Legislator Case Law & Legislation
598/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to substantiate legal errors and procedural defects.

Case Number 598/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Piraeus Court of Appeal. The appellant failed to substantiate the alleged procedural and substantive errors, providing only vague arguments without specific factual premises or logical connections to the contested decision. Consequently, the court ruled that the appeal lacked the necessary foundation for review and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 57 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to substantiate the alleged errors with specific factual premises and logical connections to the contested decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantiation of errors vague grounds procedural defect legal costs substantive law violation final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 57 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 598 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 598/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Θ. του Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Ρ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Αθανασίου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Θ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Νικόλαος Νικολαΐδης ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσείων Α. Θ. του Β. απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Μεταμόρφωσης Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. χήρα Α. Θ., το γένος Ζ. Ξ., β) Α. Θ. του Α., γ) Α. Θ. του Α., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3459/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3777/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 665/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αποβιώσας αρχικά αναιρεσείων και πλέον οι υπεισελθούσες στην θέση του αναιρεσείουσες με την από 20/1/2023 αίτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Α., ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 20-1-2023 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 665/2022 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 7-10-2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία και δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.

2. Με την από 20.1.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 665/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις την έφεση του τότε εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την αντέφεση της τότε δεύτερης εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας-δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία 3777/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, λόγω προσβολής προσωπικότητας με αδικοπραξία, ως προς τον τότε πρώτο εφεσίβλητο-πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την τότε δεύτερη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα-δεύτερη εναγομένη-δεύτερη αναιρεσίβλητη,αλλά απέρριψε την έφεση και έκανε δεκτή την αντέφεση κατ'ουσία, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την δεύτερη εναγομένη και δικάζοντας την αγωγή, την απέρριψε και ως προς αυτήν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553,556,558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

3. Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α' , 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 2030/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την από ... ληξιαρχική πράξη θανάτου, την οποία έχει συντάξει ο Ληξίαρχος του Δήμου Μεταμορφώσεως Αττικής και 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2023 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Μεταμορφώσεως Αττικής , προκύπτει ότι στις ... απεβίωσε ο αρχικώς ενάγων και αναιρεσείων Α. Θ. του Β. (μετά την άσκηση της αναίρεσης) και κατέλειπε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τους αναφερόμενους στα πρακτικά. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Νικολαϊδη, τον θάνατο του εν λόγω αρχικώς αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βιαίως, λόγω του θανάτου αυτού. Κατόπιν τούτου και, αφού δεν αμφισβητείται από τον παρόντα πρώτο αναιρεσίβλητο η ιδιότητα των ανωτέρω , ως κληρονόμων του παραπάνω θανόντος, αναιρεσείοντος, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005,ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 19/2020).

Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1346/2023,ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1346/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 81/2020).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 319/2017).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 81/2020). 5. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4619/2019 (ισχύς από 1η Ιουλίου 2019),και ότι μετά την αθώωση του αναιρεσείοντος στη ποινική δίκη, η αλήθεια των ισχυρισμών που συνιστούν το περιεχόμενο της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης εξετάζεται εξ αρχής, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι εφαρμόζεται, ως επιεικέστερη, η διάταξη του άρθρου του 366 παρ.2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση της από το Ν.4619/2019,που καθιερώνει νόμιμο αμάχητο τεκμήριο και ότι η αθώωσή του στη ποινική δίκη δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ως προς το ψευδές των επίμαχων ισχυρισμών του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Επικουρικώς, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ,σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι από το γεγονός ότι έπαυσε εναντίον των αναιρεσιβλήτων η ποινική δίωξη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του αναιρεσείοντος συνάγεται νόμιμο τεκμήριο ότι δεν τελέστηκε σε βάρος του αδίκημα αυτό.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, κυρίως διότι δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, δεν είναι εφαρμοστέος στην παρούσα πολιτική δίκη ο κανόνας της ευμενέστερης ποινικής διάταξης, επιπρόσθετα δε και αλυσιτελής, διότι και υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου του 366 παρ.2 του παλαιού ΠΚ το τεκμήριο που δημιουργήθηκε από την αμετάκλητη αθώωση του αναιρεσείοντος είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη.

6. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ.1γ του ΠΚ,δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι δεν τελέστηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενήργησε εκτελώντας νόμιμο καθήκον,ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαφύλαξη των συμφερόντων της και από δικαιολογημένη αγανάκτηση.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται, επικουρικώς, στην προσβαλλομένη απόφαση, πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ ως προς τα κριτήρια ανατροπής της άρσης του αδίκου, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι δεν τελέστηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, και ότι ο τρόπος έκφρασης των αναιρεσιβλήτων δεν υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο, το οποίο συνεπάγεται σκοπό εξύβρισης.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ'ορθή εκτίμηση, πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αρ.10 και 17), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ, την οποία δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέα, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ότι αυτή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαφύλαξη δικαιώματός της και από δικαιολογημένη αγανάκτηση, με τις αιτιάσεις ότι η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ούτε αποτελεί προσωπικό λόγο απαλλαγής από την αδικοπρακτική ευθύνη στο χώρο του αστικού δικαίου.

Ωστόσο και αυτοί οι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, διότι δεν παρατίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση της αναφερόμενης διάταξης, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, ως εν προκειμένω, επίσης δεν αναφέρεται ποιοί είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους, καθώς και η σύνδεσή τους με το διατακτικό, και ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση.

Επιπρόσθετα και αναφορικά με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, εξετάζοντας την εκ του άρθρου 367 παρ.1γ του ΠΚ ένσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι η τελευταία ενήργησε εν προκειμένω από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για την διαφύλαξη των συμφερόντων της και όχι από δικαιολογημένη αγανάκτηση λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος.

Σε κάθε περίπτωση, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι και διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, κατ' αποτέλεσμα, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ).

7. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183,189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 20-01-2023 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 665/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ