Supreme Court allows partial appeal against Athens Court of Appeal judgment on municipal compensation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against specific sections of the Athens Court of Appeal's judgment regarding a compensation claim by a resident against the municipality. The appellant argued for a review of the lower court's decision, while the opposing parties contested the grounds for reversal. The court ruled to overturn the appealed portions and remand the case for further proceedings by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3) and 307(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for retrial by a different panel when the lower judgment is flawed in specific sections, ensuring a fair trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 599 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 599/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Προυσανίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Βαγιάνο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. και 2. Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Βαγιάνο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Γ. Της αναιρεσείουσας: Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Βαγιάνο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. και 2. Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ως διαδόχου του Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, που καταργήθηκε (άρθρο 1.ν. 3852/2011), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Προυσανίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Αυγούστου 2004 αγωγή αποζημίωσης της διαδίκου Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5563/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 942/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι με στοιχεία Α' , Β' και Γ' αναιρεσείοντες με τις Α. 654/27.7.2011, Β.830/14.10.2011 και Γ.663/29-7-2011 αιτήσεις και το Β(α) 203/18.12.2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων με στοιχ. Α.654/27.7.2011, Β.830/14.10.2011, Γ. 663/29-7-2011 αιτήσεων και Β(α) 203/18-12-2012 δικογράφου προσθέτων λόγων για αναίρεση της αυτής, 942/28.2.2011, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, την παραδοχή του δεύτερου λόγου κατά τα στοιχ. (β) και (ε) σκέλη του και του ένατου κατά το με στοιχ. (γ) σκέλος του της με στοιχ. Α' αιτήσεως, του δευτέρου λόγου του με στοιχ. Β(α) προσθέτου δικογράφου της με στοιχ. Β. αιτήσεως και του πρώτου λόγου της με στοιχ. Γ' αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α.654/27-8-2011, Β.830/14-10-2011 και Γ. 663/29-7-2011 αιτήσεις και Β (α) 203/18-12-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της αυτής, 942/28-2-2011, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α.Β και Γ χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, σειρά κατ' αρίθμηση με την οποία στη συνέχεια θα αναφέρονται, πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως, με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα με το 113743/6985/31-8-2004 δικόγραφο αγωγών, με ενάγουσα την Μ. θυγ. Δ. Τ. συζ. Α. Β. και εναγομένους (α) το Ελληνικό Δημόσιο και (β) τον Δήμο Αργυρούπολης και ήδη και Ελληνικού, εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής αποζημιώσεως της δι' αυτού ενάγουσας, απορρέουσα από την αποδιδόμενη στα όργανα των εναγομένων άδικη και υπαίτια πράξη, συνισταμένη στην από κοινού από τους τελευταίους παράνομη κατάληψη των περιγραφομένων οικοπέδων της κυριότητάς της, με αποτέλεσμα να υποστεί αποθετική ζημία ισόποση προς τη μισθωτική αυτών αξία από την αναφερομένη κατά περίπτωση δυνατότητα χρήσεως αυτών, την οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από την εκμίσθωσή τους, διώκουσα επιπρόσθετα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάστασή της ηθικής βλάβης, την οποία από την αιτία αυτή υπέστη.
Επί των εν λόγω υποκειμενικώς (ΚΠολΔ 74) και αντικειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ218 παρ.1) εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή τους, η 5563/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από (ι) 10745/16-11-20096, (ιι) 10848/18-11-2009 και(ιιι) 10868/2009 εφέσεις των διαδίκων, η 942/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ (ιι) εφέσεως του πρώτου των εναγομένων και παραδοχή των με στοιχ (ι) και (ιιι) εφέσεων της ενάγουσας και του δεύτερου των εναγομένων, την οποία στήριξε τις ακόλουθες αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, " Η ενάγουσα έχει στην αποκλειστική κυριότητα της πέντε (5) οικόπεδα, που βρίσκονται στο Δήμο Αργυρούπολης Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεων τoυ άνω Δήμου και εμφαίνονται στο από τον μήνα Νοέμβριο 1957 σχεδιάγραμμα των μηχανικών Δ.-Π.
και Μ. που επισυνάπτεται στο υπ' αριθμ. .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Μιχ. Καρτσούνη και συγκεκριμένα: α) το υπ' αριθμ. έντεκα (11) οικόπεδο στο 300 Ο.Τ. του Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, εκτάσεως 487 τμ., που συνορεύει δυτικά με την οδό ... επί προσώπου 14,50 μ., ανατολικά τα υπ' αριθμ. 5 και 6 οικόπεδα του ιδίου τετραγώνου επί συνολικής πλευράς 14,50 μ., βόρεια με το υπ' αριθμ. 12 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 33,60 μ.
και νότια με το υπ' αριθμ. 10 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 33,60 μ., β) το υπ' αριθμ. δώδεκα (12) οικόπεδο στο 300 Ο.Τ. του Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, εκτάσεως 487,20 τ.μ. που συνορεύει δυτικά με την οδό ... επί προσώπου 14,50 μ., ανατολικά με το υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 14,50 μ., βόρεια με το υπ' αριθμ. 13 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 33,60 μ.
και νότια με το υπ' αριθμ. 11 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 33,60 μ., γ) το υπ' αριθμ. δέκα πέντε (15) οικόπεδο στο 280 Ο.Τ. του Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, εκτάσεως 534,40 τ.μ. που συνορεύει δυτικά με την οδό Πελοποννήσου επί προσώπου 13,70 μ., ανατολικά με το υπ' αριθμ. 10 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 13,75 μ., βόρεια με το υπ' αριθμ. 16 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 37,92 μ.
και νότια με τα υπ' αριθμ. 13 και 14 οικόπεδα του ιδίου τετραγώνου επί συνολικής πλευράς 40,10 μ., δ) το υπ' αριθμ. τρία (3) οικόπεδο στο 308 Ο.Τ. του Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, εκτάσεως 416 τ.μ. που συνορεύει βόρεια με την οδό Διγενή Ακρίτα επί προσώπου 14,50 μ., ανατολικά με το υπ' αριθμ. 4 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 28,80 μ., δυτικά με το υπ' αριθμ. 2 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 28,60 μ.
και νότια με το υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 15,05 μ. και ε) το υπ' αριθμ. δέκα επτά (17) οικόπεδο στο 310 Ο.Τ. του Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, εκτάσεως 575,30 τ.μ. που συνορεύει δυτικά με την οδό ... επί προσώπου 22,00 μ., ανατολικά με τα υπ' αριθμ. 4, 5 και οικόπεδα του ιδίου τετραγώνου επί συνολικής πλευράς 22,00 μ., βόρεια με το υπ' αριθμ. 18 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 26,20 μ.
και νότια με το υπ' αριθμ. 16 οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου επί πλευράς 26,10 μ. Την κυριότητα των ανωτέρω ακινήτων (οικοπέδων), απέκτησε η ενάγουσα κατά ποσοστό 3/4 αδιαιρέτως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος την 29-4-1974 στην Αθήνα πατέρα της Δ. Α. Τ. και κατά το υπόλοιπο 1/4, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας την 27-11-1993 στην Αθήνα μητέρας της Ε.
χας Δ. Τ. θυγ. Χ. Φ.. Η τελευταία (μητέρα της ενάγουσας), είχε αποκτήσει το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό του 1/4 αδιαιρέτως, λόγω κληρονομικής διαδοχής του ως άνω αποβιώσαντος την 29-4-1974 συζύγου της Δ. Α. Τ., του οποίου την κληρονομία, ως προς τα άνω οικόπεδα, είχε αποδεχθεί από κοινού με την θυγατέρα της (ενάγουσα), με την .../1975 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίου Δροσόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ηλιουπόλεως Αττικής στον τόμο 75 και με αύξ.
αριθμ. ..., ενώ για το σχετικό κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας και της μητέρας της είχε εκδοθεί και το 1198/1974 κληρονομητήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την, κατά τ' ανωτέρω, κληρονομιά της μητέρας της, η ενάγουσα αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../1994 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Λέου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ηλιούπολης στο τόμο ...
και με αριθμ. 4. Κατά τα τέλη του έτους 1983, ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος Αργυρούπολης άρχισε να προβαίνει σε αυθαίρετη κατάληψη των ανωτέρω οικοπέδων της ενάγουσας, αποβάλλοντας την χωρίς να έχει δικαίωμα (παράνομα) και υπαίτια από την νομή και κατοχή των ανωτέρω ακινήτων της, τα οποία αυτή νεμόταν και κατείχε μέχρι τότε.
Συγκεκριμένα, την 16-12-1983, κατέλαβε τα υπ' αριθμ. 11 και 12 οικόπεδα της που βρίσκονται στο 300 Ο.Τ. (επί της οδού ...) και τα μετέτρεψε σε χώρο πρασίνου, την 5-1-1984 κατέλαβε το υπ' αριθμ. 3 οικόπεδο του 308 Ο.Τ., το οποίο μετέτρεψε σε παιδική χαρά, την 9-3-1984 κατέλαβε το υπ' αριθμ. 17 οικόπεδο το οποίο επίσης μετέτρεψε σε παιδική χαρά και την 6-11-1984 κατέλαβε και ισοπέδωσε το υπ' αριθμ. 15 οικόπεδο του 280 Ο.Τ.
το οποίο μετέτρεψε σε χώρο πρασίνου. Έκτοτε ο δεύτερος εναγόμενος, έχοντας φυτέψει διάφορα δενδρύλλια και φυτά και τοποθετήσει όργανα παιδικής χαράς, χρησιμοποιούσε τα ανωτέρω πέντε οικόπεδα της ενάγουσας για ικανοποίηση των αναγκών των δημοτών του. Η ενάγουσα προς απόκρουση των παραπάνω διαταράξεων της νομής της, κατέθεσε άμεσα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών τις από 19-12-1983, 10-1-1984, 22-3-1984 και 6-11-1984, αντιστοίχως, αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής εναντίον του δευτέρου εναγομένου Δήμου Αργυρούπολης, εκ των οποίων κατά τη συζήτηση της τελευταίας, το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Δήμου, και επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 6/1984, 11/1984, 38/1984 και 153/1984, αντιστοίχως, αποφάσεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με τις οποίες απαγορεύθηκε η άσκηση διακατοχικών πράξεων επί των ακινήτων αυτών στους διαδίκους και σε κάθε τρίτο, μέχρι να επιλυθεί η διαφορά από τα αρμόδια δικαστήρια.
Το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις 19-9-1984, ενώ ο Δήμος Αργυρούπολης είχε ήδη προβεί στις προαναφερθείσες παράνομες καταλήψεις των υπ' αριθμ. 11, 12, 3 και 17 οικοπέδων της ενάγουσας, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ.Δ.3950/1246/19-9-1984 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, θεωρώντας ότι τα ως άνω ακίνητα ήσαν ανέκαθεν δικά του, τα κατέγραψε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων και εξέδωσε δια του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών τα παρακάτω Πρωτόκολλα Κατάληψης Δημοσίου Κτήματος, ήτοι α) το 1885/26-10-1984 (για τα υπ' αριθμ. 11 και 12 οικόπεδα του 300 Ο.Τ.), β) το 1887/29-10-1984 (για το υπ' αριθμ. 17 οικόπεδο του 310 Ο.Τ.), γ) 1888/29-10-1984 (για το υπ' αριθμ. 15 οικόπεδο του 280 Ο.Τ.) και δ) 1890/29-10-1984 (για το υπ' αριθμ. 3 οικόπεδο του 308 Ο.Τ.), τα οποία (πρωτόκολλα) ακολούθως, στις 7 και 13 Νοεμβρίου 1984, μετέγραψε στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο του Δήμου Ηλιουπόλεως.
Στη συνέχεια το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την Α.8225/792/9-10-1986 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, παραχώρησε δωρεάν και κατά πλήρη κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο Δήμο τα υπ' αριθμ. 15 του 280 Ο.Τ. και 3 του 308 Ο.Τ. οικόπεδα, την ως άνω δε απόφασή του ανακάλεσε μερικώς, όσον αφορά το υπ' αριθμ. 15 οικόπεδο του 280 Ο.Τ.
με την Κ.Υ.Α. 1011584/633/Α0010/2-3-1993, λόγω μη εκπλήρωσης του σκοπού της παραχώρησης του μέσα στην οριζόμενη, από την προηγούμενη απόφαση του, πενταετία. Ωστόσο, ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος Αργυρούπολης συνέχισε να νέμεται και κατέχει όλα τα ως άνω οικόπεδα της ενάγουσας και να τα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες των δημοτών του και δη, ως χώρους πρασίνου και παιδικές χαρές.
Με τις υπ' αριθμ. 10531/1997 και 10581/1999 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως, αναγνωρίστηκε αμετακλήτως η ακυρότητα των ως άνω πρωτοκόλλων κατάληψης δημοσίου κτήματος (βλ. την 12334Β/8-2-1999 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ... για την επίδοση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. 240/19-4-1999 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής), διότι κρίθηκε ότι αυτά (πρωτόκολλα) εκδόθηκαν κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 25 του α.ν. 1539/1938, καθόσον ο οικονομικός έφορος δεν είχε προς τούτο δικαίωμα, ενώ δεν τηρήθηκε και η διαδικασία προσκλήσεως της ενάγουσας να υποβάλει τους επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας της.
Στη συνέχεια και κατόπιν της από 17-9-1984 (αριθμ. καταθ. 7319/1984) διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας κατά των αυτών επί της παρούσης υποθέσεως εναγομένων, εκδόθηκε η 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας επί των επιδίκων οικοπέδων και υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Αργυρούπολης, διότι μόνο αυτός είχε την νομή και κατοχή τους, να της τα αποδώσει.
Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση των 1749/2005 και 1795/2005 αποφάσεων του Αρείου Πάγου που απέρριψαν τις ασκηθείσες αναιρέσεις κατά της 187/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που είχε απορρίψει τις εφέσεις των εναγομένων κατά της άνω (5340/2002) πρωτόδικης απόφασης. Απ' όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αποδεικνύεται πλήρως, ότι η συμπεριφορά των οργάνων του πρώτου εναγομένου Ελλ.
Δημοσίου, συνισταμένη σε διοικητικές ενέργειες, ήτοι στην καταγραφή των επιδίκων ακινήτων ως δημοσίων κτημάτων, στην έκδοση των σχετικών πρωτοκόλλων κατάληψης κατά τον Οκτώβριο 2004 και μεταγραφή αυτών στις 7 και 13 Νοεμβρίου 1984, δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσει, αλλά ούτε και προκάλεσε την ένδικη ζημία στην ενάγουσα, αφού σε ουδεμία υλική επενέργεια επί των ακινήτων προέβη (δια των οργάνων του) ώστε καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποκτήσει την φυσική εξουσίαση των ακινήτων, αποβάλλοντας την ενάγουσα και στερώντας την από την χρήση και κατοχή τους, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως αποδείχθηκε, η τελευταία είχε ήδη αποβληθεί σταδιακά από τη νομή και κατοχή των ακινήτων της από τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο, σε χρόνο προγενέστερο, ήτοι από τα τέλη του έτους 1983 έως την 6-11-1984, ο οποίος (Δήμος) χρησιμοποιούσε αυτά έκτοτε συνεχώς.
Εξάλλου γι' αυτό και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 5340/2002 αμετάκλητη απόφαση του, ενώ αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας επί των επιδίκων, έναντι των εναγομένων Δημοσίου και Δήμου Αργυρούπολης), υποχρέωσε μόνο τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο να αποδώσει στην ενάγουσα τα επίδικα ακίνητα. Σημειώνεται δε, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλασματική νομή του Δημοσίου επί των επιδίκων ακινήτων, αφού λείπει η απαραίτητη προϋπόθεση αυτής που είναι η κυριότητα αυτού (Δημοσίου) επί των ακινήτων αυτών.
Οι μεταγενέστερες της κατάληψης, προαναφερθείσες ενέργειες του Δημοσίου, ουδεμία μεταβολή επέφεραν στο καθεστώς της κατοχής και χρήσης των ενδίκων ακινήτων της ενάγουσας από το Δήμο Αργυρούπολης, ο οποίος ευθύς εξ αρχής είχε μετατρέψει τα ένδικα ακίνητα, ως ήδη αναφέρθηκε, σε χώρους πρασίνου και παιδικής χαράς και βεβαίως ουδέποτε το Δημόσιο ανέκτησε την νομή και κατοχή του υπ' αριθμ. 15 ακινήτου του 280 Ο.Τ., παρά την έκδοση ανακλητικής απόφασης μετά την πάροδο πενταετίας λόγω μη τηρήσεως των όρων χρήσης της απόφασης παραχώρησης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθόσον τούτο εξακολούθησε να κατέχει ο Δήμος.
Συνακόλουθα τούτων, όσον αφορά το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν αποδείχθηκε ότι από τις προεκτεθείσες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των οργάνων του προκλήθηκε η ένδικη ζημία στην ενάγουσα και επομένως, εφόσον δεν συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και επελθούσας ζημίας, η αγωγή ως προς αυτό (Δημόσιο), κατά την μη επιδικασθείσα σε βάρος του (πέραν των 8.246,97 ευρώ) αποζημίωση, ως προς την οποία εκκαλείται η απόφαση από την ενάγουσα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, και όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Αργυρούπολης, αποδείχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι κατέλαβε παράνομα τα παραπάνω οικόπεδα της ενάγουσας, και συγκεκριμένα από την 16-12-1983 τα υπ' αριθμ. 11 και 12, την 5-1-1984 το υπ' αριθμ. 3, την 9-3-1984 το υπ' αριθμ. 17 και την 6-11-1984 το υπ' αριθμ.15 και έκτοτε τα χρησιμοποιούσε χωρίς να έχει δικαίωμα συνεχώς και μέχρι την αμετάκλητη αναγνώριση της κυριότητας της επ' αυτών, στερώντας από την ενάγουσα τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει κατά τον προορισμό τους και να αποκομίσει τα οφέλη και τους καρπούς τους και επομένως ευθύνεται σε αποζημίωση της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από την αντίστοιχη ανωτέρω ημεροχρονολογία κατάληψης καθενός ακινήτου έως τον Δεκέμβριο 2005, οπότε δημοσιεύτηκε η 1795/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Αργυρουπόλεως κατά της 187/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου που είχε απορρίψει την έφεση κατά της 5340/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε αναγνωρίσει την κυριότητα της ενάγουσας επί των επιδίκων ακινήτων και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο Δήμο Αργυρούπολης να τα αποδώσει στην ενάγουσα.
Η τελευταία ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω εναγόμενος κατείχε τέσσερα εκ των ακινήτων της μέχρι την πώληση τους απ' αυτήν σε τρίτους και το πέμπτο μέχρι και την συζήτηση της αγωγής. Ωστόσο ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος, διότι προκύπτει ότι ευθύς μετά την δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, έσπευσε και πώλησε τέσσερα εξ αυτών εντός του έτους 2006, ενώ ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο Δήμος Αργυρούπολης (δεύτερος εναγόμενος) κατείχε το πέμπτο ακίνητο της μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως.
Η ένσταση περί πενταετούς παραγραφής που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι-εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, την οποία επαναφέρουν με σχετικό λόγο των εφέσεων τους, ότι δηλαδή από την γέννηση των αξιώσεων αυτών της εκκαλούσας-ενάγουσας εναντίον τους, που έχουν αφετηρία το τέλος των ως άνω ετών, μέχρι την άσκηση της ένδικης κατ' αυτών αγωγής, με την επίδοση της στις 2-9-2004 και 6-9-2004,αντίστοιχα, συμπληρώνεται η πενταετής παραγραφή, είναι βάσιμη.
Όμως, παραδεκτά και βάσιμα προτείνεται από την ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη, κατ' αντένσταση και καθ' υποφορά με την αγωγή της, την οποία επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως, ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων έχει διακοπεί με την έγερση της από 17-9-1984 διεκδικητικής αγωγής της, κατά των αυτών με την παρούσα υπόθεση εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της κυριότητας της επί των επιδίκων ακινήτων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της τα αποδώσουν, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε την αγωγή της και στην συνέχεια με την δημοσίευση στις 20-1-2004, ως τελευταίας διαδικαστικής πράξης επί της άνω διεκδικητικής αγωγής της υπ' αριθμ. 187/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που έκρινε τελεσιδίκως το θέμα της κυριότητας της επί των επιδίκων ακινήτων.
Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 95 του ν.δ. 321/1969, που έχει εφαρμογή και επί των Δήμων, η διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνον όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξιώσεως, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας επί διαφορετικού αντικειμένου, επιλύσει αρμοδίως το ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή την προϋπόθεση της αξιώσεως (όπως στην προκειμένη περίπτωση που προϋπόθεση για την ένδικη αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας από την στέρηση της χρήσεως των ακινήτων της, αποτελεί η κυριότητα της επί αυτών).
Επομένως, η αξίωση της ενάγουσας κατά των εναγομένων δεν υπέπεσε σε παραγραφή, δεκτής γενομένης ως βάσιμης κατ' ουσίαν της αντένστασης διακοπής της παραγραφής και αβασίμως παραπονούνται περί του αντιθέτου με τους σχετικούς λόγους των εφέσεων τους οι εκκαλούντες-εναγόμενοι. Περαιτέρω, ο και πρωτοδίκως προταθείς ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου Δήμου Αργυρούπολης, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, περί ζημίας της ενάγουσας εξ οικείου πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ), επειδή α) δεν ζήτησε την ανάκληση των εισαγγελικών αποφάσεων με τις οποίες είχε απαγορευθεί η άσκηση διακατοχικών πράξεων από τους διαδίκους και κάθε τρίτο επί των επιδίκων οικοπέδων μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς από τα αρμόδια δικαστήρια, μετά την αμετάκλητη ακύρωση των πρωτοκόλλων κατάληψης και β) δεν προσέβαλε με αίτηση ακύρωσης τις δημοσιευμένες στα ΦΕΚ Δ' 93, 88 και 89/1986 αποφάσεις περί τροποποίησης του σχεδίου πόλης της ως προς τις νέες χρήσεις των ακινήτων που απέκλειαν την εκμίσθωση τους, (αθλητικές εγκαταστάσεις στα οικόπεδα 11 και 12, παιδική χαρά στο οικόπεδο 3, δημοτικό κατάστημα στο οικόπεδο 17 και παιδικό σταθμό στο οικόπεδο 15) ώστε να καρπωθεί τα ακίνητα της και να λάβει τα ωφελήματα τους, είναι αβάσιμος και απορρίπτεται, αφού ο ίδιος ο εναγόμενος Δήμος είχε ήδη καταλάβει παράνομα και χρησιμοποιούσε τα ακίνητα για τις ανάγκες των δημοτών του αποστερώντας την χρήση τους από την ενάγουσα, ευθυνόμενος έναντι της σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Επίσης μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, είναι ο και πρωτοδίκως προταθείς ισχυρισμός (ένσταση) εκ του άρθρου 281 ΑΚ, του ιδίου ως άνω εναγομένου (Δήμου Αργυρούπολης) τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, ότι δηλαδή καταχρηστικώς ασκείται το ένδικο δικαίωμα από την ενάγουσα, καθόσον ο ίδιος δεν στρεψοδίκησε και δεν ευθύνεται για τον μακρόχρονο δικαστικό αγώνα για την διεκδίκηση των ακινήτων, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος (παρεκτός του ότι ο μακρόχρονος δικαστικός αγώνας επί της διεκδικητικής αγωγής οφειλόταν στην δική του παράνομη κατάληψη των επιδίκων ακινήτων).
Εξ αιτίας των παραπάνω ενεργειών του δευτέρου εναγομένου Δήμου Αργυρούπολης, κατά το χρονικό διάστημα από τις ανωτέρω ημεροχρονολογίες κατάληψης των επιδίκων ακινήτων έως τον Δεκέμβριο 2005, οπότε με την δημοσίευση της 1795/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου αναγνωρίστηκε αμετακλήτως η κυριότητα της ενάγουσας επ' αυτών έναντι του Δήμου Αργυρούπολης και η υποχρέωση του προς απόδοση τους στην ενάγουσα, η τελευταία στερήθηκε την χρήση και κάρπωση των επιδίκων οικοπέδων της, τα οποία βρίσκονται σε μικρή απόσταση από την κεντρική οδό Αργυρουπόλεως, με εμπορική κίνηση, καταστήματα, εκθέσεις αυτοκινήτων κλπ.
και θα μπορούσε ευχερώς να εκμισθώσει ως οικόπεδα για υπαίθριους χώρους πώλησης οικοδομικών υλικών, καυσόξυλων, ειδών υγιεινής, όχι όμως και ως χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων, διότι δεν υπάρχει πρόβλημα στάθμευσης αυτοκινήτων στην Αργυρούπολη, ούτε και στα κεντρικά της σημεία..", υπολογίζοντας στη συνέχεια την αποθετική ζημία της ενάγουσας με βάση την κατά περίπτωση μισθωτική αξία των οικοπέδων για το από 16-12-1983 έως 31-12-2005 χρονικό διάστημα για τον δεύτερο των εναγομένων, την κατά του οποίου απαίτησή της προσδιόρισε, με το συνυπολογισμό ποσού 15.000,00 Ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση, συνολικά σε εκείνο των 293.571,2 Ευρώ, ενεχόμενος σε πληρωμή αυτού εις ολόκληρο μετά του συνεναγομένου του Ελληνικού Δημοσίου, του τελευταίου μέχρι του (μη εκκληθέντος) ποσού των 8246,97 Ευρώ, που αντιστοιχεί στο από 1-10-1984 έως 9-10-1986 χρονικό διάστημα καλόπιστης από το τελευταίο νομής των οικοπέδων.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι διάδικοι με τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α,Β και Γ αιτήσεις αναιρέσεως, σειρά και αρίθμηση με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια με βάση την δικονομική αυτών ιδιότητά κατά την πρωτοβάθμια δίκη.
(ι) Με στοιχ Α αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείοντα τον δεύτερο των εναγομένων και αναιρεσίβλητους την ενάγουσα και το συνεναγόμενό του και με απλή μετ' αυτού ομοδικία συνδεόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά του οποίου απαραδέκτως απευθύνεται, εφ' όσον δεν αποδίδεται δι' αυτής πλημμέλεια για διάταξη ή αιτιολογία δυσμενή κατ' αυτού και υπέρ του αναιρεσίβλητου. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του εν λόγω αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει κατ' επιταγή των άρθρων 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρείται σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κ.υ.α, που εφαρμόζονται, για λόγους δικονομικής ισότητας, και υπέρ του αντιδίκου του Ελληνικού Δημοσίου στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως υπάρχει υπέρβαση δικαιοδοσίας, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, με δυνατότητα μόνον παρεμπίπτοντος ελέγχου (ΚΠολΔ2), εκτός αν προκύπτει δεδικασμένο από απόφαση διοικητικού δικαστηρίου.
Εξάλλου, με τα άρθρα 94 παρ. 1,3 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η ' του ν. 1406/1983 ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Η εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές ...". "Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ" αυτή.
Στις διαφορές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ". Επίσης με τα άρθρα 104, 105 εδ.α ΕισΝΑΚ, 914 ΑΚ ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα". "Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος". "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει ".
Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και συνεπώς να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη την οποία πραγματώνει ή επ' ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς -νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημόσιας εξουσίας.
Αντίθετα, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με την διαχείριση της ιδιωτικής του περιουσίας, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 106 ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (105) εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (ΑΕΔ 5/1995). Υπό το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο του δικογράφου αγωγών, με όμοια περί πραγμάτων παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι δι' αυτού φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις της ενάγουσας αναφέρονται σε υλικές πράξεις των οργάνων των εναγομένων, οι οποίες δεν συνδέονται με άσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά με την διαχείριση της ιδιωτικής τους περιουσίας και επομένως η εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά, ως ιδιωτική, υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, με άμεση δικονομική συνέπεια, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη με το α' σκέλος του έκτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Όμοια αρνητικά αξιολογούνται κατά σειρά σκέλη του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8, 20, 1ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της (α) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι μετά την τροποποίηση του σχεδίου της πόλεως τα οικόπεδα απέκτησαν τον χαρακτήρα κοινοχρήστου πράγματος, ιδιότητα με την οποία επανήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Πρόκειται για νομικά αόριστο ισχυρισμό, ο οποίος επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν διαλαμβάνεται παράλληλα ότι καταβλήθηκε η οφειλόμενη από την αιτία αυτή αποζημίωση, ή ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγομένης εμμέσως από ενέργειές του ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη, κατά την έννοια του άρθρου 28 του ν.1337/1983.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας θεμελιώνονται στο απορρέον από την 5340/2002 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή απευθυνομένης κατά των εναγομένων αγωγής της ενάγουσας, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα της τελευταίας επί των οικοπέδων, κατά την όμοια περί τούτου ουσιαστική παραδοχή της προσβαλλόμενη αποφάσεως και β) σωρευτικούς, χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας, και εντεύθεν προεχόντως απαραδέκτως ότι με την παραδοχή της, κατά την εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού, ότι πρόκειται για διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας (αα) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων αποφάσεων του Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς και (ββ) παραβίασε το άρθρο 966 ΑΚ, αναιρετικές αιτιάσεις αλυσιτελώς παράλληλα διατυπούμενες, ως συνδεόμενες με νομικό αόριστο ισχυρισμό.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στα πλαίσια αυτά κινείται και η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 §1, 262 §1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.
Ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον ενάγοντα δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Σε αντιδιαστολή κατά την έννοια του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως ως "αίτηση" νοείται το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 του ΑΚ αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ. 914 επ. 297, 298 Α.Κ.).
Επομένως για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αγωγικής ευθύνης απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα. Κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθ. 984 παρ. 1 του Α.Κ.), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια με την οποία συντελέσθηκε η παράνομη κτήση αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.
Η παρεχόμενη από την εν λόγω διάταξη αγωγή δεν έχει ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητάς του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός της υπαιτιότητας του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται τόσο η αμέλεια, όσο και ο δόλος. Αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ενώ ο δόλος συνίσταται στην υπό του δράστου βούληση του κυρίως επιδιωκομένου δια της πράξεως αποτελέσματος, αλλά και στην υπ' αυτού αποδοχή όλων των συνεπειών της, που αυτός προέβλεψε ως αναγκαίες ή ενδεχόμενες.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής απόλυτου δικαιώματος, όπως εκείνο της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ) , ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης, και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος, που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Κατά την ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του δικογράφου των αγωγών, οι φερόμενες δι' αυτών προς διάγνωση αξιώσεις της ενάγουσας θεμελιώθηκαν στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος παράνομα και έναντι στη θέλησή της κατέλαβε τα οικόπεδα κυριότητάς της, προσδιορίζοντας στη συνέχεια την αποθετική από την αιτία αυτή ζημία της με βάση την μισθωτική τους αξία από την αναφερόμενη κατά περίπτωση δυνατότητα χρήσεως αυτών.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την αξιολόγηση από την προσβαλλόμενη απόφαση των αγωγών ως νομικώς και ποιοτικώς ορισμένων, με θεμελίωση τους στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, απορρίπτοντας παράλληλα με την εκτίμησή της αυτή τον αντίθετο περί τούτου αρνητικό ισχυρισμό του εναγομένου.
Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1, 14, 8, 9 ΚΠολΔ, με έρεισμά τους στην ερειδόμενη στον εν λόγω ισχυρισμό πλημμέλεια, στην οποία δεν προσήκει ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ελέγχονται, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμες.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 321/1969 "Περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, είναι πέντε ετών, εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, ενώ κατά το άρθρο 93 του ιδίου ν.δ., η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικ.
έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις. Τέλος κατά το αρθρ. 95 περ.α' του αυτού ν.δ., ανάλογο του οποίου είναι το άρθρο 51 του ν.δ. 496/1974 για τα ν.π.δ.δ., με την επιφύλαξη της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο με την υποβολή της υπόθεσης, στο δικαστήριο ή στους διαιτητές, οπότε αρχίζει και πάλι η παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, (με την υποβολή της υποθέσεως στο Δικαστήριο ή τους διαιτητές) στις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, επέρχεται διακοπή της παραγραφής όχι μόνο όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά την ικανοποίηση της αξίωσης, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης, ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (Ολ.ΑΠ 1327/1986).
Εάν λοιπόν η διαφορά που υποβλήθηκε, προηγουμένως στο δικαστήριο συνίστατο, στην επίλυση του ζητήματος της κυριότητας επί ακινήτου, εκείνη δε που εισήχθηκε στη συνέχεια στο δικαστήριο αναφέρεται, σε αποζημίωση ένεκα παράνομης κα, υπαίτιας κατάληψης του ακινήτου από τα όργανα του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., και οι δύο διαφορές έχουν κοινό ζήτημα την κυριότητα του ακινήτου και, συνεπώς, με την υποβολή της διεκδικητικής αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο διακόπτεται, η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση που ασκείται στη συνέχεια.
Κατά τις ενδιαφέρουσες στον ερευνώμενο στη συνέχεια λόγο αναιρέσεως αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Η ένσταση περί πενταετούς παραγραφής που προέβαλαν πρωτοδίκως. οι εναγόμενοι -εκκαλούντες - εφεσίβλητοι την οποία επαναφέρουν με σχετικό λόγο των εφέσεων τους, ότι δηλαδή από την γέννηση των αξιώσεων αυτών της εκκαλούσας-ενάγουσας εναντίον τους, που έχουν αφετηρία το τέλος των ως άνω ετών, μέχρι την άσκηση της ένδικης κατ' αυτών αγωγής, με την επίδοση της στις 2-9-2004 και 6-9-2004,αντίστοιχα, συμπληρώνεται η πενταετής παραγραφή, είναι βάσιμη.
Όμως, παραδεκτά και βάσιμα προτείνεται από την ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη, κατ' αντένσταση και καθ' υποφορά με την αγωγή της, την οποία επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως, ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων έχει διακοπεί με την έγερση της από 17-9-1984 διεκδικητικής αγωγής της κατά των αυτών με την παρούσα υπόθεση εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της κυριότητας της επί των επιδίκων ακινήτων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της τα αποδώσουν, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε την αγωγή της και στην συνέχεια με την δημοσίευση στις 20-1-2004, ως τελευταίας διαδικαστικής πράξης επί της άνω διεκδικητικής αγωγής της υπ' αριθμ. 187/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που έκρινε τελεσιδίκως το θέμα της κυριότητας της επί των επιδίκων ακινήτων", απορρίπτοντας, κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω διατάξεων, την περί παραγραφής ένσταση και του αντίστοιχου περιεχομένου λόγο εφέσεως του εναγομένου.
Κατά συνέπεια η διατυπούμενη με τον έβδομο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, ελέγχεται ως αβάσιμη. ' Ομοια αρνητικά αξιολογείται η προβαλλόμενη με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ, στην οποία δεν προσήκει η αποδιδόμενη πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την αιτιολογημένη άρνηση του εναγομένου, που διατύπωσε εναντιούμενες στον αγωγικό ισχυρισμό περί παράνομης από εκείνον καταλήψεως των οικοπέδων, χωρίς παράλληλα να εμπίπτει στο πραγματικό του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται n ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού χαρακτήρα μόνο καθόσον, προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, επιτρέπει στο δικαστή να αρκεστεί στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού. Κατά τα λοιπά όμως η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που εφαρμόζεται αναλογικά και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.Δ. 31/1968, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 1416/1984, και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, καθιερώνεται αρμοδιότητα του Εισαγγελέα για την προσωρινή ρύθμιση της διακατοχής των δημοσίων ή δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων (ακινήτων), που αμφισβητείται μεταξύ του Δημοσίου ή Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και ιδιώτη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση που εκδίδεται από τον Εισαγγελέα στα πλαίσια της ως άνω αρμοδιότητας του, αποτελεί πράξη δικαστικής αρχής σε ιδιωτική διαφορά και σαν τέτοια αποτελεί, μετά την τελεσιδικία της, ιδιότυπο εκτελεστό τίτλο, πέραν από αυτούς που ορίζονται στο αρθρ.904 ΚΠολΔ ή άλλες ειδικές διατάξεις και εκτελείται κατά τις δικονομικές διατάξεις περί αναγκαστικής εκτελέσεως.
Κατά τις ενδιαφέρουσες περί πραγμάτων αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Η ενάγουσα προς απόκρουση των παραπάνω διαταράξεων της νομής της, κατέθεσε άμεσα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών τις από 19-12-1983 10-1-1984, 22-3-1984 και 6-11-1984, αντιστοίχως, αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, νομής εναντίον του δευτέρου εναγομένου Δήμου Αργυρούπολης, εκ των οποίων κατά τη συζήτηση της τελευταίας το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Δήμου, και επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 6/1984, 11/1984, 38/1984 και 153/1984, αντιστοίχως, αποφάσεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με τις οποίες απαγορεύθηκε άσκηση διακατοχικών πράξεων, επί των ακινήτων αυτών στους διαδίκους και σε κάθε τρίτο, μέχρι να επιλυθεί η διαφορά από τα αρμόδια δικαστήρια".
Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεχόμενο ότι με τις πιο πάνω αποφάσεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών απαγορεύτηκε στους διαδίκους και σε κάθε τρίτο η άσκηση διακατοχικών πράξεων επί των ακινήτων μέχρι επιλύσεως της διαφοράς από τα αρμόδια δικαστήρια και ότι από την παράνομη κατοχή των ακινήτων αυτών από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα Δήμο (στην με στοιχ.
Α αίτηση αναιρέσεως) η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη υπέστη αποθετική ζημία ισόποση προς τη μισθωτική αυτών αξία ή αντίστοιχα ωφελήματα τα οποία θα αποκέρδαινε από την εκμίσθωση τους, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις.
Συνεπώς οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο, κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλος του, και ένατο και τελευταίο λόγο της με στοιχ. Α αίτησης αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, η με τις αποφάσεις του Εισαγγελέως Πρωτοδικών προαναφερόμενη προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως, δεν αφορούσε το ουσιαστικό ζήτημα της αναγνωρίσεως του απολύτου δικαιώματος της κυριότητας ή της νομής των επιδίκων ακινήτων, η προσβολή της οποίας αποτελεί και τη βάση της αγωγής αποζημιώσεως για την αποθετική ζημία που υπέστη η αναιρεσίβλητη, την οποία, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, την προσδιόρισε με βάση τη μισθωτική τους αξία από την αναφερόμενη δυνατότητα χρήσεως αυτών (πρβλ ΑΠ 1823/2012).
Η αυθαίρετη αυτή κατάληψη ήταν η αιτία της ζημίας αυτής της αναιρεσίβλητης, η οποία βεβαίως δεν "νομιμοποιήθηκε" με την απαγόρευση της άσκησης διακατοχικών πράξεων από τους διαδίκους επί των ακινήτων μέχρι επιλύσεως της διαφοράς, αφού η προσβολή του απολύτου δικαιώματος της κυριότητας της αναιρεσίβλητης από το αναιρεσείοντα Δήμο συνέχισε υφιστάμενη και μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών.
Ούτε, άλλωστε, η αναιρεσίβλητη στερήθηκε της δυνατότητας χρήσεως των ακινήτων της εξαιτίας των πιο πάνω Εισαγγελικών αποφάσεων, για τη λήψη των οποίων υπαίτιο ήταν, σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος. Τούτο δε διότι, λόγω της αυθαίρετης κατάληψης από το Δήμο των επιδίκων ακινήτων και της μετατροπής των, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε χώρους πρασίνου και παιδικής χαράς, δεν είχε η αναιρεσίβλητη τη δυνατότητα να ασκήσει επ' αυτών διακατοχικές πράξεις, δυνατότητα την οποία είχε μόνο ο αναιρεσείων Δήμος, ώστε να δύναται να υποστηριχθεί ότι με την έκδοση των εν λόγω εισαγγελικών αποφάσεων διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της ζημίας της αναιρεσίβλητης.
Αντίθετα κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου τούτου Νικολάου Λεοντή, Αρεοπαγίτη, έπρεπε, κατά παραδοχή των διατυπούμενων με το β και δ σκέλος του δεύτερου και το γ σκέλος του ένατου λόγου αναιρετικών αιτιάσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτών απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχεία Α (1) κεφάλαιο αυτής (αξιώσεις αποθετικής ζημίας της αναιρεσίβλητης για το από της δημοσιεύσεως των 6/1984, 11/1984, 38/1984 και 153/1984 αποφάσεων του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών μέχρι της δημοσιεύσεως της 187/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών).
Σημειώνεται ότι δεν προσβάλλεται το μη συνεχόμενο κεφάλαιο της αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως. Ειδικότερα, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας δέχεται (1) ότι με τις διαλαμβανόμενες αποφάσεις του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών απαγορεύθηκε στους διαδίκους και πάντα τρίτο η άσκηση διακατοχικών πράξεων επί των ακινήτων μέχρι επιλύσεως της διαφοράς από τα αρμόδια δικαστήρια, πραγματική κατάσταση η οποία, ως αποτέλεσμα της δικαστικής κρίσεως, απέκλειε την δυνατότητα στην ενάγουσα εκμισθώσεως των οικοπέδων και παράλληλα, κατά τρόπο αντιφατικό, (2) ότι από την παράνομη παρά ταύτα κατοχή τους από το εναγόμενο η ενάγουσα υπέστη αποθετική ζημία ισόποση προς τη μισθωτική αυτών αξία ή αντίστοιχα ωφελήματα τα οποία θα αποκέρδαινε από την εκμίσθωση τους, πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δικαιολογούσαν την επιδίκαση της από την αιτία αυτή αξιώσεως της ενάγουσας στην οποία κατέληξε κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, κατά τις βάσιμες περί τούτου προβαλλόμενες, κατά την μειοψηφούσα πάντοτε γνώμη, με το β' και δ' σκέλος του δεύτερου και το γ' σκέλος του ένατου και τελευταίου κατά σειρά λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων.
Αντίθετα ομόφωνα αρνητικά αξιολογούνται οι ερειδόμενες επί της αυτής πλημμέλειας και παράλληλα διατυπούμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.9, 10, 17, 20 ΚΠολΔ με την έννοια (α) ότι αφέθηκε αδίκαστο το αίτημα του για εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, το οποίο λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε με την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της με στοιχ. (ΙΙ) εφέσεως του αναιρεσείοντος (β) ότι στο αποδεικτικό αυτής πόρισμα κατέληξε χωρίς αποδείξεις, παρά το γεγονός ότι, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την περί πραγμάτων κρίση στήριζε στην αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, (γ) ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, πλην η επικαλούμενη αναιρετική αιτίαση (αρ.17) αναφέρεται σε αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της αποφάσεως σε αντιδιαστολή προς την συναγόμενη από την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση της, με την οποία συνδέεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια και (δ) ότι παραμόρφωσε το διατακτικό των εισαγγελικών αποφάσεων τις οποίες ανέγνωσε το δικαστήριο αποδίδοντας περιεχόμενο αυτών όμοιο με εκείνο το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων.
V. Κατά την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση, του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ι) "ο και πρωτοδίκως προταθείς ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου Δήμου Αργυρούπολης, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, περί ζημίας της ενάγουσας εξ οικείου πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ), επειδή α) δεν ζήτησε την ανάκληση των εισαγγελικών αποφάσεων με τις οποίες είχε απαγορευθεί η άσκηση διακατοχικών πράξεων από τους διαδίκους και κάθε τρίτο επί των επιδίκων οικοπέδων μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς από τα αρμόδια δικαστήρια, μετά την αμετάκλητη ακύρωση των πρωτοκόλλων κατάληψης και β) δεν προσέβαλε με αίτηση ακύρωσης της δημοσιευμένες στα ΦΕΚ Δ' 93, 88 και 89/1986 αποφάσεις περί τροποποίησης του σχεδίου πόλης της ως προς τις νέες χρήσεις των ακινήτων που απέκλειαν την εκμίσθωσή τους, (αθλητικές εγκαταστάσεις στα οικόπεδα 11 και 12, παιδική χαρά το οικόπεδο 3, δημοτικό κατάστημα στο οικόπεδο 17 και παιδικό σταθμό στο οικόπεδο 15) ώστε να καρπωθεί τα ακίνητά της και να λάβει τα ωφελήματά τους, είναι αβάσιμος και απορρίπτεται, αφού ο ίδιος εναγόμενος Δήμος είχε ήδη καταλάβει παράνομα και χρησιμοποιούσε τα ακίνητα για τις ανάγκες των δημοτών του στερώντας τη χρήση" και (ιι) " Επίσης μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, είναι ο και πρωτοδίκως προταθείς ισχυρισμός (ένσταση) εκ του άρθρου 281 ΑΚ, του ιδίου ως άνω εναγομένου (Δήμου Αργυρούπολης) τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, ότι δηλαδή καταχρηστικώς ασκείται το ένδικο δικαίωμα από την ενάγουσα, καθόσον ο ίδιος δεν στρεψοδίκησε και δεν ευθύνεται για τον μακρόχρονο δικαστικό αγώνα για την διεκδίκηση των ακινήτων, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος (παρεκτός του ότι ο μακρόχρονος δικαστικός αγώνας επί της διεκδικητικής αγωγής οφειλόταν στην δική του παράνομη κατάληψη των επιδίκων ακινήτων)".
Τα θεμελιωτικά των εν λόγω ενστάσεων του εναγομένου πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για να προκαλέσουν την εφαρμογή των άρθρων 300 και 281 ΑΚ και ορθώς επομένως αξιολογήθηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμες, με άμεση δικονομική ή προβαλλόμενη με το α' σκέλος του τετάρτου (με στοιχ.ιι ένσταση), τον όγδοο και το α' σκέλος του ένατου κατά σειρά λόγου, (με στοιχ.ι ένσταση) αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Η αυτή αξιολόγηση προσήκει στην παράλληλα διατυπούμενη με το β' σκέλος του τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός του εναγομένου περί τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως, ο οποίος αλυσιτελώς προτάθηκε, εφ' όσον, όπως προαναφέρθηκε οι αξιώσεις της ενάγουσας θεμελιώνονται στο απορρέον από την 5340/2002 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεδικασμένο περί της κυριότητάς της επί των ακινήτων.
Η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν εμπίπτει στο πραγματικό της κατά την έννοια των άρθρων 559 αρ.1 αναιρετικής αιτιάσεως, η οποία προτείνεται με το δ' σκέλος του τρίτου λόγου (με στοιχ. ι ένσταση). Ομοίως αρνητικά αξιολογούνται οι προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ.19 (δ' σκέλος του 3ου λόγου για τη με στοιχ. (ι) ένσταση και β' σκέλος του 4ου λόγου για τη με στοιχ. (ιι) ένσταση) , 10 (γ' σκέλος του 3ου λόγου για τη με στοιχ. (ι) ένσταση), 20 (ε' σκέλος 3ου τρίτου λόγου για τη με στοιχ. (ι) ένσταση) ΚΠολΔ, οι οποίες προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της ουσίας και διατύπευσε αποδεικτικό πόρισμα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί απορρίψεως της ενστάσεως ως μη νόμιμης.
Με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως ανεπιτρέπτως πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα πάντοτε γνώμη, να απορριφθεί η με στοιχ.Α αίτηση αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή της και κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων. (ιι). Με στοιχ.
Β αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείον το πρώτο των εναγομένων και αναιρεσίβλητη την ενάγουσα. (α) Κύριο δικόγραφο.
Με τον μοναδικό λόγο της με στοιχ. (ιι) εφέσεώς του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επαναδιατύπωσε την προταθείσα και στα άρθρα 91 παρ.1, 9, 95 του ν.321/1969 ερειδομένη ένστασή του περί υποκύψεως των αξιώσεων της ενάγουσας στην προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις πενταετή παραγραφή. Στην απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμης από την προσβαλλόμενη απόφαση προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ο οποίος ελέγχεται ως αβάσιμος με βάση τις με στοιχ. ΑΙΙ της παρούσης αιτιολογίες.
(β) Πρόσθετο δικόγραφο
Κατά το άρθρο 1096 ΑΚ, ο νομέας ενέχεται να αποδώσει τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της αγωγής κατά δε το άρθρο 1098 του ίδιου Κώδικα, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά την περίοδο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει, από τότε ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής και τέλος, κατά το άρθρο 962 του αυτού Κώδικα, ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος.
Διαφορετική είναι η περίπτωση του άρθρου 1099 ΑΚ, κατά την οποία, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις περί αδικοπραξίας διατάξεις των άρθρων 914 επ., 934 επ. ΑΚ. Κατά τις παραδοχές της πρωτοβάθμιας αποφάσεως "Μόνο για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, την 1-10-1984, έως την μεταβίβασή τους στο Δήμο Αργυρούπολης, την 9-10-1986, ευθύνεται το Ελληνικό Δημόσιο, ως καλόπιστος νομέας, για τα εξαχθέντα ωφελήματα και γι' αυτά που δεν εισέπραξε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης (άρθρο 1096 ΑΚ)", καταλήγοντας στη συνέχεια ότι τα ωφελήματα του εν λόγω χρονικού διαστήματος αποτιμώνται και ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 16.493,94 Ευρώ, "για το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ευθύνονται αμφότεροι οι εναγόμενοι διαιρετέα, ήτοι για το ποσό των 8246,97 έκαστος-".
Περαιτέρω, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική και μη πληττόμενη κατά τούτο εκτίμηση της με στοιχ.(ii) εφέσεως του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δι' αυτής δεν εναντιώνεται ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσης σε βάρος του απαιτήσεως της ενάγουσας, ποσού 8246,97 Ευρώ, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, αλλά μόνο ως προς το κεφάλαιο της ενστάσεώς του παραγραφής, καταλήγοντας στη συνέχεια, ποσό των 8246,97 Ευρώ "το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται από το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εις ολόκληρον με τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Αργυρούπολης, σύμφωνα με το άρθρο 926 ΑΚ, καθόσον η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας".
Σε συνέπεια με τις παραδοχές της αυτές και κατ' αποδοχή κατά τούτο της με στοιχ. (i) εφέσεως της ενάγουσας διέλαβε στις αιτιολογίες της ότι πρέπει να εξαφανισθεί κατά το εν λόγω κεφάλαιο η προσβαλλόμενη δι' αυτής πρωτοβάθμια απόφαση και αναγνωρισθεί ότι οφείλουν, εις ολόκληρο έκαστος των εναγομένων, το εν λόγω κεφάλαιο των 8246,97 Ευρώ, αντί του ορθού, κατά τις παραδοχές της, των (8246,97 + 8246,97) 16493,94 Ευρώ, αριθμητικό σφάλμα το οποίο από προφανή παραδρομή επαναδιατύπωσε στο διατακτικό της διαλαμβάνοντας ότι αναγνωρίζει ότι το πρώτο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει εις ολόκληρο μετά του συνεναγομένου του Δήμου Αργυρουπόλεως το ποσό των 8246,97 Ευρώ.
Κατά του κεφαλαίου αυτού και ειδικότερα κατά της εις ολόκληρο καταδίκης του εναντιώνεται το αναιρεσείον με το πρόσθετο δικόγραφο, με τον δεύτερο λόγο του οποίου βάσιμα προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 926 ΑΚ, με την εφαρμογή και μόνο του οποίου δέχθηκε ότι το αναιρεσείον ευθύνεται εις ολόκληρο, ως ενεχόμενο από αδικοπραξία, χωρίς να διαλάβει περί τούτου αιτιολογίες, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την κατ' αυτού αξίωσης της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. Β (1) κεφάλαιο αυτής (περί της εις ολόκληρον ενοχής του αναιρεσείοντος). Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του προσβαλλόμενου με στοιχ.Β (1) κεφαλαίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της παράλληλα διατυπούμενης αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 926 ΑΚ.
(ιιι) Με στοιχ (Γ) αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείουσα την ενάγουσα και αναιρεσίβλητους τους εναγομένους.
Ι. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944),το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Εφόσον όμως ο νόμος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1994), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.
Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι. (Πλειοψ. ΑΕΔ 7/2011). Με την πρωτοβάθμια απόφαση το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα αξιολογήθηκε ως μη νόμιμο και απορρίφθηκε για τις αξιώσεις της ενάγουσας το αίτημα καταψηφίσεως των οποίων περιορίσθηκε στη συνέχεια σε αναγνωριστικό, κεφάλαιο αυτής το οποίο προσεβλήθη με τον σχετικό έβδομο λόγο της με στοιχ. (ι) εφέσεως της ενάγουσας και (σιωπηρώς) απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την παράλειψη αναφοράς στο αναγνωριστικού χαρακτήρα διατακτικό της περί τόκων διατάξεως, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω σημειούμενης διατάξεως, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως.
ΙΙ. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Η τελευταία ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω εναγόμενος κατείχε τέσσερα εκ των ακινήτων της μέχρι την πώλησή τους απ' αυτήν σε τρίτους και το πέμπτο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Ωστόσο ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος, διότι προκύπτει ότι ευθύς μετά την δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, έσπευσε και πώλησε τέσσερα εξ αυτών εντός του έτους 2006, ενώ ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο Δήμος Αργυρούπολης (δεύτερος εναγόμενος) κατείχε το πέμπτο ακίνητό της μετά την έκδοσή της ως άνω αποφάσεως" και στη συνέχεια " Από τις παραπάνω παράνομες και υπαίτιες ενέργειες των οργάνων του δευτέρου εναγομένου Αργυρούπολης, κατά το χρονικό διάστημα από τις ανωτέρω ημεροχρονολογίες κατάληψης των επιδίκων ακινήτων έως τον Δεκέμβριο 2005, οπότε με την δημοσίευση της 1795/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου αναγνωρίστηκε αμετακλήτως η κυριότητα της ενάγουσας επ' αυτών έναντι του Δήμου Αργυρούπολης και η υποχρέωση του προς απόδοση τους στην ενάγουσα, η τελευταία στερήθηκε την χρήση και κάρπωση των επιδίκων οικοπέδων της, τα οποία βρίσκονται σε μικρή απόσταση από την κεντρική οδό ..., με εμπορική κίνηση, καταστήματα, εκθέσεις αυτοκινήτων κλπ.
και θα μπορούσε ευχερώς να εκμισθώσει ως οικόπεδα για υπαίθριους χώρους πώλησης οικοδομικών υλικών, καυσόξυλων, ειδών υγιεινής, όχι όμως και ως χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων, διότι δεν υπάρχει πρόβλημα στάθμευσης αυτοκινήτων στην Αργυρούπολη, ούτε και στα κεντρικά της σημεία". Σε συνέπεια με τις παραδοχές της αυτής απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις αξιώσεις της ενάγουσας που αναφέρονται στο από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Δεκέμβριος του 2005) μέχρι 19-3-2009 (χρόνος συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) χρονικό διάστημα, αξιολογώντας αρνητικά από ουσιαστική άποψη τον αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό περί παράνομης κατοχής από τον δεύτερο των εναγομένων των ακινήτων μέχρι 19-3-2009.
Οι αιτιολογίες αυτές χαρακτηρίζονται ως πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, διαλαμβάνοντας πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 1099, 932 ΑΚ απόρριψη κατά τούτο των αγωγών κατά την κατεύθυνσή τους κατά του εν λόγω εναγομένου. Επομένως, υποστηρίζουσες τα αντίθετα οι προβαλλόμενες, με τους δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.19 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) της ανεπάρκειας των αιτιολογιών και (β) της μη λήψεως υπόψη του εν λόγω αγωγικού ισχυρισμού, ελέγχονται ως αβάσιμες.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. Γ (1) κεφάλαιο αυτής (περί τοκοδοσίας αίτημα κατά την απεύθυνση της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων).
ΙΙΙ. Με την πρωτοβάθμια απόφαση η αποθετική ζημία της ενάγουσας και η ισόποση αξίωσή της προσδιορίσθηκε για το από 1-10-1984 έως 9-10-1986 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο και μόνο κρίθηκε ότι ενέχεται το πρώτο των εναγομένων και μάλιστα ως καλόπιστος νομέας, στο ποσό των 16.493,94 Ευρώ, ενεχομένων των εναγομένων διαιρετώς, κατ' ισομοιρία, απορρίπτοντας το αίτημα των αγωγών περί εις ολόκληρο ενοχής τους, παρεπόμενο αίτημα το οποίο έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή σχετικού λόγου της με στοιχ (ι) εφέσεως της ενάγουσας. Στο διατακτικό όμως διέλαβε το ποσό των 8246,97 Ευρώ αντί του ορθού των (8246,97 + 8246,97) 16493,94 Ευρώ. Προφανές είναι ότι πρόκειται για παραδρομή, επιδεικτική κατά τούτο διορθώσεως (ΚΠολΔ 315 επ), πλημμέλεια η οποία δεν στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως. Σημειώνεται ότι η εν λόγω διόρθωση αξιολογείται εν τέλει ως αλυσιτελής μετά την προτεινόμενη παραδοχή του αναφερομένου στο κεφάλαιο τούτο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δευτέρου λόγου του με στοιχ.Β (α) προσθέτου δικογράφου.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των αμέσως ανωτέρω αναφερομένων κατά περίπτωση λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη δι' αυτών απόφαση κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. Β(1), Γ(1) κεφάλαια αυτής, και, κατά δικονομική αναγκαιότητα, και εκείνο περί περί δικαστικών εξόδων, διαδικαστική ενέργεια αναγκαία για τον προσδιορισμό τους σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως για ορισμένα κεφάλαια αυτής, και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το άρθρο 12 παρ.4 του ν.4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές". Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν.4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι' αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη με στοιχ. Α αίτηση και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων στη με στοιχ. Γ αίτηση στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στη με στοιχ.Α αίτηση και αναιρεσείουσας στη με στοιχ.Γ αίτηση, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των εν λόγω διαδίκων και ορίζει παράλληλα μειωμένα κατά το άρθρο 307 παρ.2 του πδ 410/1995 στο ποσό των 2000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 178) και συμψηφίσει κατά τα λοιπά στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των λοιπών διαδίκων, κατ' επιταγή του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α.654/27-8-2011, Β.830/14-10-2011 και Γ. 663/29-7-2011 αιτήσεις και Β (α) 203/18-12-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της αυτής, 942/28-2-2011, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
(Ι) Απορρίπτει τη με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως.
(II) Αναιρεί την 942/28-2-2011, απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. Β(1), Γ(1) κεφάλαια αυτής, ως και εκείνο περί δικαστικών εξόδων.
(III) Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
(III) Καταδικάζει (α) τον αναιρεσείοντα στη με στοιχ. Α αίτηση και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων στη με στοιχ. Γ αίτηση στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στη με στοιχ. Α αίτηση και αναιρεσείουσας στη με στοιχ. Γ αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2000,00 ευρώ), (β) τον αναιρεσείοντα στη με στοιχ. Α αίτηση στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00 ευρώ), και (γ) συμψηφίζει κατά τα λοιπά στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των λοιπών διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ