Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employer won on unpaid severance and wrongful dismissal claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision in a labor dispute regarding unpaid severance pay. The appellant argued the employer made a calculation error regarding his salary and that the dismissal date was a clerical mistake, while the employer contended the lower court correctly applied the law. The court found the appellant's arguments baseless because the employer had already raised these same defenses during the appeal proceedings before the Court of First Instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(a) of Law 3198/1955; Article 5(1) of Law 435/1976: The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's decision is based on valid arguments raised by the opposing party during the appeal phase, rendering the appellant's new claims inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 599 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 599/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΣΤΑΔΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ" (ΣΕΦ) που εδρεύει στο Ν.Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Βαή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3248/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 645/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 εδαφ.α του ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη υπό την έννοιαν της παραγράφου 1 του άρθρ. 6 του ν.2112, ή το υπό οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ο έτος της ηλικίας των αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημισέος της υπό του Ν 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του β.δ της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγραφών 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος".
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976,με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφιο β του εν λόγω άρθρου 8 του ν.3198/1955, ορίζεται ότι " μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τα προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν αποχωρώσιν είτε ν' απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι, τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάτοστε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου.
Δια την κατά τα' ανωτέρω χορηγουμένην, εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνόμενους μισθωτούς αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8 και 9 του Ν.Δ 3198/1955 ως και των διατάξεων του Ν.2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", ως ούτος ετροποποιήθη και συμπληρώθη μεταγενεστέρως, και του Β.Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του Ν.2112 "περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων" και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν" Σκοπός της παραπάνω διατάξεως είναι να διευκολυνθεί η ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την παροχή κινήτρου προς λύση της συμβάσεως εργασίας υπερήλικων υπαλλήλων, ώστε να παρασχεθεί στους νέους η ευχέρεια για εξεύρεση εργασίας, εφαρμόζεται αναμφισβήτητα στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες, προς διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο την καινοτομία ότι μειώνει την οφειλόμενη αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψεως της ίδιας αποζημιώσεως από το μισθωτό, όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσίας του λόγω συμπληρώσεως των νομίμων προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος.
Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει περαιτέρω ότι με την συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση του μισθωτού δεν επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως εργασίας. Αυτή μπορεί να λυθεί είτε εκ μέρους του εργοδότη με απομάκρυνση (απόλυση) του μισθωτού από την υπηρεσία του, είτε εκ μέρους του τελευταίου με οικειοθελή αποχώρηση του από την υπηρεσία του.
Προκύπτει ακόμη, ότι η ανωτέρω διάταξη δεν δημιουργεί υποχρέωση του εργοδότη να απομακρύνει (απολύσει) τον μισθωτό από την υπηρεσία του, ούτε υποχρέωση του μισθωτού να αποχωρήσει οικειοθελώς από αυτήν. Απλώς παρέχει τη δυνατότητα στον εργοδότη να απομακρύνει το μισθωτό, και χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου, εφόσον στο πρόσωπο του συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, και στο μισθωτό να αποχωρεί από την εργασία του λαμβάνοντας μειωμένη αποζημίωση.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) Ν.Π.Ι.Δ "Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας" (ΣΕΦ) την .... για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του ηλεκτρονικού του κλάδου Τεχνολογικών Εφαρμογών, κατηγορίας Τ.Ε.
Την 12.1.2004 ο προϊστάμενος διευθύνσεως διοικητικού του αναιρεσίβλητου τον ενημέρωσε εγγράφως ότι στις 21-1-2004 συμπλήρωνε το ανώτερο όριο ηλικίας για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος από 1-2-2004 και ταυτόχρονα του ανακοίνωσε ότι θα έπρεπε να προγραμματίσει να λάβει τα υπόλοιπα αδειών και "ρεπό" ώστε να συνταξιοδοτηθεί.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου, με την αριθμό ..... απόφασή του, επιβεβαίωσε ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατά τα άνω συνταξιοδότηση του αναιρεσείοντος και τη λύση της σχέσεως εργασίας του. Στις 21-7-2004, το αναιρεσίβλητο, κάνοντας χρήση του δικαιώματος που του παρείχαν οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν.435/1976, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος εγγράφως, της καταγγελίας δε αυτής έλαβε γνώση ο αναιρεσείων αυθημερόν.
Από παραδρομή στο πάνω έγγραφο καταγγελίας αναφέρεται ως χρόνος απόλυσης η 19-6-2004, ενώ το ορθό είναι η 21-7-2004, οπότε και επιδόθηκε η σχετική καταγγελία στον αναιρεσείοντα. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου με απόφασή του της 5-7-2004 επιβεβαίωσε τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότηση του αναιρεσείοντος και δεν ήταν δυνατόν να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας σε προγενέστερο της αποφάσεως αυτής χρόνο.
Η αναφορά επομένως στο έγγραφο της καταγγελίας ως χρόνο απολύσεως της 19-6-2004 δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ στην καταγγελία και δεν κατέστη εκ του λόγου αυτού άκυρη η καταγγελία όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Η κατά τα άνω απόλυση του αναιρεσείοντος έγινε από το αναιρεσίβλητο με βάση τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και δεν αντίκειται αυτή στην Κοινοτική Οδηγία 2000/78 " για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω ηλικίας..." ώστε να καθίσταται εκ του λόγου αυτού άκυρη, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι το καθαρό ποσό της αποζημιώσεως (μετά την αφαίρεση του σχετικού φόρου) που ορίσθηκε με την παραπάνω καταγγελία να καταβληθεί στον αναιρεσείοντα, ανερχόταν στο ποσό των 25.855,60 Ε, το οποίο αποδείχθηκε ότι εισέπραξε αυτός, με επιφύλαξη, σε τρεις δόσεις. Ο μισθός του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο απολύσεώς του ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 3.300,57Ε συνυπολογιζομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας (2.829,06 Ε ο μηνιαίος μισθός Χ 14 μήνες : 12 μήνες).Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στις 21-7-2004, κατά την οποία ο αναιρεσείων είχε 19,416 έτη προϋπηρεσίας, το αναιρεσίβλητο θα έπρεπε να του καταβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Σ.Σ.Ε των εργαζομένων στο αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση, με βάση τις μηνιαίες αποδοχές του, όπως αυτές προσδιορίστηκαν παραπάνω, 3.300,57Χ 50% = 3.650,28Χ 19,416=32.041,84 Ε ακαθάριστα και όχι μόνο το ποσό των 25.855,60 Ε που προαναφέρθηκε ότι καταβλήθηκε ως καθαρό ποσό.
Προστιθέμενου όμως στο άνω καθαρό ποσό των 25.885,60 Ε, ποσού 1.471,41 Ε, που νόμιμα παρακράτησε το αναιρεσίβλητο και απέδωσε στη φορολογική αρχή, κατά τον νέο τρόπο φορολογήσεως της αποζημιώσεως που ισχύει από 1-3-2003 και προβλέπεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν.2238/94 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος" όπως το 2ο και 4ο εδάφιο τροποποιούνται με τον Ν. 3091/2002, το ποσό που αυτό κατέβαλε ως αποζημίωση ανέρχεται σε 27.357, 01 Ε (25.855,60+ 1471,41).
Επομένως, του οφείλεται το ποσό των 4.684,83 Ε. Η κατά το ποσό αυτό ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως από το αναιρεσίβλητο δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία, αφού η διαφορά αυτή οφείλεται σε δικαιολογημένη πλάνη του αναιρεσιβλήτου ως προς το ύψος του μισθού με βάση τον οποίο υπολογίσθηκε η αποζημίωση και όχι σε κακουβουλία του.
Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, η παραπάνω καταγγελία δεν καθίσταται άκυρη έστω και εάν ο αρμόδιος για θέματα αθλητισμού Υπουργός δεν έλεγξε τη νομιμότητα της σχετικής διαπιστωτικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 της 14487/8-5-89 (ΦΕΚ 346/89) κοινής Υπουργικής Αποφάσεως "Κανονισμός Οργάνωσης και λειτουργίας Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας", αφού ο ανωτέρω έλεγχος δεν τίθεται με ποινή ακυρότητας των κατά παράλειψή του λαμβανομένων αποφάσεων.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο παρακράτησε αδικαιολόγητα από την μισθοδοσία του αναιρεσείοντος μηνός Ιουνίου 2004, το ποσό των 2036,92 Ε, που αντιστοιχεί σε εργασία 18 ημερών, και τούτο διότι ο αναιρεσείων έκανε χρήση της αδείας του και οφειλομένων "ρεπό" κατά το εν λόγω διάστημα και συνεπώς δικαιούται των αντιστοίχων ως άνω αποδοχών του.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή για ποσό 6.156,24 ευρώ, και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα ποσό 6.721,75 ευρώ. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε της Οδηγίας 2000/78 ΕΚ για την καταπολέμηση των διακρίσεων, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά τα πρώτο, δεύτερο και τέταρτο μέρη του, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος και τέταρτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 13 και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα:
α) ότι η κατά 4.684,83 ευρώ ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως στον αναιρεσείοντα οφείλετο όχι σε κακοβουλία αλλά σε δικαιολογημένη πλάνη του αναιρεσιβλήτου ως προς το ύψος του μισθού με βάση τον οποίο έπρεπε να υπολογισθεί η αποζημίωση του αναιρεσείοντος και β) ότι η αναφορά στο έγγραφο της καταγγελίας ως χρόνου απολύσεως του αναιρεσείοντος της 19-6-2004 οφείλεται σε γραφική παραδρομή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της εφέσεως και των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου (Κ.Πολ.Δ 561 παρ.2), προκύπτει ότι το τελευταίο αυτό, σε υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αναιρεσείοντος, προέβαλλε παραδεκτά τους ανωτέρω ισχυρισμούς κατά την έκκλητη δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2007 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 645/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 20 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ