Legislator Case Law & Legislation
598/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against second defendant but dismisses appeal against state due to procedural error.

Case Number 598/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal, overturning the lower court's dismissal of the association's appeal against the private company while rejecting the appeal against the State. The association argued the lower court erred in deeming its appeal against the company inadmissible due to a procedural timeline issue. The court found the appeal against the company was timely under the law at the time, but the appeal against the State was procedurally flawed, leading to a split decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558, 518, 519 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed against the specific defendant against whom the appellant has a legal interest in the judgment's annulment, and an appeal is admissible if filed within the statutory period applicable at the time of the judgment's publication.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Statutory Limitation Procedural Error Partial Annulment Legal Interest Time Barred Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 518, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 519 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 11/1992
Supreme Court Case 666/2016
Supreme Court Case 807/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 598 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 598/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και του τέως Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ και ήδη Γενικού Γραμματέως Επικοινωνίας και Γενικού Γραμματέως Ενημερώσεως, ο οποίος τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Επικρατείας, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Δημητροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ το δεύτερο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 31-7-2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4235/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5433/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ (όμοια κατά περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 517 του ίδιου κώδικα), η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνου του διαδίκου, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατά εκείνου έναντι του οποίου ηττήθηκε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (Ολ.

ΑΠ 11/1992, ΑΠ 666/2016, ΑΠ 807/2015). Εξάλλου, από τα άρθρα 68, 80, 88, 89, 277 αριθ. 4, 325, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθηκε από διάδικο της κύριας δίκης (ενάγοντα ή εναγόμενο) και ενάγεται από αυτόν, με παρεμπίπτουσα αγωγή, για να τον αποζημιώσει στην περίπτωση που ηττηθεί στην κύρια δίκη, δεν γίνεται διάδικος σ' αυτή (κύρια δίκη), αν δεν άσκησε παρέμβαση αλλά περιορίστηκε, απλώς, να αποκρούσει την προσεπίκληση και να αρνηθεί την εναντίον του παρεμπίπτουσα αγωγή (ΑΠ 332/2016), ούτε και δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατ' άρθρο 76 ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν διαδίκου της κύριας δίκης.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, αν ο αντίδικος του διαδίκου, που άσκησε την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, ηττηθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης, δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος διαδίκου παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1430/2007, ΑΠ 1365/2005).

Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι το αναιρεσείον άσκησε την από 3-7-2007 αγωγή ζητώντας αποζημίωση από την πρώτη αναιρεσίβλητη για τη ζημία που υπέστη από τη μη συμμόρφωση της τελευταίας προς τη μνημονευόμενη στην άνω αγωγή δικαστική απόφαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 4235/2013 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την ως άνω κυρία αγωγή, με την ασκηθείσα από την πρώτη αναιρεσίβλητη -εναγομένη, ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση -παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατά του ελληνικού δημοσίου, το οποίο δεν άσκησε παρέμβαση αλλά παραστάθηκε μόνον προς απόκρουση της προσεπίκλησης και της παρεμπίπτουσας αγωγής, απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και την προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Κατά της αποφάσεως αυτής το αναιρεσείον - κυρίως ενάγον άσκησε την από 3-8-2016 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 5433/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως το αναιρεσείον- ενάγον άσκησε την υπό κρίση αναίρεση, η οποία είναι απαράδεκτη καθ'ο μέρος στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ( ελληνικού δημοσίου), το οποίο δεν υπήρξε αντίδικο του αναιρεσείοντος στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δίκη σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (ΑΠ 1194/2021).

Συνεπώς πρέπει η αναίρεση ως προς αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176,183,191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου (ελληνικού δημοσίου) μειωμένα κατ' άρθρο 22 ν.3693/1957 κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, να ερευνηθεί δε η αναίρεση ως προς τον μοναδικό της λόγο όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά της νόμιμες διατυπώσεις (532 ΚΠολΔ). Αντικείμενο της έρευνας, κατά το στάδιο αυτό, αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης απόφασης, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ.

Αν λείπει μία από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ προθεσμίας η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 2021/2017, ΑΠ 456/2013). Κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού είναι ο χρόνος άσκησης της έφεσης με την κατάθεση της κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".

Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Εξάλλου, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία απηχεί θεμελιώδη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου ως προς το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, προκειμένου να μην αιφνιδιάζεται ο διάδικος, ούτε να στερείται κεκτημένων δικονομικών δικαιωμάτων, συνάγεται ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και η προθεσμία άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης νόμο.

Κατά την αληθινή, επομένως, έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 και δεν έχουν επιδοθεί, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής προθεσμία που όριζε το άρθρο 518 παρ. 2 πριν την τροποποίησή του (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 1060/2021, AΠ 763/2021, AΠ933/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, δηλαδή αν αυτό είχε ασκηθεί κατά τους νόμιμους τύπους και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (ΑΠ763/2021, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ248/2010, ΑΠ 371/2008).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος ότι: "... φέρεται προς συζήτηση η χρονολογούμενη από 3-8-2016 έφεση κατά της με αριθμό 4235/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 3-7-2007 αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος. Η ένδικη έφεση κατατέθηκε αρμόδια στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 4-8-2016, σύμφωνα με τη με αριθμό 3462/2016 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 5-8-2013, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ή οίκοθεν να προκύπτει επίδοσή της.

Συνεπώς η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της διετούς προθεσμίας για την άσκησή της, η οποία (διετής προθεσμία) έχει εφαρμογή εν προκειμένω, αφού το ένδικο μέσον ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν.4335/2015, δηλαδή μετά την 1-1-2016. Επομένως κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη...".

Ωστόσο, εφόσον, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει και από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 5-8-2013, χωρίς να έχει επιδοθεί, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, και η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε στις 4-8-2016, δηλαδή πριν περάσουν τρία έτη από τη δημοσίευση της απόφασης, η έφεση αυτή είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης και πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η έφεση του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.

Επομένως, ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) την ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠΟλΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση από 8-11-2019 αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την από 3-8-2016 έφεση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στο αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183, 191παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2019 αίτηση του μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθμό 5433/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του άνω αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Αναιρεί την με αριθμό 5433/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο αναιρεσείον. Και, Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης , τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ