Supreme Court suspends appeal due to pending constitutional equality case before Full Bench.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal proceedings against the First Instance Court's decision regarding a lawyer's fee. The core issue was whether a private lawyer employed by a municipality should receive a specific allowance under a law applicable only to public administration staff. The court deferred judgment because the constitutionality of this allowance for non-public employees depends on a pending Full Bench ruling on the principle of equal pay.
Legislator headnote
AI generatedArt. 249 of the Code of Civil Procedure; The court may suspend appeal proceedings when the judgment depends on a constitutional issue pending before the Full Bench to ensure uniformity and avoid contradictory rulings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 599 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 599/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Παπαδοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της Αργυρούλας Τσακανίκα, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 27-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η μη χορήγηση στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Βόλου ως δικηγόρος, με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενος μισθολογικά στις διατάξεις των Ν. 2470/ 1997 και 3205/2003 περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, της παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδάφ.
β' του Συντάγματος), εφόσον πληρούσε ο ενάγων τη μοναδική προϋπόθεση για την χορήγησή της, που είναι η υπαγωγή του στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (με το Ν. 2470/ 1997 έως 31-12-2003 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/2003). Ακολούθως δε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 48/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί (εν μέρει) την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα την επίδικη παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει ο αναιρεσείων Δήμος Βόλου, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδάφ. β' του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003.
Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επεκτάσεως ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), της χορηγήσεως της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.
και στα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος, έχει δε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού η 10η Απριλίου 2014.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί (ανασταλεί), κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση αποφάσεως επί του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί της από 10-3-2013 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθμ. 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ