώς, κατά το μέρος που ο πρώτος εναγόμενος ήταν εγγυητής ήταν και εντολέας και κύριος της υποθέσεως. Δέχεται, περαιτέρω, το Εφετείο ότι ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει την από 14-11-2006 ανυπόγραφη επιστολή, στην οποία εμφαίνεται ως αποστολέας ο πρώτος εναγόμενος και στην οποία αναγράφεται δακτυλογραφημένα: ''Αγαπητέ Γ..
Αναφερόμενος στις προφορικές συμφωνίες που κάναμε τον Ιούλιο του 2005 μεταξύ μας, επιθυμώ και εγγράφως να επιβεβαιώσω τα εξής: το εκκρεμές συνολικό υπόλοιπο του λαβείν σου από έξοδα και αμοιβές, μετά από τις καταβολές που σου έχω κάνει ποσού 26.000 ευρώ, για τις νομικές υπηρεσίες που προσφέρει το γραφείο σου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μέχρι σήμερα σε μένα προσωπικά και στις εταιρείες ''...
LIMITED'' και ''... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ'', ανέρχεται στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Το ποσό αυτό θα σου εξοφλήσουμε αμέσως μετά την πώληση του ακινήτου επί των οδών ... 11 και ... 9, από το τίμημα της πωλήσεως, και πάντως το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου 2007. Με φιλικούς χαιρετισμούς Π. Τ.''. Ότι ο ενάγων απέστειλε στον πρώτο των εναγομένων την από 18-12-2006 επιστολή, στην οποία, μεταξύ άλλων, σημειώνει: ''Όπως πολύ καλά γνωρίζεις, με πρωτοβουλίες του γραφείου μου κατορθώθηκε η ''απελευθέρωση'' ενός σημαντικού ποσού από το εκπλειστηρίασμα το οποίο και ανέλαβες''.
Ότι στο σημείο αυτό γίνεται μνεία ότι ο πλειστηριασμός αυτός αφορούσε το πλοίο με την ονομασία ''S.'', το οποίο αποτελούσε το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ της τετάρτης εναγομένης και της εταιρείας ''... INC''. Στη συνέχεια ο ενάγων σημειώνει στην ανωτέρω επιστολή: ''Από το ποσό αυτό το γραφείο μου ούτε ένα σέντ δεν πήρε, παρά το γεγονός ότι τον Ιούλιο του 2005 συμφωνήσαμε, μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις, να μου καταβάλεις για έξοδα και αμοιβές, μετά από τις καταβολές των 26.000 ευρώ, το υπόλοιπο ποσό του λαβείν μου, ευρώ 100.000, για τις νομικές υπηρεσίες που προσφέρει το γραφείο μου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μέχρι σήμερα, σε σένα προσωπικά και στις εταιρείες …, … κλπ''.
Ότι στην επιστολή αυτή ο ενάγων επισυνάπτει πίνακα των νομικών ενεργειών, τις οποίες επικαλείται στην ένδικη αγωγή. Ότι σχεδόν ένα έτος μετά την επιστολή αυτή ο ενάγων συντάσσει το από 1-11-2007 σχέδιο απόδειξης, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: ''Αγαπητέ Γ.. Αναφερόμενος στις προφορικές μας συμφωνίες, που κάναμε τον Ιούλιο 2005 μεταξύ μας, επιθυμώ και εγγράφως να επιβεβαιώσω τα εξής:
Το εκκρεμές συνολικό υπόλοιπο του λαβείν σου από έξοδα και αμοιβές, για τις νομικές υπηρεσίες που προσέφερε το γραφείο σου μέχρι σήμερα σε μένα προσωπικά και στις εταιρείες ''... LIMITED'' και '' … ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ'', ανέρχεται στο ποσό των ευρώ ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000)''. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι το κείμενο του εν λόγω σχεδίου αποδείξεως έχει ως βάση το κείμενο της από 14-11-2006 επιστολής, ενώ διαφοροποιείται ως προς το ποσό, από εκατό σε ογδόντα πέντε χιλιάδες ευρώ.
Ότι ακολούθως το κείμενο έχει ως εξής: ''Από το ποσόν αυτό πενήντα χιλιάδες (50.000) κατεβλήθησαν σήμερα, της παρούσης επέχουσας θέσης αποδείξεως και το υπόλοιπο ποσό ευρώ τριάντα πέντε χιλιάδες θα σου εξοφλήσω το αργότερο μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2008. Με φιλικούς χαιρετισμούς Π. Τ.- Δηλώ το σύμφωνον Γ. Η.''. Ότι το σχέδιο αυτό, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, είναι δακτυλογραφημένο και δεν έχει υπογραφεί από κάποιο διάδικο.
Ότι η δεύτερη παράγραφος του κειμένου αυτού, η οποία αναφέρεται στους όρους καταβολής του ποσού των 85.000 ευρώ, είναι διαγραμμένη και κάτω από το δακτυλογραφημένο όνομα του ενάγοντος έχει, δια χειρός της τρίτης εναγομένης, σημειωθεί το εξής: '' Το ποσό θα εξοφληθεί σε δόσεις με επιταγές ανάλογα με την οικονομική μου ευχέρεια.
Με την υπογραφή του παρόντος θα καταβληθεί ποσό 5000 (πέντε χιλιάδων) ευρώ''. Ότι, από τον συνδυασμό των ανωτέρω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: α) παρότι ανυπόγραφη η από 14-11-2006 επιστολή αποτελεί αναγνώριση του πρώτου εναγομένου ότι οφείλει στον ενάγοντα για τις νομικές υπηρεσίες που πρόσφερε στο πλαίσιο των επίδικων εντολών το ποσό των 100.000 ευρώ ως αμοιβή, β) μεταξύ ενάγοντος και πρώτου εναγομένου επήλθε συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής, κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2005, το δε ύψος της αμοιβής ήταν 126.000 ευρώ αφορούσε δε και στην εντολή περί λύσεως της εταιρείας ''...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ'', γ) ότι, παρά την αναγνώριση της οφειλής της αμοιβής ύψους 100.000 ευρώ και τη δέσμευσή του για την καταβολή της, ο πρώτος εναγόμενος δεν την κατέβαλε, δ) ότι, περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2007, μεταξύ των εναγομένων-εφεσιβλήτων-εκκαλούντων επήλθε προφορική συνεννόηση για καταβολή αμοιβής ύψους 85.000 ευρώ και για τους όρους καταβολής αυτής, ε) ότι οι όροι καταβολής άλλαξαν με την παρέμβαση της τρίτης εναγομένης και έγιναν αποδεκτοί από τον ενάγοντα, στ) ότι μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου επήλθε συμβιβασμός ως προς το ύψος της αμοιβής περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2007 και, επομένως, η ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 30-10-2010, δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδ.Δικ., ζ) ότι δεν υπήρξε συμφωνία περί καταβολής αμοιβής ύψους 100.000 ευρώ, σε περίπτωση που δεν καταβάλλονταν εντός διμήνου το ποσό των 85.000 ευρώ, διότι αυτό θα είχε αποτυπωθεί στο ως άνω έγγραφο και η) ουδόλως προκύπτει από το εν λόγω έγγραφο ότι η τρίτη των εναγομένων (Ε.
Τ.) υπήρξε εντολέας του ενάγοντος. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που άσκησε ο ενάγων, μεταξύ άλλων, και κατά της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της τελευταίας, ως προς την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού δίκασε την αγωγή ως προς την εναγομένη Ε.
Τ., απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 και 713 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1, 98 επ., 100, 123, 167 και 168 του Κώδικα Δικηγόρων, όσον αφορά στην κατάρτιση σύμβαση εντολής μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος δικηγόρου.
Εξάλλου, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο στέρησε την απόφασή του και από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για την καταβολή της αμοιβής που προεκτέθηκε, αφού: 1) δεν αιτιολογεί επαρκώς κατ'εντολή ποίου προσώπου η αναιρεσίβλητη Ε.
Τ. πρόσθεσε τη χειρόγραφη σημείωση στο από 1-11-2007 σχέδιο αποδείξεως, που είχε συντάξει ο ενάγων, με την οποία τροποποιούνται οι όροι καταβολής της επίμαχης δικηγορικής αμοιβής, εφόσον δέχεται ότι δεν υπήρξε εντολέας του ενάγοντος, ούτε πως δεσμεύεται από τη χειρόγραφη αυτή προσθήκη ο συνεναγόμενός της Π.
Τ., 2) δεν αιτιολογεί γιατί θεωρεί ως μόνο εντολέα του ενάγοντος τον Π. Τ., με την ιδιότητα του αντιπροσώπου της εναγομένης εταιρείας, αλλά και ατομικά, όσον αφορά τις υποθέσεις της εταιρείας … ΕΠΕ, όταν δέχεται περαιτέρω ότι στην από 14-11-2006 επιστολή του προς τον αναιρεσείοντα ο Π. Τ. αναφέρει ότι ''το ποσό των 100.000 ευρώ θα σου εξοφλήσουμε αμέσως με την πώληση του ακινήτου επί των οδών ... 11 και ... 9 και από το τίμημα της πωλήσεως...'', χωρίς να διευκρινίζει γιατί ο Π.
Τ. αναφέρεται σε περισσότερους του ενός οφειλέτες, με τη χρήση της φράσης '' θα σου εξοφλήσουμε'', και σε ποιον ή ποιους ανήκε κατά κυριότητα το υπό πώληση ως άνω ακίνητο, από το τίμημα του οποίου θα εξοφλείτο ο ενάγων δικηγόρος και 3) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν είχε και σε καταφατική περίπτωση ποια σχέση είχε η αναιρεσίβλητη με τις εταιρείες με τις επωνυμίες'' ...
LIMITED'' και ''... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ'', των οποίων τις υποθέσεις διεκπεραίωσε ο αναιρεσείων κατ' εντολή του Π. Τ., όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώθηκε παραδεκτά , κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από την Εισηγήτρια, είναι βάσιμος.
Ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στον ίδιο λόγο και ειδικότερα στο δεύτερο σκέλος του, ότι δηλαδή υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια αιτιολογιών, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν στο παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της σύμβασης εντολής και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή του για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης ως προς την αναιρεσίβλητη Ε. Τ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν πλήττονται δικονομικές διατάξεις, αλλά οι προαναφερόμενοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, από τους οποίους απορρέει η νομιμοποίηση ή μη της αναιρεσίβλητης.
4. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6.666/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ