Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds where one of two independent legal grounds supports the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the DEH's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding an employee's resignation from claims. The appellant argued the lower court violated substantive and interpretative civil law rules by rejecting the resignation, claiming a gap in the contract required specific judicial interpretation. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court's decision relied on two independent grounds, and since the first ground alone sufficed to reject the resignation, the second argument was legally unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 3, 174, 180, 679, 656 of the Civil Code; Article 8 of Law 1648/1986; Article 8(4) of Law 4020/59: When a contested judgment rests independently on multiple grounds, appeals challenging only the remaining grounds are inadmissible as superfluous if one ground alone supports the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 599 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 599/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 874/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3142/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2003 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 21/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, αν έστω και μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων και οι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και δια του αναιρετηρίου προβάλλεται, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσίβλητη τοποθετήθηκε αναγκαστικώς, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1648/1986, στην αναιρεσείουσα ως υπάλληλός της, με την 7/6-12-1991 απόφαση της Επιτροπής της Νομαρχίας Δωδεκανήσου και εμφανίσθηκε στα γραφεία της αναιρεσείουσας για ανάληψη υπηρεσίας, στις 3-1-1992.
Η αναιρεσείουσα όμως από 3-1-1992 μέχρι 22-6-1992 δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης και έτσι περιήλθε σε υπερημερία και είναι υποχρεωμένη να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τους μισθούς υπερημερίας του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο ήταν καταβλητέο, σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 ΑΚ καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης δέχθηκε ότι η ένσταση της αναιρεσείουσας για παραίτηση της αναιρεσίβλητης, μετά την ανάληψη υπηρεσίας, των αξιώσεών της για πληρωμή τόκων υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, με βάση το 10ο όρο της εργασιακής της συμβάσεως, που όριζε ότι "παραιτείται της αποζημιώσεως για οποιαδήποτε αιτία και για το διαδραμόν χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της σχετικής περί τοποθετήσεώς της στη ΔΕΗ βάσει της υπ' αριθ. 7/6-12-1991 αποφάσεως της επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1648/1986 μέχρι σήμερα", είναι απορριπτέα, αφού, " εκτός του ότι κάθε παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα λήψης των νομίμων αποδοχών ή άλλων παροχών από την εργασία του, είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη, από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου όρου δεν προκύπτει η επικαλούμενη από την εναγομένη παραίτηση της ενάγουσας από τις παραπάνω αξιώσεις της, από τις οποίες εκείνη περί χρηματικής ικανοποιήσεως είναι ανεξάρτητη από την αποζημίωση, για την περιουσιακή ζημία περί της οποίας προφανώς γίνεται λόγος στον προμνημονευόμενο όρο της εργασιακής συμβάσεως".
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679, 656 ΑΚ, 8 του ν.2112/20 και 8 παρ. 4 του ν. 4020/59, με το να δεχθεί ως μη νόμιμη την παραίτηση της αναιρεσίβλητης από τους τόκους υπερημερίας, ενώ με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ως προς την παραίτηση της αναιρεσίβλητης από την αξίωσής της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε τις ίδιες διατάξεις και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γιατί μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στη σύμβαση των διαδίκων ως προς το ζήτημα αυτό δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την πλήρωση του κενού και τη διαπίστωση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων, ούτε παρέθεσε στην απόφαση τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ανάγκη εφαρμογής των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων, αλλά τουναντίον επέλυσε το διαπιστούμενο κενό με την αυθαίρετη υποκατάσταση της δικαιοπρακτικής βούληση των μερών.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο την κρίση του για απόρριψη την ενστάσεως για παραίτηση από την αξίωση της αναιρεσίβλητης από τους τόκους υπερημερίας στήριξε σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, δηλαδή πρώτον επειδή είναι άκυρη η παραίτηση και δεύτερο γιατί δεν προκύπτει η επικαλούμενη παραίτηση η κάθε μία από τις οποίες αρκεί να στηρίξει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης και από τις δύο αυτές αιτιολογίες πλήττεται μόνο η μία (πρώτη).
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν διαλαμβάνει διαπίστωση, έστω και έμμεση, περί υπάρξεως κενού στην περί παραιτήσεως ή μη από την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση στη δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 456/14-4-2003 αίτηση της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.-ΑΕ) για αναίρεση της 3142/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ