Supreme Court dismisses appeal in divorce case where lower court already granted divorce, finding no legal interest to appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision in a divorce dispute. The appellant argued that the lower court's rejection of her own divorce claim required review, but the court found the divorce had already been granted based on the respondent's admission of marital breakdown. Consequently, the court ruled there was no legal interest to appeal, as the only legal consequence was the dissolution of the marriage, which had already occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 & 4, 576 §§ 1-3 of the Code of Civil Procedure; If the legal consequence sought by both parties (dissolution of marriage) has already been achieved through the admission of the opposing party's claim, there is no legal interest to appeal, rendering the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 599 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 599/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Α., εν διαστάσει Ά. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάλλιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 2/11/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1021/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1672/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/7/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 24/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 108,110 § 2,498 § 1,568 §§ 1,2 & 4, 576 §§ 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικο του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτηση της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 407/2004,ΑΠ 1061/2010]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 7366Δ/2-4-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών, ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της από 17-7-2013 με αριθμό κατάθεσης 539/2013 αίτησης για αναίρεση της 1672/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, ερήμην της αναιρεσείουσας, έχει επιδοθεί σ' αυτήν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου.
Επομένως αυτή, που δεν παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, θα ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα [άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ].
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 1672/2013 απόφαση του εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1021/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 2-11-2006 αγωγή του αναιρεσίβλητου με αρ. κατάθ. 9970/2006 και είχε απορρίψει την από 5-10-2004 και αρ. κατάθ. 8822/2005 αγωγή της αναιρεσείουσας και απήγγειλε την λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου για ισχυρό κλονισμό της εγγάμου σχέσεως. O λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν παρά το νόμο το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού.
Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.
Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθ' εαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (ΚΠολΔ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγόμενου, τα δε ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής.
Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι, όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ' αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο του αντικειμενικού κλονισμού του γάμου (Α.Π. 1326/2008, Α.Π. 1301/2005, Α.Π. 669/2005).
Τέλος, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης επί της έφεσης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η έλλειψή του δε συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου της έφεσης ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, 516 και 532 ΚΠολΔ)(ΑΠ 491/2010). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1672/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι διάδικοι, Κύπριοι υπήκοοι που είχαν, και διατηρούν, την τελευταία κοινή συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, άσκησαν τις αντίθετες αγωγές: Α) από 5-10-2004 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 8822/6-10-2005) της Ε. Κ. με την οποία ζήτησε τη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο Ά.
Σ., λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης τους, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγόμενου και Β) από 2-11- 2006 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 9970/2-11-2006) του Ά. Σ. με την οποία ζήτησε επίσης τη λύση του γάμου του με την εναγόμενη-ενάγουσα στην πρώτη αγωγή, για το λόγο ότι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς, περισσότερο από τέσσερα χρόνια, με πρόθεση οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους.
Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάστηκαν ως συναφείς (άρθρο 246 Κ.Πολ.Δικ.) εκδόθηκαν από το ως άνω δικαστήριο: α) η με αριθμό 4923/2008 μη οριστική απόφαση με την οποία, αφού κρίθηκε ότι παραδεκτά ασκήθηκαν οι εν λόγω αγωγές ενώπιον του, για να συζητηθούν κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρο 592 επ.
Κ.Πολ.Δικ.) διότι τούτο έχει διεθνή δικαιοδοσία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1α του Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΚ 2201/2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στις γαμικές διαφορές και στις διαφορές γονικής μέριμνας, που άρχισε να ισχύει από 1-3-2005, γιατί οι διάδικοι, Κύπριοι υπήκοοι είχαν και εξακολουθούν να διατηρούν την τελευταία κοινή συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα (βλ.
και Ευδοξία Κιουπτσίδου "Ζητήματα των Κανονισμών 2201/2003 και 1347/2000 - του Συμβουλίου της ΕΚ - σχετικά με την διεθνή δικαιοδοσία και αναγνώριση αποφάσεων στις γαμικές διαφορές" σε ΕλλΔνη 2005, 661, 662επ) - διατάχθηκε - η επανάληψη στο ακροατήριο της συζήτησης (άρθρο 254 ΚπολΔικ) προκειμένου να προσκομισθούν οι διατάξεις του Κυπριακού Δικαίου, που αφορούν τη λύση του γάμου, για να κριθεί η νομιμότητα ων δύο αγωγών διαζυγίου, ως εφαρμοστέο δίκαιο, σύμφωνα με τα άρθρα 14 εδ α' και 16 ΑΚ, αφού οι διάδικοι κατά το χρόνο άσκησης των δύο αγωγών, είχαν κοινή ιθαγένεια την Κυπριακή και εισαγόταν προς διάγνωση και επίλυση ιδιωτική διαφορά από διεθνή έννομη σχέση, δηλαδή με στοιχεία αλλοδαπότητας (βλ.
Ηλ. Κρίσπη Ι.Δ.Δ. Γεν. Μέρος παρ. 2 σελ. 12επ) όπου τίθεται θέμα εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία οι αγωγές, αφού κρίθηκαν νόμιμες σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο, κατά το οποίο το διαζύγιο χωρεί επίσης: αφ' ενός στην περίπτωση που οι μεταξύ των συζύγων σχέσεις έχουν κλονισθεί ισχυρώς, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων ώστε βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα (άρθρο 111 παρ. 2 (B) του Κυπριακού Συντάγματος) και αφετέρου στην περίπτωση συνεχούς διάστασης των συζύγων για τέσσερα τουλάχιστον χρόνια (άρθρο 14 του Κυπριακού Νόμου του 1990 περί Οικογενειακών Δικαστηρίων - βλ.
σχετικά προσαγόμενη νομική πληροφορία Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου) απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή της Ε. Κ. ως ουσιαστικά αβάσιμη και έγινε δεκτή η δεύτερη αγωγή του Ά. Σ. ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια αυτής βάση, περί τετραετούς διάστασης, και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων που τελέστηκε στην …, στις 30-12-1990.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή, ήδη εκκαλούσα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο εκπροσωπούμενη από την Πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καραουλάνη που διορίστηκε με το με αριθμό .../2011 Ειδικό προς τούτο Πληρεξούσιο της Συμβ/φου Αθηνών Σοφίας Γεωργιάδη (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 98 παρ. 1, 104 ΚΠολΔικ ΑΠ 1057/2012 ΝΟΜΟΣ) άσκησε την από 10-5-2012 έφεσή της (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 3838/15-5-2012) εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 518 ΚΠολΔικ, με την οποία παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί επικαλούμενη κυρίως ηθικό συμφέρον την εξαφάνιση της απόφασης, προκειμένου ν' απορριφθεί η αγωγή του εφεσίβλητου και να γίνει δεκτή η αγωγή της και ως βάσιμη στην ουσία της και να λυθεί ο γάμος τους λόγω ισχυρού κλονισμού στις σχέσεις τους, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του εφεσίβλητου άλλως και σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αντίθετη αγωγή ν' απαλειφθούν τα βλαπτικά γι' αυτήν περιστατικά από το σκεπτικό της εκκαλουμένης απόφασης.
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, που δεν αφίστανται από όσα προβλέπονται από το Κυπριακό Δίκαιο όπως παραπάνω, για τους λόγους διαζυγίου, η κρινόμενη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος (καθ' όσον η έννομη συνέπεια, δηλαδή η λύση του γάμου που επεδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή από την εκκαλουμένη της αγωγής του εφεσιβλήτου λόγω του τεκμαιρόμενου ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από την, επί τετραετία, συνεχή διάστασή τους.
Το γεγονός δε ότι η απόφαση αυτή περιέχει δυσμενείς για την εκκαλούσα αιτιολογίες καθ' όσον αφορά την απόρριψη της δικής της αγωγής, δεν έχει καμία νομική επίδραση στις έννομες σχέσεις της, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον για άσκηση της έφεσης, αφού από τις αιτιολογίες αυτές δεν δημιουργείται δεδικασμένο αλλά η μόνη έννομη συνέπεια που επέρχεται είναι η επιδιωκόμενη και από αυτή λύση του γάμου ...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε για έλλειψη εννόμου συμφέροντος την έφεση της αναιρεσείουσας (εκκαλούσας) κατά του αναιρεσίβλητου (εφεσίβλητου) και της 1021/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως δέχεται το Εφετείο, μετά παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου έλυσε με διαζύγιο, το γάμο τους για λόγο αναφερόμενο στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την αντίθετη αγωγή της.
Η απόρριψη αυτή, αναφέρεται σε κήρυξη απαραδέκτου, αφού το Εφετείου δεν εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης, αλλά αρκέστηκε μόνο στην διακρίβωση της έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας να ασκήσει έφεση κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης. Ενόψει αυτών, το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Άρα ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Συνεπώς ενόψει αυτών η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (Δημοσίου 1591275, 1591276, 1591277 και ΤΑΧΔΙΚ 042682, 042683, 042684 σειρά Α) [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου [άρθρο 176 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση της Ε. Κ. του Α., Ά. Σ., για αναίρεση της υπ' αρ. 1672/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (Δημοσίου 1591275, 1591276, 1591277 και ΤΑΧΔΙΚ 042682, 042683, 042684 σειρά Α).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700 ] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ