Legislator Case Law & Legislation
599/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding insurance coverage denial due to driver intoxication.

Case Number 599/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Court of Ioannina's decision denying insurance coverage to the victims of a traffic accident. The lower court ruled that the insurance companies were exempt from liability because the driver of the insured vehicle was intoxicated at the time of the crash. The Court upheld this finding, rejecting the appellants' arguments regarding ignorance of the exclusion clause and procedural violations in determining intoxication.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: The Court of First Instance must consider all evidence lawfully presented by the parties; failure to do so constitutes a ground for appeal if the court relied on inadmissible evidence or ignored submitted evidence.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure insurance coverage intoxication exclusion appeal grounds evidence admissibility traffic accident liability judicial review

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 599 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 599/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Καραντάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Δήμου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 21/11/2002 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 11/3/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/11/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 5/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα και τους μάρτυρες και γι' αυτό, όταν προσκομίζονται στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτές έχουν ληφθεί υπόψη.

Μοναδική προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη των ένορκων βεβαιώσεων στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ είναι ότι αυτές έγιναν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται, πριν από είκοσι τέσσερις ώρες. Η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ένορκες βεβαιώσεως, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης και δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αντίθετη έφεση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτοί νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει για ν' αποδείξουν τη βασιμότητα των λόγων της εφέσεώς τους και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη:

α) την από 16-10-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρος ενώπιον του αρμοδίου αστυνομικού του πρώτου αναιρεσιβλήτου β) την υπ' αριθ. 473/2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων και γ) την υπ' αριθ. 478/2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., η οποία συντάχθηκε ενώπιον του ως άνω Ειρηνοδίκη.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχομένη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα των εγγράφων και των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τόσο την από 16-10-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ενώπιον του αρμόδιου ανθυπαστυνόμου της Τροχαίας Ιωαννίνων, όσο και τις υπ' αριθ. 473 και 478/2003 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων σ'αυτές, καθόσον γίνεται ρητή μνεία στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις.

Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στοδιαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σεαποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από τοαληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιογια τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και τηνπερίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση καιαξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστωκαι εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο απόεκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειταιγια αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δενελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνωεπιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισεαποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεταιως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχειόταν αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίςνα εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για τηναλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατίστην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση τηςιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος το οποίο τη συνοδεύει, που συντάχθηκαν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα.

Όμως, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος για το ατύχημα, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην ανωτέρω απόφαση, δηλαδή από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, την χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου αναιρεσείοντος, τις υπ' αριθ. 473, 478 και 117/2003 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων σ'αυτές που συντάχθηκαν νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, καθώς και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων είναι η από ...

έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης και οι φωτογραφίες, που απεικονίζουν τα συγκρουσθέντα οχήματα και το σημείο του ατυχήματος. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για το άνω ζήτημα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, μεταξύ των οποίων είναι η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας και το σχετικό σχεδιάγραμμα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία των ως άνω εγγράφων σε σχέση με το πόρισμα αυτό.

Έτσι, το δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του αληθούς περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων (εκθέσεως αυτοψίας και σχεδιαγράμματος) και όχι από λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου των εγγράφων αυτών, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Γ. Π. Ν/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.

Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 12 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999)αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται τηρούμενων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ.6 να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως-προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "...Στις. ... και περί ώρα 21.30" το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 οδηγούμενο από τον ίδιο, εκκινείτο στην Εθνική Οδό Ιωαννίνων - Αρτας με κατεύθυνση προς Ιωάννινα.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων - εναγόμενος Χ1 (πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας - εναγομένης (δεύτερης αναιρεσείουσας) Χ2 και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ .ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκκινείτο στην ίδια οδό, με αντίθετη όμως κατεύθυνση.

Στο 24,2 χιλιόμετρο της εν λόγω οδού όπου το πλάτος αυτής είναι 9,5 μ με μία λωρίδα κυκλοφορίας κατά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με συνεχή γραμμή προς Ιωάννινα και διακεκομμένη προς Άρτα και η οδός παρουσιάζει κατωφέρεια για τον κινούμενο προς Άρτα, ο οδηγός του προς Άρτα κατευθυνόμενου ... Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου Χ1 επιχείρησε προσπέραση προπορευόμενου αυτού οχήματος κινούμενος, με την υπερβολική για τις συνθήκες της οδού (νύκτα, χωρίς τεχνητό φωτισμό, περιορισμένη ορατότητα) ταχύτητα των 100 Χιλιομέτρων την ώρα.

Στην προσπάθεια του αυτή έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ., εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματός του, στο εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα του κινούμενου προς Ιωάννινα.... οχήματος ο οδηγός του οποίου Ψ1 προσπάθησε με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά να αποφύγει τη σύγκρουση.

Στη συνέχεια, το τελευταίο αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στο έρεισμα του ρεύματος πορείας του, ενώ το όχημα που οδηγούσε ο Χ1, αφού προηγουμένως διέσχισε διαγώνια το αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, ακινητοποιήθηκε πάνω σε βράχο έξω από το οδόστρωμα. Το ατύχημα αυτό οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Χ1, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία θα κατέβαλε κάθε μετρίως συνετός οδηγός κάτω από τις ανάλογες περιστάσεις.

Η αμέλεια του συνίσταται ειδικότερα στο ότι δεν ασκούσε, τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ήταν υποχρεωμένος κατ' άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 Κ.Ο.Κ., αφενός μεν διότι τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, η περιεκτικότητα του οποίου στο αίμα του ήταν κατά τις εξετάσεις των δύο δειγμάτων 1 και 1,07 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, αφετέρου δε διότι δεν μείωσε τη μέχρι τότε ταχύτητα του λόγω των προπεριγραφεισών συνθηκών, με συνέπεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο του ενάγοντος Ψ1 πλησίον της διαχωριστικής γραμμής.

Οι παραπάνω συνθήκες του, ατυχήματος αποδείχθηκαν από την κατάθεση του μάρτυρα ..., που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας (με ημερομηνία ...), από το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες όπου εικονίζονται τα βλαβέντα μέρη των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, που συνάδουν με τον προπεριγραφόμενο τρόπο επέλευσης της ένδικης σύγκρουσης.

Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός των Χ1 και Χ2 ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός Ψ1, καθόσον το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Άρτα) κατά την επιχείρηση προσπέρασης των προπορευόμενων αυτού αυτοκινήτων και ότι η σύγκρουση έγινε μέσα σε αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν αφού δεν αποδείχτηκε από κανένα στοιχείο.

Ούτε επίσης αποδείχτηκαν τα υποστηριζόμενα από τους ίδιους; διαδίκους ότι ο ως άνω οδηγός (Ψ1) παραδέχτηκε αρχικά ότι έφερε αυτός αποκλειστικά την ευθύνη για το ένδικο ατύχημα και ότι τους διαβεβαίωσε ότι θα προβεί σε θετική δήλωση στην ασφαλιστική του εταιρεία, καθόσον η κατάθεση και μόνο του υιού του ενάγοντος Χ1 σχετικά με το ζήτημα αυτό στην ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται, δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο, αφού δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα άλλο στοιχείο.

Τέλος το γεγονός ότι ο οδηγός Ψ1 δεν οδηγούσε κατά παράβαση του άρθρου 16 Κ.Ο.Κ., στο άκρο δεξιό (σε σχέση με την πορεία του) τμήμα της οδού, αλλά πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, δεν αποτελεί αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράβασης αυτής του Κ.Ο.Κ, και της ενέργειας του Χ1 να εισέλθει στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας και να προκληθεί η σύγκρουση, ώστε να καταλογιστεί συνυπαιτιότητα στον Ψ1 για το αποτέλεσμα που επήλθε.

Τούτο διότι η διάταξη του αρ. 16 Κ.Ο.Κ. (αρ. 1) έχει θεσπιστεί για να διευκολύνει την κίνηση των οχημάτων που ακολουθούν το ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και όχι για την αποφυγή συγκρούσεων, εφόσον ο οδηγός ο οποίος κινείται στο προορισμένο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας δεν είναι υποχρεωμένος να θεωρήσει, έστω και ως πιθανή, την το αντικανονική κίνηση εκείνου που φέρνει το αυτοκίνητο που οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, κατέληξε δε σε σωστό αποτέλεσμα, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος και της ανυπαρξίας υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου έστω και με εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 1 του ΚΟΚ, αφού δέχτηκε ότι με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μη κινήσεως του αυτοκινήτου στο ακροδεξιό του ρεύματος πορείας του και του ατυχήματος.

Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφάση του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες όσον αφορά την ανυπαρξία υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου για το ατύχημα που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα, δέχεται ότι η μη οδήγηση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο του αυτοκινήτου του στο άκρο δεξιό της οδού δεν συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος, καθόσον τούτο δεν μπορούσε να αποφευχθεί ακόμη και αυτός οδηγούσε το αυοτοκίνητό του στο άκρο δεξιό της οδού, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πρώτος αναιρεσείων, κατά την υπέρβαση των προπορευόμενων οχημάτων απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, λόγω της μεγάλης ταχύτητας και της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν και δεν εισήλθε με τον αυτοκίνητο απλά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αλλά διέσχισε αυτό ολόκληρο και ακινητοποιήθηκε πάνω στο βράχο έξω από το οδόστρωμα και ότι παρά τον προς τα δεξιά ελιγμό του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου, δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς κάθε αποδεικτικό μέσο.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των λεπτομερώς αναφερομένων στην απόφαση και στην ανωτέρω υπό στοιχ.

ΙΙ σκέψη αποδείξεων. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η πλημμέλεια από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο ότι, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε ανεπιτρέπτως υπόψη την έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως του αίματος του πρώτου αναιρεσείοντος και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παρότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται στην 43500/5691/12.8.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εκτίμηση η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι οι διατάξεις της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών κατά την τέλεση του αδικήματος.

Δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής και γι' αυτό η απόδειξη ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση τοξικών ουσιών μπορεί να προκύψει και από άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας. Αν συνταχθεί έκθεση εξετάσεως αίματος του ελεγχόμενου οδηγού, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων της πιο πάνω κοινής υπουργικής απόφασης, αυτή δεν είναι ούτε ανυπόστατο, ούτε άκυρο αποδεικτικό μέσο, αλλά είναι έγκυρο και επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικό τεκμήριο κατ' άρθρο 336 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται (άρθρο 681Α ίδιου Κώδικα) και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

V. Στο πλαίσιο της καθιερωμένης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της συμβατικής ελευθερίας διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως, μπορεί στη σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα να περιληφθεί όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης, του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις. Μια τέτοια περίπτωση προβλέπεται στο άρθρο 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, σύμφωνα με το οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση του οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ΚΟΚ.

Η δεσμευτικότητα του όρου αυτού προϋποθέτει τη συμπερίληψη του στην ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία μπορεί είτε να ενσωματωθεί αυτούσιος είτε να γίνει σχετική παραπομπή στην ως άνω διάταξη της υπουργικής αποφάσεως. Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο αυτός να έχει θέσει την υπογραφή του στο ασφαλιστήριο, αλλά αρκεί να το έχει παραλάβει και να έχει καταβάλει τα ασφάλιστρα.

Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά του παρέχει το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.

Την αποζημίωση αυτή μπορεί να αξιώσει με αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την από ... παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά των αναιρεσείοντων δέχτηκε τα εξής: "...αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι το ...

ΙΧΦ αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος στην εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ", για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη βάσει του ... ανανεωτηρίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο φέρει μόνο την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης αυτής και όχι και της αντισυμβαλλόμενης Χ2.

Ο πρώτος όρος του παραπάνω συμβολαίου όριζε "Η παρούσα ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 489/1976 όπως ισχύει, της ΥΑΚ4 585-78/ΦΕΚ 795, όπως ισχύει, του Ν. 2496/97 όπου δεν τροποποιείται από τους ως άνω Ειδικούς Νόμους, του Ν.Δ/ματος 400/70 και τους συνημμένους Ασφαλιστικούς όρους (Γενικούς και Ειδικούς) και αποτελούν το ενιαίο σύνολο της ασφαλιστικής σύμβασης".

Πέραν αυτού ρητά στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφεται ότι σε περίπτωση μέθης του οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος ή χρήσεως υπ' αυτού τοξικών ουσιών ή οδηγήσεως άνευ της κατά νόμο αδείας, ούτος είναι υπόχρεος προς αποκατάσταση πάσης ζημίας που υπέστη η ασφαλιστική εταιρεία λόγω προκλήσεως ζημίας σε τρίτους (αρθρ. 25 παρ. 6 και 8 ΥΑ).

Με τις παραπομπές αυτές της συμβάσεως ασφαλίσεως στο κείμενο της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής καλύψεως του άρθρου 25 παρ. 8 της εν λόγω αποφάσεως απέκτησε συμβατική ισχύ μεταξύ των συμβληθέντων στην ανωτέρω σύμβαση. Οι παραπάνω εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και εκείνη άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, η οποία και ενδιαφέρει εν προκειμένω έγιναν αποδεκτές από την ανωτέρω Χ2.

Διότι `αυτή, ναι μεν δεν έχει υπογράψει, κατά τα προεκτεθέντα, την παραπάνω σύμβαση, πλην, όμως, αποδέχτηκε τις εξαιρέσεις αυτές, καθόσον α) έλαβε αντίγραφο του ανωτέρω συμβολαίου, όπως τούτο συνάγεται από την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας για το επίδικο τροχαίο ατύχημα, αφού αναφέρεται σε αυτή, βάσει της επί του ανωτέρω αυτοκινήτου της βεβαιώσεως ασφαλίσεως του, ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη, β) κατέβαλε στην εφεσίβλητη τα ασφάλιστρα, αφού διαφορετικά, δε θα χορηγούνταν σε αυτή το παραπάνω αντίγραφο, γ) υπέβαλε στην εφεσίβλητη αρνητική δήλωση για τις συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος, στην οποία, όπως από αυτή προκύπτει, αναφέρει, πλην άλλων και τον παραπάνω αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δ) ενώ έλαβε γνώση της ανωτέρω εξαιρέσεως, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, της χορηγήθηκε αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν εναντιώθηκε και δεν απέκρουσε το σχετικό όρο.

Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου Χ1 οδηγούσε τούτο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, η άνω εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως των εκκαλούντων και επομένως, δικαιούται να απαιτήσει από αυτούς ο,τιδήποτε καταβάλει εξαιτίας του ατυχήματος στον εξ αυτού ζημιωθέντα, όπως ζήτησε με την παρεμπίπτουσα αγωγή της.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των εναγομένων: α) Περί μη αποδοχής της ανωτέρω εξαιρέσεως από τη σύμβαση ασφαλιστικής καλύψεως με την υπογραφή της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους της εξ αυτών αντισυμβαλλομένης Χ2 ούτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, λόγω άγνοιας εκ μέρους της του όρου αυτού, β) περί μη τηρήσεως στην προκειμένη περίπτωση της προβλεπόμενης από την ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση διαδικασίας, προκειμένου να διαπιστωθεί η μέθη του εξ αυτών οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου Χ1, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ερμήνευσε και εφήρμοσε, όσα δε αντιθέτως υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της από 14-6-2004 έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".

Με τις παραδοχές αυτές και την περαιτέρω παραδοχή που αναφέρεται στην υπό στοιχ. ΙΙΙ αιτιολογία, κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται και στην μέθη του οδηγού πρώτου αναιρεσείοντος, το Εφετείο έκρινε ότι εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκλήθηκαν εξαιτίας του ατυχήματος στον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Γι' αυτό και απέρριψε την από 14-6-2004 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2006 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 386/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία, λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησης, ορίζει: α) για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1 σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ β) για την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ" σε χίλια οκτακόσια ευρώ και γ) για την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΕΓΑ" επίσης σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ