Supreme Court dismisses appeal in defamation case where lower court correctly ignored irrelevant lawyer recall argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a claim for damages due to defamation. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider the defendant's recall of the lawyer's mandate, which he claimed was legally significant. The court held that the validity of the lawyer's recall was irrelevant to the core issue of the truthfulness of the defamatory statements, rendering the appellant's argument inadmissible under the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(19), and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The court must disregard arguments that do not affect the outcome of the trial, and an appeal based on the non-consideration of such irrelevant facts is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 599 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 599/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αργυρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1436/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6512/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 29-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ oυσίαν.
Κατά δε την διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στην συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 864/1988), δηλαδή, μόνον τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ. 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξ’ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 57 Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α’ - δ’ ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367§1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ.
και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου, περιστατικά που προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ.
Α.Π.265/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με το από 3.05.1998 εργολαβικό δίκης ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) ανέθεσε στον ενάγοντα, (ήδη αναιρεσείοντα), δικηγόρο Αθηνών τον νομικό χειρισμό υπόθεσής του εναντίον των Ι. Π., Μ. Λ. και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....".
Επί της υποθέσεως αυτής επιτεύχθηκε τελικά εξώδικος συμβιβασμός και στις 11.04.2003 υπεγράφη μεταξύ του εναγομένου και των εκ ως άνω αντιδίκων του, Μ. Λ. και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", σύμβαση αναγνώρισης χρέους και εξώδικου διακανονισμού απαιτήσεως. Με βάση τον εξώδικο αυτό συμβιβασμό το συνολικό ποσό οφειλής, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί στον εναγόμενο από τους αντιδίκους του, ανερχόταν στο ποσό των 154.071,9 ευρώ.
Κατά την ημέρα υπογραφής του συμφωνητικού αυτού καταβλήθηκε στον εναγόμενο το ποσό των 44.020,55 ευρώ ενώ το υπόλοιπο ποσό των 110.051,36 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 3 ισόποσες δόσεις, ύψους 36.683,79 ευρώ της καθεμίας, με καταληκτικές ημερομηνίες καταβολής αυτών την 30η.10.2004, την 30η. 10.2005 και την 30η.10.2006 και με ετήσιο τόκο 8%.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση ολοσχερούς καταβολής του οφειλόμενου συνολικού ποσού των 154.071,9 ευρώ μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του έτους 2004 δεν θα οφείλονταν τόκοι επ’ αυτού. Δεκτικός καταβολής των ως άνω ποσών ορίστηκε ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου. Στις 03.02.2004 ο ενάγων εισέπραξε για λογαριασμό του εναγομένου το ποσό των 35.000 ευρώ έναντι της πρώτης δόσης του εξώδικου συμβιβασμού.
Ο εναγόμενος με την με ίδια ως άνω, ημερομηνία επιστολή του προς τον ενάγοντα αντιτάχθηκε στην είσπραξη του ως άνω ποσού, καθόσον υπολειπόταν της συμφωνημένης δόσης και επιπλέον δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες συμφωνηθέντες τόκοι. Στη συνέχεια, στις 05.10.2004 ο εναγόμενος απέστειλε εκ νέου επιστολή στον ενάγοντα διαμαρτυρόμενος για την μη είσπραξη των οφειλόμενων τόκων καθώς και για τον εν γένει χειρισμό της υπόθεσής του από τον ενάγοντα, δηλώνοντάς του προσέτι ότι του αφαιρεί την ευθύνη της υπόθεσής του και ότι ανακαλεί την εντολή είσπραξης των υπόλοιπων εκκρεμών δόσεων.
Την ανάκληση της εντολής είσπραξης ο εναγόμενος την επανέλαβε και με τις από 08.02.2005 επιστολές του, τις οποίες απέστειλε στον ενάγοντα αλλά και στον δικηγόρο των αντιδίκων του, στον οποίο γνωστοποιούσε την διακοπή της συνεργασίας του με τον ενάγοντα, καθόσον στις 07.02.2005 ο ενάγων εισέπραξε για λογαριασμό του το ποσό των 35.000 ευρώ έναντι της δεύτερης δόσης του εξώδικου συμβιβασμού χωρίς την ταυτόχρονη είσπραξη των συμφωνηθέντων τόκων.
Όμως οι αντίδικοι του εναγομένου προχώρησαν σε άλλες δύο καταβολές προς τον ενάγοντα, ως δεκτικό καταβολής του εναγομένου, στις 02.02.2006 και στις 14.03.2006, ποσών 35.000 ευρώ και 5.050 ευρώ αντίστοιχα. Από τα ανωτέρω ποσά που εισέπραττε ο ενάγων για λογαριασμό του εναγομένου παρακρατούσε το ποσό που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 20% και αντιπροσώπευε την δικηγορική αμοιβή του σύμφωνα με το προαναφερθέν από 03.05.1998 εργολαβικό δίκης.
Στη συνέχεια, ο εναγόμενος επέδωσε στις 19.05.2006 στον ενάγοντα την από 11.05.2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία - καταγγελία του όπου, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ακόλουθα: "...2. ΕΠΕΙΔΗ μέχρι τον Φεβρουάριο 2004 καταβλήθηκαν μόνο 35.000.00 ΕΥΡΩ, ποσό που υπολείπεται της συμφωνημένης δόσης του τοκοχρεωλυσίου. 3.
ΕΠΕΙΔΗ την 05 Οκτωβρίου του 2004 και πριν από την ημερομηνία καταβολής της δεύτερης δόσης (30.10.2004) Σας αφαίρεσα την σχετική εντολή οπότε και παύσατε να είστε πληρεξούσιος μου και να δικαιούστε να λαμβάνετε για λογαριασμό και στο όνομα μου οποιεσδήποτε χρηματικές καταβολές. 4. ΕΠΕΙΔΗ Εσείς κατόπιν τούτου και παρόλο, που δεν είχατε πλέον την σχετική νομιμοποίηση, δεχθήκατε δύο (2) επί πλέον καταβολές τον Φεβρουάριο του 2005 και τον Φεβρουάριο του 2006, ύψους 35.000,00 ΕΥΡΩ έκαστη, τις οποίες ωστόσο δεν μου εμβάσατε στο ακέραιο, όπως οφείλατε, αλλά παρακρατήσατε από την κάθε μία 7.000,00 ΕΥΡΩ και συνολικά 14.000,00 ΕΥΡΩ. 5.
ΕΠΕΙΔΗ όπως αντιλαμβάνεστε αυτό αντίκειται σε κάθε έννοια έννομης τάξης, συναλλακτικών ηθών, καλής πίστης και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα μεταξύ μας συμφωνηθέντα, όπου η "εργολαβία ανάληψης της υπόθεσης" από μέρους Σας αποτελεί ερμηνεία εικονικής πραγματικότητας και απέχει πολύ από τον ορισμό Σας ως "δεκτικού καταβολών για λογαριασμό μου", όπως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό της 11.04.2003. 6.
ΕΠΕΙΔΗ η συμπεριφορά Σας αυτή πέραν των άλλων είναι αντιδεοντολογική ως δικηγόρου και όχι άμοιρη ποινικών ευθυνών, Σας καθιστά υπόλογο απέναντί μου και άμεσα υπόχρεο να μου εμβάσετε όλο το ποσό των 14.000,00 ΕΥΡΩ, που αντισυμβατικά και όλως παρανόμως παρακρατήσατε εις βάρος των έννομων συμφερόντων μου, που οφείλατε να υπερασπίζεστε και να προάγετε, από τις δύο (2) καταβολές, που πραγματοποίησε ο Μ.
Λ., συνολικού ύψους 70.000,00 ΕΥΡΩ...". Πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι τα περιστατικά που ανέφερε στην προπαρατεθείσα εξώδικη δήλωσή του ο ενάγων ήταν ψευδή, αφού πράγματι τον Φεβρουάριο του έτους 2004 είχε καταβληθεί από τους αντιδίκους του εναγομένου μόνο το ποσό των 35.000 ευρώ, που υπολείπονταν της συμφωνημένης δόσης ενώ στις 05.10.2004 παρότι ο εναγόμενος είχε ανακαλέσει την εντολή είσπραξης των υπόλοιπων δόσεων από τον ενάγοντα, ο τελευταίος συνέχισε να ενεργεί ως δεκτικός καταβολής και για λογαριασμό του εναγομένου εισπράττοντας τα ανωτέρω ποσά, από έκαστο των οποίων παρακρατούσε ποσοστό 20%, που αντιστοιχούσε στην αμοιβή του.
Εξάλλου, ο εναγόμενος, όταν απέστειλε στον ενάγοντα την επίδικη εξώδικη δήλωση, δεν προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντα ούτε έθιξε την τιμή και την υπόληψη του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά αποσκοπούσε στην προάσπιση των δικαιωμάτων του καθόσον, όπως είχε πεποίθηση ο εναγόμενος, ο ενάγων με το να εισπράττει κάθε φορά για λογαριασμό του έλασσον ποσό της οφειλόμενης δόσης ενεργούσε αντίθετα στα συμφέροντα του.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι ναι μεν με την 588/2013 απόφασή του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, κρίθηκε ότι ο εναγόμενος δεν τέλεσε σε βάρος του ενάγοντα, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ούτε και της απλής δυσφήμισης, αλλά έχει διαπράξει το αδίκημα της απλής εξύβρισης διότι δεν τήρησε το αναγκαίο μέτρο της έκφρασης του, στο επίδικο από 11-5-2006 εξώδικο και μετά ταύτα έπαυσε υφ’ όρο την ποινική δίωξη κατ’ άρθρο 4παρ.
Ιβ’ του Ν. 4043/2012, πλην όμως η εν λόγω απόφαση εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, συνεκτιμώμενη με τις λοιπές αποδείξεις και δεν δεσμεύει το παρόν δικαστήριο ..... Με βάση λοιπόν, όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της δυσφήμισης, συκοφαντικής ή απλής, όσον αφορά τον εναγόμενο, ενώ σε κάθε περίπτωση, το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντα από την αναγραφή των ως άνω επίμαχων φράσεων στην από 11.5.2006 εξώδικη δήλωση από τον εναγόμενο αίρεται, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, έγινε προς προάσπιση των συμφερόντων του και προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του (άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ), όπως βάσιμα υποστηρίζει αυτός, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δεδομένου μάλιστα ότι ούτε ο ενάγων πρότεινε κατ’ αντένσταση τέτοιο ισχυρισμό και επομένως ο ενάγων δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ....".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. ιγ του ΠΚ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου [του ΑΚ και του ΠΚ.], διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ιδίων ως άνω διατάξεων, τις οποίες έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, αφ’ ενός μεν ότι τα περιεχόμενα στην από 11-5-2006 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου περιστατικά γεγονότα δεν ήταν ψευδή, αφού πράγματι τα ποσά που είχαν καταβληθεί από τους αντιδίκους του, υπολείπονταν των συμφωνημένων κατά το ποσό του κεφαλαίου και των τόκων και παρότι ο αναιρεσίβλητος είχε ανακαλέσει την εντολή είσπραξης των υπολοίπων δόσεων, ο αναιρεσείων συνέχιζε να ενεργεί ως δεκτικός καταβολής και για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, εισπράττοντας τα ποσά αυτών από τα οποία παρακρατούσε το αντιστοιχούν στην αμοιβή του ποσοστό, αφ’ ετέρου δε ότι με την αποστολή του εξωδίκου ο αναιρεσίβλητος δεν προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος ούτε έθιξε την τιμή και την υπόληψή του, αλλά αποσκοπούσε στην προάσπιση των δικαιωμάτων του, καθόσον όπως είχε πεποίθηση ο αναιρεσείων με το να εισπράττει κάθε φορά για λογαριασμό του ποσό μικρότερο της οφειλόμενης δόσης ενεργούσε αντίθετα στα συμφέροντά του.
Οι ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου δικαιολογούν την κρίση αυτού, κατά κύρια αιτιολογία, ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της δυσφήμισης, συκοφαντικής ή απλής, γεγονός που αποκλείει την παροχή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε, κατ’ αποδοχή της από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, ότι σε κάθε περίπτωση αίρεται το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος από την αναγραφή των επίμαχων φράσεων στην ως άνω εξώδικη δήλωση διότι τούτο έγινε προς προάσπιση των συμφερόντων του και προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ, δεδομένου άλλωστε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει κατ’ αντένσταση τέτοιο ισχυρισμό.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η ως άνω κύρια αιτιολογία της αποφάσεως, αλυσιτελείς παρίστανται οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι από το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη για την επάλληλη αιτιολογία της περί μη συνδρομής περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ.
Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι είναι αβάσιμοι ενόψει του ότι αυτός δεν είχε προβάλλει πρωτοβαθμίως τέτοιον ισχυρισμό, όπως προκύπτει τούτο από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, των πρωτοβαθμίων προτάσεών του και της εφέσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ’ όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ’ όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπ’ όψιν από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, ή ελήφθη υπόψιν και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1/2011).
Για να υπάρξει λόγος για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να είναι λυσιτελής, να έχουν επίδραση στο διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι ενδιαφέρον στοιχείο της υποθέσεως, η οποία αφορά αγωγή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, υπέστη ο ίδιος λόγω συκοφαντικής δυσφημήσεώς του, είναι προ παντός η αλήθεια ή μη των όσων γεγονότων διέδωσε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων.
Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και το γεγονός της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ανακλήσεως της εντολής του προς τον αναιρεσείοντα για την διεπεραίωση της υποθέσεώς του, για το οποίο το Εφετείο δέχθηκε, ότι είναι αληθές και ότι έλαβε χώραν με τις από 5-10-2004 και 8-2-2005 επιστολές του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα.
Ουδεμίαν δε σημασίαν έχει στην προκειμένη περίπτωση το νόμιμο ή μη της ανακλήσεως της εντολής. Επομένως, το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε το άρθρο 170 Ν.Δ. 3026/1954, το οποίο ρυθμίζει την συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις του εντολέως και του εντολοδόχου δικηγόρου μετά από την ανάκληση της εντολής και δεν έλαβε υπ’ όψιν τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος, εν όψει των αναφερομένων ανωτέρω, είναι αλυσιτελής.
Ακολούθως, το Εφετείο δεν υπέπεσε την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 8 Κ.Πολ.Δ. και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Εν όψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιανουαρίου 2015 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6512/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ