Legislator Case Law & Legislation
598/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation decision due to procedural defects and lack of evidence.

Case Number 598/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a regional court's expropriation compensation decision. The State argued the lower court failed to declare the claim inadmissible and ignored procedural requirements for the benefit committee. The court rejected these claims, finding the lower court correctly applied the law and that the State's arguments lacked evidentiary support.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court's decision on admissibility is legally sound and the appellant fails to provide sufficient evidence to overturn the factual findings regarding the expropriation process.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal admissibility procedural defects benefit committee evidentiary burden Code of Civil Procedure Greek expropriation law

Cited Legislation

AI generated
Article 33 of Law 2971/2001
Article 22(1)(b) of Law 2882/2001
Articles 552, 553, 556, 558, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 108, 110(2), 498(1), 568(1)(2), 576(1)(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 33(4) of Law 2971/2001
Article 14(3) of Law 2882/2001
Article 106 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 598 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 598/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει -συμπληρώνει το αναιρετήριο, ως προς την υπό στοιχ. 5β των αναιρεσιβλήτων "Ε. χα Ι. Μ., το γένος Μ. Σ.", που εκ παραδρομής δεν αναγράφησαν σε αυτό όλα τα στοιχεία της, καθώς και ως προς την αρίθμηση της υπό στοιχ. 5γ των αναιρεσιβλήτων "Κ. χα Κ. Σ., το γένος Ν. Γ." (παραλείφθηκε το στοιχείο γ).

Των αναιρεσιβλήτων: 1. …..68. Μ. συζ. Ζ. - Ε. Μ. Ζ., το γένος Θ. Κ., …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2018 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκε η 16/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη, από 12-6-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 24/14-6-2019), αίτηση αναίρεσης, όπως παραδεκτά διορθώθηκε ως προς τα στοιχεία των με αριθ. 5β' και 5γ' αναιρεσίβλητων, το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλει την με αριθ. 16/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 (τεκμήριο ωφέλειας ιδιοκτητών απαλλοτριούμενων ακινήτων).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα δηλ. εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β` του ν. 2882/2001, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 33 παρ. 6 του ν. 2971/2001 (ΑΠ 838/2021, ΑΠ 1613/2017), από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με αριθ. 16/2019 απόφασης του Εφετείου (14-3-2019), καθόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης αυτής, όπως άλλωστε και το αναιρεσείον αναφέρει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 33 παρ. 6 εδ.

τελευταίο του ν. 2971/2001). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 2/2023, ΑΠ 2/2022), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 409/2023, ΑΠ 1494/2022, ΑΠ 608/2021).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 1389/2019). Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο διάδικος που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016).

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ'του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ` άρθρο 575 εδ. β'του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά τη αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ` αναβολή δικάσιμο (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 416/2020, 720/2017). Ομοίως, αν κατά την αρχική δικάσιμο κατά την οποία δόθηκε αναβολή οι διάδικοι ή ο ένας από αυτούς δεν ήταν παρών αλλά είχε καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει να καλείται στις οριζόμενες προθεσμίες με την επίδοση πρακτικού αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής, άλλως και στην περίπτωση αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 556/2022, ΑΠ 359/2016, ΑΠ 176/2013).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι, όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αναίρεσης που επιδόθηκε στο αναιρεσείον (βλ. την από 28-11-2019 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Βεισάκη στην επιδιδόμενη στο αναιρεσείον αίτηση αναίρεσης).

Κατά την αρχική δικάσιμο της 20-11-2020, η υπόθεση κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18-3-2022 και έγινε εγγραφή της στο πινάκιο της δικασίμου αυτής, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση των αναιρεσίβλητων για την εν λόγω δικάσιμο, αφού η εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων.

Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 18-3-2022 κατά την οποία η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη Κωνσταντίνα Δούνια παρέστη με δήλωση κατ' άρθρο 242 του ΚΠολΔ, οι δε λοιποί αναιρεσίβλητοι (67) δεν παραστάθηκαν, αναβλήθηκε δε εκ νέου για τη παρούσα δικάσιμο (3-11-2023). Ως προς τους τελευταίους 67 αναιρεσίβλητους η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή τους για τη παρούσα δικάσιμο (3-11-2023) κατ' άρθρο 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αφού οι απολειπόμενοι αυτοί αναιρεσίβλητοι, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, είχαν επισπεύσει την αρχική συζήτηση.

Η διάταξη όμως αυτή δεν ισχύει και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, δηλαδή ότι η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλήτευσης των διαδίκων, διότι αυτή παρέστη με τον τρόπο που ορίζει το άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και στη περίπτωση αυτή απαιτείται κλήτευσή της για τη παρούσα δικάσιμο (3-11-2023). Εφόσον δε δεν προσκομίζεται από το αναιρεσείον αποδεικτικό αναβολής ή πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι κλητεύθηκε αυτή νόμιμα για τη 3-11-2023, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, δεν ισχύει γι' αυτήν ως νέα κλήτευση η νέα εγγραφή στο πινάκιο της 3-11-2023 που προϋποθέτει νόμιμη κλήτευση κατά τη δικάσιμο αυτή (3-11-2023).

Κατ` ακολουθία, εφόσον δεν παραστάθηκε νόμιμα κατά την στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, ενώ ως προς τους λοιπούς των αναιρεσίβλητων (2-68) που δεν εμφανίστηκαν κατά την άνω δικάσιμο, που εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο πρέπει να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 15-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 35/2018) αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και ειδικότερα να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει ωφέλεια για τμήματα των ιδιοκτησιών τους, που απέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης, η οποία κηρύχτηκε με την με αριθ. 60359/4383/31-5-2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, υπέρ του πρώτου των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του, για την εκτέλεση του έργου "… (…), στη … της ΠΕ Μεσσηνίας, για την οποία καθορίστηκε ήδη προσωρινή τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης με την με αριθ. 13/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Επί της αίτησης αυτής και αφού οι αιτούντες υπέβαλαν την … αίτησή τους στο Ελληνικό Δημόσιο και στο Προϊστάμενο Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου-Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, με την οποία ζητούσαν τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 33 παρ. 3 και 4 του ν. 2971/2001, σχετικά με το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών της απαλλοτρίωσης, η οποία δεν είχε συσταθεί μέχρι τότε, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη με αριθ. 16/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία δέχθηκε την αίτηση, αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα των αναιρεσίβλητων, ούτε υποχρέωση για αυταποζημίωση και αποζημίωση τρίτων ιδιοκτητών σε βάρος των αναιρεσίβλητων και διέταξε τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα κατά το μέρος που οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι φέρονται ως υπόχρεοι αυταποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτητών για τα παραπάνω ακίνητα.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο. Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 118/2021, ΑΠ 171/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 118/2021, ΑΠ 465/2020). Έτι περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α` του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ/γμα 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ` άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, δηλ. ρύθμιση που προβλέπεται πλέον ρητά με το άρθρο 33 του ν. 2971/ 2001, το οποίο, κατά το άρθρ. 37 εδ.

α` αυτού, εφαρμόζεται στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είτε κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του είτε είχαν μεν κηρυχθεί πριν από αυτή αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεστεί. Κατά το άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3, 4 και 6 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης ...(παρ. 2). Η αίτηση ... παραπέμπεται ... προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ... (παρ. 3).

Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του (παρ. 4).

Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο ... Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο ...(παρ. 6). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 653/1977 ρητά χαρακτηρίζεται πλέον ως μαχητό και ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 4/2021, ΑΠ 118/2021, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 325/2020).

Η αίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου για ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας υποβάλλεται στο φορέα του έργου και κρίνεται από το αρμόδιο Εφετείο, στο οποίο και διαβιβάζεται μαζί με την επ` αυτής έκθεση της αρμόδιας επιτροπής(ΑΠ 118/2021). Η ανωτέρω διαδικασία, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο, δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του ν. 2971/2001 (ΑΠ 150/2018, ΑΠ 34/2015).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 595/2020), το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1 και 3 του ν. 653/1977 και 33 παρ. 1 και 4 του ν. 2971/2001 που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος, καθώς επίσης αποδίδει, στη προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη ωφέλειας για τα επίδικα ακίνητα, αφού δεν διευκρινίζει και δεν προσδιορίζει:

α) εάν επηρεάζεται, χωριστά κάθε ακίνητο, αρνητικά μετά την απαλλοτρίωση, η δυνατότητα πρόσβασης αυτού στη κατασκευαζόμενη οδό, β) εάν επηρεάζεται η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα αυτού, γ) ποια από τα ακίνητα, πριν την απαλλοτρίωση είχαν πρόσβαση ή πρόσωπο σε οδό και ποιο χαρακτήρα είχε αυτή (εθνική, επαρχιακή ή δημοτική), καθώς και ποια η απόσταση καθενός των ακινήτων αυτών και ο χρόνος πρόσβασής τους στην υφιστάμενη τότε επαρχιακή οδό …και αν υφίσταται παράπλευρο οδικό δίκτυ στο επίπεδο των εν λόγω ακινήτων, δ) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ακινήτων δηλ.

οι ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κλπ) και οι θεσπιζόμενες δυνατότητες χρήσης και ε) ποια ήταν η αγοραία αξία των ακινήτων πριν από την απαλλοτρίωση και ποια μετά από αυτήν. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 16/2019 απόφασή του, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''...

Δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. … απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκέντρωσης Διοίκησης Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου (εφεξής "Γ.Γ.Α.Δ."), που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. … ΦΕΚ (Τεύχος … ), όπως τροποποιήθηκε και διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. … απόφαση του ιδίου Γ.Γ.Α.Δ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ.

… ΦΕΚ (Τεύχος ….), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του Έργου "… (…), σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 232.975,00 τμ, που βρίσκεται στη περιοχή του Δήμου … της ΠΕ Μεσσηνίας. Η απαλλοτριούμενη έκταση απεικονίζεται αρχικά σε κλίμακα: 1:1000 στα από τον Ιούλιο του 2008 και αναθεωρημένα τον Μάρτιο του 2009 κτηματολογικά διαγράμματα (αριθμοί σχεδίων Κ Δ … έως Κ Δ …) και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, τα οποία έχει συντάξει η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "… ΑΕ" και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Πελοποννήσου Π.

Γ., στις …. Η παραπάνω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, που θα καλυφθούν από πιστώσεις της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι για τις ιδιοκτησίες αυτές ισχύει ήδη το Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης Δημοτικής Ενότητας …, Δήμου …, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.

… απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου περί "Έγκρισης Σχεδίου Χωρικής κα Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π) Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου Μεσσήνης της Περιφερειακής Ενότητας Μεσσηνίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. 445/10-12-2013 ΦΕΚ (Τεύχος Α,Α,Π) (εφεξής αναφερόμενη, ως ΣΧΟΟΑΠ).

Με το άνω ΣΧΟΟΑΠ δε καταργήθηκαν οι παρεκκλίσεις στην εκτός σχεδίου δόμηση, ώστε οι ιδιοκτησίες αυτές από οικοδομήσιμες μετατράπηκαν σε γεωργικές, με αποτέλεσμα αυτό να έχει αντίκτυπο στην αγοραία αξία τους. Όλα τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται από την ήδη υπάρχουσα επαρχιακή Οδό …, καθώς και από καλοσυντηρημένες δημοτικές και αγροτικές οδούς, έχουν σύνδεση με τα κοινόχρηστα δίκτυα ηλεκτρισμού, ύδρευσης, τηλεφωνίας (σταθερής και κινητής), διέλευσης αστικών και υπεραστικών λεωφορείων, τα περισσότερα δε από αυτά, διαθέτουν πρόσοψη στην ήδη υπάρχουσα επαρχιακή Οδό …, σε αγροτικές οδούς, δημοτικές - κοινόχρηστους χώρους, ιδιωτικές, επαρχιακές οδούς, ενώ απέχουν μόλις 2-5 περίπου χιλιόμετρα από τη θάλασσα, αφού πρόκειται για παραθαλάσσια και τουριστική περιοχή σχεδόν ολόκληρο το τμήμα του δρόμου που θα κατασκευαστεί είναι κοντά σε παραθαλάσσια θέρετρα - τουριστικές μονάδες, δωμάτια, πανσιόν, αφού η περιοχή του … είναι μια από τις δημοφιλέστερες περιοχές παραθέρισης από τη δεκαετία του 70 ήδη μέχρι και σήμερα.

Επιπλέον, το έδαφος της περιοχής είναι αρκετά εύφορο και σε συνδυασμό με το εύκρατο κλίμα της περιοχής, ευνοεί την καλλιέργεια και εμφύτευση πολλών και ποικίλων φυτών, δένδρων, λαχανικών (π.χ. ελιές, πορτοκαλιές, συκιές κλπ). Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώνονται είναι οι υπό ΑΚΠ … ιδιοκτησίες. Ακολούθως, σύμφωνα με το κτηματολογικό διάγραμμα και τους κτηματολογικούς πίνακες, που προσκομίζονται επί τμημάτων των ως άνω ακινήτων, επιβλήθηκαν με βάση το τεκμήριο ωφέλειας του ν. 653/1977, υποχρεώσεις αποζημίωσης απαλλοτριουμένων τμημάτων παρόδιων ιδιοκτησιών και υποχρέωση αυτοαποζημίωσης.

Ωστόσο, όπως κρίθηκε και με την υπ' αριθμ. 87/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωμένων ακινήτων, η αναγκαστική απαλλοτρίωση για το παραπάνω έργο του συγκοινωνιακού δικτύου (αυτοκινητόδρομου) επέφερε πλεονεκτήματα, κυρίως υπό το πρίσμα της συντομότερης μετακίνησης ανθρώπων και μεταφοράς αγαθών από την Καλαμάτα προς την Αθήνα και τανάπαλιν (και τις ενδιάμεσες πόλεις Τρίπολη και Κόρινθο).

Όμως ο αυτοκινητόδρομος στο συγκεκριμένο τμήμα του, η κατασκευή του οποίου δεν έχει ολοκληρωθεί, έχει υπερυψώσεις και βυθίσεις και έχει υψομετρική διαφορά (σε άλλα σημεία προς το ψηλότερο και σε άλλα σημεία προς το χαμηλότερο), σε σχέση με την επιφάνεια των απαλλοτριούμενων ακινήτων. Κατά συνέπεια τα προαναφερόμενα ακίνητα δεν αποκτούν ουσιαστικά κατά άμεσο τρόπο πρόσωπο στον αυτοκινητόδρομο.

Τα προαναφερθέντα ακίνητα εξυπηρετούνταν και προηγουμένως με εφαπτόμενους σε αυτά δρόμους (αγροτικούς ή ιδιωτικούς) οι οποίοι παρείχαν πρόσβαση προς την υφισταμένη επαρχιακή οδό ... και εκ των οποίων κάποιοι καταστράφηκαν λόγω της κατασκευής του προπεριγραφέντος αυτοκινητοδρόμου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω δεν υφίσταται ωφέλεια των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών από τη κατασκευή του συγκεκριμένου αυτοκινητόδρομου και πρέπει να γίνουν δεκτά κατ' ουσίαν τα σχετικά αιτήματα περί άρσης του τεκμηρίου ωφελείας υπέρ των ιδιοκτησιών αυτών και να διαταχθεί η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό ...''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη την από 15-2-2018 αίτηση των αναιρεσίβλητων με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει για τα ακίνητά τους, που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειας. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 και 33 παρ. 1 και 4 του ν. 2971/2001 που πλέον καθιερώνουν μαχητό τεκμήριο ωφέλειας, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου διότι διέλαβε την απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσίβλητων που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ` ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων και, συνεπώς, δεν στερείται από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε, στη προσβαλλόμενη απόφασή του, τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επίδικων ακινήτων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας.

Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριωθείσες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, δεχόμενο ότι: α) τα ακίνητα των αναιρεσίβλητων δεν αποκτούν κατά άμεσο τρόπο πρόσωπο στον αυτοκινητόδρομο καθόσον αυτός, στο συγκεκριμένο τμήμα του, έχει υπερυψώσεις και βυθίσεις και υψομετρική διαφορά (σε άλλα σημεία προς το ψηλότερο και σε άλλα σημεία προς το χαμηλότερο), σε σχέση με την επιφάνεια των απαλλοτριούμενων ακινήτων, β) όλα τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται από την ήδη υπάρχουσα επαρχιακή Οδό …, καθώς και από καλοσυντηρημένες δημοτικές και αγροτικές οδούς, γ) τα περισσότερα, διαθέτουν πρόσοψη στην ήδη υπάρχουσα επαρχιακή Οδό …, σε αγροτικές οδούς, δημοτικές-κοινόχρηστους χώρους, ιδιωτικές, επαρχιακές οδούς, ενώ τα ακίνητα αυτά εξυπηρετούνταν και προηγουμένως με εφαπτόμενους σε αυτά δρόμους (αγροτικούς ή ιδιωτικούς) οι οποίοι παρείχαν πρόσβαση προς την υφιστάμενη ως άνω επαρχιακή οδό … και δ) τα απαλλοτριούμενα, μετά την απαλλοτρίωση, από οικοδομήσιμα μετατράπηκαν σε γεωργικά, με αποτέλεσμα αυτό να έχει αντίκτυπο στην αγοραία αξία τους.

Οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλιπή αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα πολεοδομικά δεδομένα, που ισχύουν στη περιοχή, τις πολεοδομικές διατάξεις για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα και την αγοραία αξία των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 53/2018, ΑΠ 318/2016) και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη εκτίμηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού κατά την άποψη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αλλά και ως αβάσιμες καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, όλα τα απαλλοτριούμενα, μετά την απαλλοτρίωση, από οικοδομήσιμα μετατράπηκαν σε γεωργικά.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Απορριπτέοι κρίνονται και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 15-2-2018 αίτηση, αφού α) αντίγραφο της αίτησης των αναιρεσίβλητων δεν επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών και β) δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 33 παρ. 4 του ν. 2971/2001 καθόσον δεν συντάχθηκε η έκθεση της τριμελούς επιτροπής που αποφαίνεται εντός τριών μηνών σχετικά με την ωφέλεια ή μη των ιδιοκτητών, λόγω του έργου, διότι α) στο άρθρο 33 του ν. 2971/2001(τεκμήριο ωφέλειας ιδιοκτητών απαλλοτριούμενων ακινήτων) δεν υπάρχει σχετική διάταξη κοινοποίησης της αίτησης και στον Υπουργό Οικονομικών, όπως ρητά ορίζεται στη παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 2882/2001 κατά την οποία οι αποφάσεις περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης κοινοποιούνται και στον Υπουργό Οικονομικών, από την κοινοποίηση δε αυτή αρχίζουν οι δικονομικές προθεσμίες και β) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, μετά την έκδοση της με αριθ. 13/17-2-2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας με την οποία ορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας των απαλλοτριούμενων ακινήτων τους, υπέβαλαν, εντός της δίμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης, την από 10-3-2017 αίτηση προς το Ελληνικό Δημόσιο και τον Προϊστάμενο της Περιφερειακής Δ/νσης Περιουσίας Πελοποννήσου-Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, με την οποία ζητούσαν τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 σχετικά με το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών των απαλλοτριούμενων ακινήτων, πλην όμως η εν λόγω επιτροπή δεν συνεστήθη εντός τριών μηνών (άρθρ. 33 παρ. 4 του ν. 2971/2001), ούτε μεταγενέστερα, προκειμένου να προβεί στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη των ακινήτων λόγω του έργου.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε και υπέρ των αναιρεσίβλητων δεν θα περιληφθεί, διότι οι τελευταίοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα (άρθρ. 106 του ΚΠολΔ) και δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα (ΑΠ 801/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 12-6-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 24/14-6-2019), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 16/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ