Legislator Case Law & Legislation
598/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's award of damages for mental suffering in a family accident case.

Case Number 598/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Sparta and the Court of Appeal of Nafplion regarding a family accident case. The appellants argued that the lower courts failed to properly assess the severity of mental suffering and the distribution of inheritance shares. The court ruled that the lower courts' reasoning was sufficient and that the awarded damages for mental suffering were reasonable and did not violate the principle of proportionality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's decision on damages for mental suffering is not subject to retrial if the reasoning is clear and the amount awarded is reasonable according to common practice.

Keywords

AI generated
appeal admissibility mental suffering damages principle of proportionality family accident liability inheritance distribution court of appeal review legal reasoning sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 598 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 598/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Δ. του Ι., … και 5) Α. Π. - Μ. του Ζ., κατοίκου Ν. Σμύρνης Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Λ. του Ν., κατοίκου Αγ. Δημητρίου Ζάρακος Λακωνίας, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ Ασφαλιστική" και ήδη "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ι Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία" (όπως είχε διαμορφωθεί η επωνυμία της "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ"), μετά την συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών "GENERALI HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΑΕ" και "GENERALI HELLAS Ι ΑΑΕ", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και 3) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Λ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Ζάρακος Λακωνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Καμπά και Χρήστο Πλειώτα με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 14-9-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2017 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ης και 5ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Μ. του Ζ., στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ο 4ος των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 22-10-2020 (αρ. κατ. 45/2020) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 77/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. σε συνδ. με άρθρο 681 Α' του Κ.Πολ.Δ., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, που είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η προστασία και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 119/2018, Α.Π. 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται.

Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο δεν αναφέρονται με πληρότητα τα απαρτίζοντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 33/2022, Α.Π. 874/2018, Α.Π. 86/2016).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 1389 και 1390 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του νόμου 1329/1983, με τα οποία ορίζεται ότι α) οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας με την προσφορά της προσωπικής τους εργασίας, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους και β) στην υποχρέωση αυτή περιλαμβάνονται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου, ενώ το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση, προκύπτει ότι θεσμοθετήθηκε, με βάση την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων να συνεισφέρουν για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Η συνεισφορά αυτή καλύπτεται και με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών, ως ένα μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε συζύγου, υποχρέωση που γεννά εκ του νόμου δικαίωμα του άλλου να αξιώνει τη συνεισφορά των υπηρεσιών αυτών. Έτσι, στην περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και της συνακόλουθης απώλειας της δυνατότητας προσφοράς των προσωπικών του υπηρεσιών, ο επιζών σύζυγος δικαιούται να απαιτήσει, από τον υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού, αποζημίωση για τη στέρηση των υπηρεσιών, που συνιστούσαν την από το νόμο οφειλόμενη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδάφ.

β' του Α.Κ. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων, από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους (Ολ.Α.Π. 39/1997, Α.Π. 940/2008, πρβλ.

και Α.Π. 1308/2015, Α.Π. 788/2010, Α.Π. 2331/2009, Α.Π. 1965/2008). Ο συσχετισμός των προσφερόμενων, κατά περίπτωση, υπηρεσιών, είναι αναγκαίος, όχι για να υπολογιστούν, αποτιμώμενα χρηματικώς, τα συνολικά εισοδήματα των δύο συζύγων και να επιμεριστούν στη συνέχεια για τον καθένα, ανάλογα με τις ανάγκες και τη συμβολή του στη δημιουργία του οικογενειακού προϋπολογισμού, αλλά για να προσδιοριστεί το ύψος της απώλειας που υπέστη ο επιζών σύζυγος από τη μη προσφορά υπηρεσιών, τις οποίες θα είναι υποχρεωμένος να αναπληρώσει με την απασχόληση οικιακής βοηθού, την οποία όμως δεν είναι αναγκαίο και να προσλάβει (Α.Π. 84/2005).

Έτσι, σε περίπτωση θανατώσεως συζύγου, ο δικαιούχος επιζών σύζυγος, στην αγωγή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του από τη στέρηση της παροχής υπηρεσιών, πρέπει να ισχυριστεί (και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει), μεταξύ των άλλων, τις ανάγκες της οικογένειας και τη δαπάνη που χρειάζεται για να αντιμετωπιστούν, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες της οικογενειακής ζωής (Α.Π. 1637/2018, πρβλ.

Α.Π. 1136/2014, Α.Π. 212/2013, Α.Π. 873/2012, Α.Π. 1363/2010). Εξ άλλου, επί θανατώσεως προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό. Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν, αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος προς διατροφή του.

Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1378 επ., 1442 επ., 1485 επ. και 1504 του Α.Κ., περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής (Α.Π. 873/2012, Α.Π. 925/ 2004). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του Α.Κ. συνάγεται ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν τούτο έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Οι γονείς, υπό τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 1486 παρ. 1 του Α.Κ., κατά την οποία "δικαίωμα διατροφής έχει μόνο όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχών αναγκών της εκπαίδευσής του", έχουν υποχρέωση διατροφής και του ενηλίκου τέκνου τους.

Η υποχρέωση αυτή γεννάται, όταν, ενόψει των συνθηκών, το ενήλικο τέκνο δεν έχει τη δυνατότητα συντηρήσεως του εαυτού του.

Συνεπώς, ο νόμος καθιερώνει υποχρέωση των γονέων για διατροφή του τέκνου τους και πέραν της ενηλικίωσής του, εάν αυτό δεν είναι σε θέση να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεώς του.

Η μόνη διαφορά στην αξίωση διατροφής του ενήλικου τέκνου σε σχέση με εκείνη του ανήλικου, εντοπίζεται στο γεγονός ότι για την επιδίκαση διατροφής σε ενήλικο προϋποτίθεται ανυπαρξία κινητής ή ακίνητης περιουσίας, ικανής για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών. Εν αντιθέσει, το ανήλικο τέκνο δεν υποχρεούται να αξιοποιήσει ή να ρευστοποιήσει την απρόσοδη περιουσία που τυχόν διαθέτει προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του, πριν στραφεί εναντίον των γονέων του με αίτημα την χορήγηση διατροφής από αυτούς.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση της ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη συντήρησή του έξοδα, επιπλέον δε έξοδα για την ανατροφή και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης ή την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου.

Η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Επίσης, και το ανήλικο τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και λοιπές βιοτικές συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (Α.Π. 823/2000).

Στοιχεία δε, θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ., να περιέχονται στη σχετική αγωγή, για το ορισμένο αυτής, είναι η αδυναμία του τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του, καθώς και το χρηματικό ποσό που χρειάζεται για την διατροφή του, με βάση τις συνθήκες τη ζωής του και τα αναγκαία για τη συντήρηση και εκπαίδευσή του έξοδα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της ένδικης από 17-4-2017 αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, σε σχέση με τα κονδύλια αυτής για αποζημίωση, του μεν πρώτου τούτων λόγω στερήσεως των υπηρεσιών της θανούσας κατά το ένδικο ατύχημα συζύγου του, των δε δεύτερης και τρίτης, λόγω απώλειας διατροφής από τη θανούσα μητέρα τους, αναφέρονται, επί λέξει, τα ακόλουθα: "...Από το έτος 1993 , ο πρώτος εξ ημών, ότε ετέλεσα γάμο με τη θανούσα σύζυγό μου, με την τελευταία εγκατασταθήκαμε εις Βλαχιώτη Λακωνίας σε ιδιόκτητη του πρώτου από μας οικία.

Εγώ ασκώ το επάγγελμα του οδοντιάτρου. Από τη τέλεσή του έκτοτε και μέχρι την ημέρα του θανάτου της η θανούσα προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών στη λειτουργία του κοινού οίκου, προσέφερε σε μένα τις υπηρεσίες της (παρασκευή φαγητού, καθαριότητα οίκου, πλύσιμο, σιδέρωμα, συντροφιά, ψυχαγωγία, συνοδός σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις κλπ).

Εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατος της εγώ μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αφού η οικογενειακή μας ζωή κυλούσε ομαλά, ήμασταν αγαπημένοι και θα ζούσαμε και τα υπόλοιπα χρόνια μαζί, θα εξακολουθούσα να δέχομαι τις υπηρεσίες της, τις οποίες εγώ μετά το θάνατο της στερούμαι και θα εξακολουθώ να στερούμαι έως και 28/11/2048 ότε θα είμαι ηλικίας 85 ετών 9 μηνών και 3 ημερών αφού γεννήθηκα την 25/2/1963 και σφόδρα πιθανολογείται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα ζήσω έως τότε όπως θα ζούσε μέχρι και τότε η θανούσα σύζυγός μου.

Ειδικότερα η θανούσα δεν εργαζόταν στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα αλλά ασχολούνταν με οικιακές εργασίες ενώ μέχρι και όταν ενηλικιώθηκαν τα τέκνα μας ασχολιόταν με την ανατροφή τους, φροντίζοντας αυτά (καθαριότητα, πλύσιμο, παρασκευή φαγητού, μετακινήσεις τους σε φροντιστήρια κλπ). Ο πρώτος εξ ημών στερήθηκα από του θανάτου της μέχρι και σήμερα και θα εξακολουθώ να στερούμαι των καθημερινών και επί 16ωρου βάσεως υπηρεσιών της ήτοι παρασκευή φαγητού, καθαριότητα και σιδέρωμα ρούχων, καθαριότητα σπιτιού, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 1000 ευρώ/μήνα.

Επομένως δικαιούμαι αποζημίωσης για τη στέρηση των ως άνω υπηρεσιών της συζύγου μου που αποτιμώνται έως 28/11/2048 στο ποσό των 396.000 ευρώ (1000 ευρώ/μήνα Χ 33 έτη Χ 12 μήνες/έτος) αφού το προσδόκιμο όριο ζωής εμού είναι τουλάχιστον το 86° έτος... Η δεύτερη και τρίτη εξ ημών ηλικίας 22 και 17,5 ετών αντίστοιχα είμαστε η πρώτη φοιτήτρια Πολιτικών Επιστημών στη Πανεπιστημιακή σχολή Ρεθύμνου Κρήτης και η δεύτερη μαθήτρια Γ' Λυκείου στο Βλαχιώτη Λακωνίας, στερούμεθα δε περιουσίας ούτε μπορούμε να εργαζόμαστε παράλληλα με τις σπουδές μας.

Συνεπώς η αξίωση μας για διατροφή έναντι της θανούσης μητέρας μας θα διαρκούσε, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όσο χρόνο θα διαρκέσουν οι σπουδές μας, και δη έως 9/5/2020 της δεύτερης εξ ημών, που γεννήθηκα την 9/5/1995 δηλαδή 53,3 μήνες μέχρι συμπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας μου και έως 14/7/2024 της τρίτης εξ ημών, που γεννήθηκα την 14/7/1999, δηλαδή 103,5 μήνες μέχρις συμπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας μου, συμπεριλαμβανομένων και των μεταπτυχιακών σπουδών μας, λαμβανομένων υπόψη των πνευματικών προσόντων και επιδόσεων μας.

Επομένως δικαιούμαστε αποζημίωσης για τη στέρηση της ως άνω διατροφής της μητέρας μας το ποσό των 10.660 ευρώ η δεύτερη εξ ημών (53,3 μήνες Χ 200 ευρώ/μήνα) και το ποσό των 20.700 ευρώ η τρίτη εξ ημών (103,5 μήνες Χ 200 ευρώ/μήνα)...". Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια αυτής, είναι αόριστη και, συνεπώς, απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρονται, κατά ευσύνοπτο, έστω, τρόπο, ως προς μεν το κεφάλαιο της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του πρώτου ενάγοντος, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, από τη στέρηση των υπηρεσιών της θανούσας κατά το ένδικο ατύχημα συζύγου του, ποιες οι βιοτικές ανάγκες γενικά της οικογένειας και ποια η δαπάνη που χρειάζεται για να αντιμετωπιστούν, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες της οικογενειακής ζωής και, συνακόλουθα, πώς εξευρίσκεται το ζητούμενο μηνιαίο ποσό των 1.000 ευρώ, ως προς δε το κεφάλαιο της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών- ήδη αναιρεσειουσών, από την απώλεια διατροφής τους από τη θανούσα μητέρα τους, η αδυναμία αυτών να διατρέφουν τον εαυτό τους, τα εισοδήματά τους ή η περιουσία τους και το χρηματικό ποσό που χρειάζεται εκάστη για την διατροφή της, με βάση της ανάγκες της, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, με βάση τα αναγκαία για τη συντήρησή της και την εν γένει εκπαίδευσή της, έξοδα.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις των εναγόντων.

Συνεπώς, ορθώς το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τα ως άνω κονδύλια ως απαράδεκτα, λόγω της αοριστίας τους, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π. 630/2020, Α.Π. 237/2016, Α.Π. 360/2016, Α.Π. 1935/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 273/1011, Α.Π. 1700/2009, Α.Π. 259/2007, Α.Π. 223/2006).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι η θανούσα δεν διατηρούσε στενούς οικογενειακούς δεσμούς με αυτούς (ετεροθαλείς αδελφούς της).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η θανούσα δεν διατηρούσε στενούς οικογενειακούς δεσμούς με τους ετεροθαλείς αδελφούς της, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, ώστε να στοιχειοθετηθεί ο από το άρθρο του 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας, συναγόμενο από τις αποδείξεις. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται, επί λέξει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "...

την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ. Μ. του Γ., που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με επιμέλεια των εναγόντων [...] όλα τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και στοιχεία της ποινικής διαδικασίας, που διεξήχθη για το ένδικο συμβάν (φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται [...] έγγραφα, εκθέσεις, μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες και ανώμοτες εξετάσεις), από τις ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικά και περιοριστικά αναφέρονται παρακάτω, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο [...] αποδεικνύονται τα ακόλουθα...", προκύπτει ότι το Εφετείο συνήγαγε το όλο αποδεικτικό του πόρισμα, στο οποίο περιέχεται και η παραδοχή του ότι η θανούσα δεν διατηρούσε στενούς δεσμούς με τους ετεροθαλείς αδελφούς της, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται σ' αυτή και αναφέρονται παραπάνω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 420/2022, Α.Π. 1618/2022, Α.Π. 1038/2020).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020).

Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, 1) χωρίς αιτιολογίες έκρινε ότι η θανούσα κατά το ένδικο ατύχημα συγγενής τους δεν διατηρούσε στενούς δεσμούς με τους τέταρτο και πέμπτη τούτων, ετεροθαλείς αδελφούς της (τρίτος λόγος) και 2) με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι η θανούσα συνετέλεσε από δικό της πταίσμα στην επέλευση του θανάτου της, λόγω του ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας (τέταρτος λόγος), ενώ με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, επικαλούνται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε, στον πρώτο τούτων- σύζυγο της θανούσας, 70.000 ευρώ, σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη, θυγατέρες της, 80.000 ευρώ και σε καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη τούτων, ετεροθαλείς αδερφούς της, 3.000 ευρώ, ποσά τα οποία είναι δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Με το προαναφερθέν περιεχόμενό του, ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του ότι η θανούσα συνετέλεσε από δικό της πταίσμα στην επέλευση του θανάτου της, λόγω του ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.

Επιπλέον, οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, ότι το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες α) δέχτηκε ότι η θανούσα κατά τη σύγκρουση εκτινάχθηκε εκτός του οχήματος, στο οποίο επέβαινε, και όχι ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση το σώμα της μεταφέρθηκε εκτός αυτοκινήτου, από τρίτους, όπως οι ίδιοι είχαν ισχυριστεί, β) ότι η θανούσα δεν ήταν προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας, χωρίς να διευκρινίζει αν η ζώνη ασφαλείας βρέθηκε αχρησιμοποίητη ή όχι και γ) δεν αιτιολογεί πώς βρέθηκε ανοιγμένη η πόρτα του συνοδηγού και η θανούσα ξαπλωμένη σε κοντινή απόσταση, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες και εκ του λόγου του ότι δεν συνιστούν ισχυρισμούς, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων υπέρ της άποψής τους ότι η θανούσα ήταν προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας, την οποία κάποιος αφαίρεσε αμέσως μετά το ατύχημα και μετέφερε το σώμα αυτής εκτός του αυτοκινήτου, η μη ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση των οποίων δεν δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Η προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο με ελλιπείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η μη πρόσδεση της θανούσας με ζώνη ασφαλείας συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο αυτής, παρότι αυτή είχε υποστεί ρήξη της αορτής, η οποία δεν θα αποτρεπόταν και αν ήταν προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας, είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενόψει του ότι με αυτήν, υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι στο σύνολό του απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, σε σχέση με τους με το προαναφερθέν περιεχόμενο τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη 77/2020 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 28η-11-2015 και ώρα 1.05, η Σ.

Μ. γεννημένη στην Αθήνα, στις 8/6/1971, ηλικίας 44 ετών, νόμιμη σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, μητέρα της δεύτερης και τρίτης των εναγόντων, και ετεροθαλής αδελφή των τετάρτου αρχικώς ενάγοντα και πέμπτης των εναγόντων, γνήσιο τέκνο των Ζ. και Ε. Μ., επέβαινε, καθήμενη στη θέση του συνοδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΑΚΒ … Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου [...] το οποίο εκινείτο επί της εθνικής οδού Τάραψας-Μονεμβασίας, στο ύψος του 20,5 χιλιομέτρου της ως άνω ΕΟ και με κατεύθυνση από Τάραψα προς Μονεμβασία [...]. Στην ίδια χιλιομετρική θέση και την ίδια χρονική στιγμή ο Δ. Λ.,(ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΑΚΜ-… ΙΧΕ αυτοκίνητο [...], ιδιοκτησίας της τρίτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.

Λ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης) ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη, (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ακολουθούσε το όχημα της Π. Κ., είχε δηλαδή την ίδια κατεύθυνση προς Μονεμβάσια. Ο πρώτος εναγόμενος Δ. Λ. [...], οδηγούσε [...] χωρίς να ασκεί τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία πάνω στο όχημα που οδηγούσε, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρο 19 παρ. 1 ΚΟΚ), χωρίς να τηρεί, ως όφειλε, την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ΑΚΒ-… στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός η Σ.

Μ., χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του αν αυτό (προπορευόμενο όχημα) μείωνε ξαφνικά ταχύτητα ή διέκοπτε την πορεία του (άρθρο 19 παρ. 7 ΚΟΚ), αλλά αντίθετα, οδηγώντας με υπερβολική και ανεπίτρεπτη ταχύτητα άνω του ορίου των 50 χλμ. την ώρα, η οποία υπολογίζεται σε περίπου 100 χλμ/ώρα, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, στο οπίσθιο τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε η Σ.

Μ., στο ίδιο ρεύμα πορείας της ως άνω οδού όπου εκινούντο (από Τάραψα προς Μονεμβάσια). Αποτέλεσμα της σφοδρής πρόσκρουσης ήταν το με αριθμό κυκλοφορίας ΑΚΒ-… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο να εκτραπεί της πορείας του, να εξέλθει του οδοστρώματος και να βρεθεί στην τελική του θέση, σε απόσταση άνω των 35 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, με το εμπρόσθιο μέρος αυτού σε κάθετη θέση ως προς το έδαφος και το οπίσθιο μέρος αυτού να βρίσκεται εκτός εδάφους στηριζόμενο σε ένα πορτοκαλεόδενδρο, αφού το εν λόγω όχημα είχε υπερβεί συρμάτινο φράκτη.

Μάλιστα, το αυτοκίνητο επί του οποίου επέβαινε η θανούσα, υπέστη σοβαρότατες υλικές ζημιές, σχεδόν μετατράπηκε σε μία άμορφη μάζα σιδερικών, από τη σύγκρουση δε όλο το οπίσθιο τμήμα του μεταφέρθηκε προς το εσωτερικό του σχήματος, καθώς συμπιέστηκε αυτό (οπίσθιο μέρος) μέχρι το κάθισμα του οδηγού, λόγω της από πίσω σύγκρουσης [...].Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού, η οποία όπως εκτέθηκε αναλυτικά, συνίσταται στην ανάπτυξη από μέρους του εναγομένου υπερβολικής ταχύτητας, μη τήρησης της αναγκαίας απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα και έλλειψη ελέγχου και εποπτείας του οχήματός του, με αποτέλεσμα αυτό να επιπέσει στο προπορευόμενο όχημα, παραβάσεις που συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος αυτού [...].

Από την ανωτέρω σύγκρουση, [...] το σώμα της συνοδηγού Σ. Μ. βρέθηκε εκτός του οχήματος, σε απόσταση 0,52 μέτρα από αυτό, σε ύπτια θέση και πάνω στο σώμα της υπήρχαν κλαδιά από πορτοκαλεόδεντρα, όντας τραυματισμένη θανάσιμα και μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας Βλαχιώτη όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος της, ο οποίος επήλθε συνεπεία κακώσεων κεφαλής και κοιλίας [...].

Από την εκτίμηση των ως άνω αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι η θανούσα Σ. Μ. δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας [...]. Το γεγονός όμως ότι η θανούσα δεν είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας που υπήρχε στο όχημα, συνετέλεσε κατά ένα ποσοστό στο θανάσιμο τραυματισμό της, καθόσον αν ήταν προσδεδεμένη θα είχαν εν μέρει περιοριστεί οι σωματικές βλάβες της και δεν θα είχε εκτιναχθεί εκτός του οχήματος.

Πρέπει, επομένως, δεκτής γενομένης της ένστασης των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας στο θανάσιμο τραυματισμό της, να καθορισθεί ο βαθμός συνυπαιτιότητάς της σε ποσοστό 20%. [...]. Αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του θανάτου της η Σ. Μ. κατέλειπε εν ζωή το σύζυγο της Π. Δ., με τον οποίο είχαν τελέσει νόμιμο γάμο στις 5 Δεκεμβρίου 1993 και τα τέκνα της, Μ.

Δ., γεννηθείσα στις 9-5-1995 και Ε. Δ. γεννηθείσα στις 14-7-1999 (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. …/3-12-2015 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών), καθώς και τα ετεροθαλή αδέλφια της Δ. Μ. και Α. Π.- Μ.. Η θανατωθείσα ήταν κατά το χρόνο του θανάτου της 44 ετών, καθώς είχε γεννηθεί στις 8 Ιουνίου 1971. 0 θάνατός της επέφερε στους οικείους της πόνο και θλίψη, καθώς η οικογένεια που είχε δημιουργήσει με τον σύζυγο και τα τέκνα της ήταν ιδιαίτερα δεμένη και αρμονική, χαλαρότερους ωστόσο δεσμούς διατηρούσε με τα ετεροθαλή αδέλφια της, που διέμεναν σε άλλες πόλεις.

Κρίνεται επομένως, ότι για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης των οικείων της και την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους, οι τελευταίοι (ενάγοντες), δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Ενόψει, των συνθηκών, υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της θανούσας, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, της συνυπαιτιότητας της θανούσας στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού της, λόγω της μη χρήσης ζώνης ασφαλείας και όλες τις εν γένει συνθήκες του ατυχήματος, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική [...] την έντονη ψυχική οδύνη και τη στενοχώρια, που υπέστησαν οι ενάγοντες από τον ξαφνικό θάνατο του οικείου προσώπου τους, αλλά και της αρχής της αναλογικότητας, την οποία αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο, πρέπει να επιδικασθεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον αδόκητο θάνατο της Σ.

Μ., α) στον πρώτο ενάγοντα-σύζυγό της, (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) ποσό 70.000 ευρώ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 44 ευρώ, που επιφυλάχθηκε να αξιώσει παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων για την ίδια αιτία β) σε κάθε ένα από τα δύο τέκνα της- δεύτερη και τρίτη των εναγουσών (ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών) ποσό 80.000 ευρώ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 44 ευρώ, που επιφυλάχθηκε η καθεμία να αξιώσει παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων για την ίδια αιτία, δεδομένου ότι απώλεσαν τη μητέρα τους, σημαντικό στήριγμα για αυτά, ενώ γ) στον ετεροθαλή αδερφό τέταρτο αρχικώς ενάγοντα, στην θέση του οποίου έχει υπεισέλθει και συνεχίζει την δίκη ο νόμιμος κληρονόμος του, (ήδη τέταρτος αναιρεσείων) και στην ετεροθαλή αδερφή της, πέμπτη των εναγόντων, (ήδη πέμπτη αναιρεσείουσα) το ποσό των 3.000 ευρώ για τον καθένα, το οποίο κρίνεται ικανοποιητικό για τη δοκιμασία της απώλειας της ετεροθαλούς αδερφής τους, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται ότι διατηρούσαν στενούς οικογενειακούς δεσμούς με την θανούσα...".

Κατόπιν τούτου το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, επιδίκασε (αναγνωριστικά), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον πρώτο αναιρεσείοντα, σύζυγο της θανούσας, το ποσό των 70.000 ευρώ, σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων, θυγατέρες της, το ποσό των 80.000 ευρώ, στον (υπεισελθόντα στη θέση του αποβιώσαντος ετεροθαλούς αδελφού της θανούσας Δ.

Μ., εκ διαθήκης κληρονόμο αυτού) τέταρτο των αναιρεσειόντων το ποσό των 3.000 ευρώ και στην πέμπτη αναιρεσείουσα, ετεροθαλή αδερφή της θανούσας, το ποσό των 3.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σε σχέση με την παραδοχή ότι η θανούσα κατά το ένδικο ατύχημα Σ. Μ. δεν διατηρούσε στενούς δεσμούς με τους ετεροθαλείς αδελφούς της, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού με συνοπτική μεν, πλην σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνεπώς, ο με το προαναφερόμενο περιεχόμενο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των, παρισταμένων κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2020 (αρ. κατ. 45/2020) αίτηση για αναίρεση της 77/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκάστης ομάδας των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε μία από αυτές.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ