Greek Supreme Court partially allows appeal against mental damages award while dismissing appeal regarding property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the first appellant concerning property rights but allowed appeals by four other appellants regarding mental damages. The appellants sought compensation for psychological suffering after a tort, while the defendants argued against liability. The court ruled that the property claim was inadmissible but the mental damages claim was substantiated, leading to a partial reversal of the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 495, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when distinct legal grounds exist for different appellants, dismissing some claims while overturning others based on substantive merit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 598 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 598/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χας Ν. Π., το γένος Α. Κ., 2) Ε. Π. του Ν., 3) Μ. Π. του Ν., 4) Β. - Α. Π. του Ν., κατοίκων ... και 5) Α. χας Ν. Π., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., για λογαριασμό του ανήλικου υιού της Σ. Π. του Ν., του οποίου ασκεί αποκλειστικά τη γονική μέριμνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Δάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και ειδών εφαρμογής ηλεκτρισμού" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2012) αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 26-7-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2012) και 5-11-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2012) αγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 15-10-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2012) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 768/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-1-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 18-1-2017 (αρ.
κατ. …2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 768/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) είχε προσδιοριστεί για να συζητηθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 10, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ’ αρ. .../12-5-2017 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Θ. Λ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον 1ο αναιρεσίβλητο (κατά το άρθρο 124 παρ. 1 ΚΠολΔ) και στη 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (κατά τα άρθρα 124 παρ. 1 και 2, 126 παρ. 1 και 127 ΚΠολΔ).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Επομένως, αφού οι 1ος και η 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.
Εξάλλου, η κρινόμενη από 18-1-2017 (αρ. κατ. …2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 768/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, κατ’ ακριβή αντιγραφή αυτού, ότι "...παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας τους.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, (πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: ...
S.A. κ.ά. κατά Βελγίου, (Α332) (1995) παράγρ. 28 επ., ... κατά Ιρλανδίας (Α222) (1992) παράγρ. 51 κ.α.). Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (ΑΠ Ολ. 40/1998). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ. δ’ του ισχύοντος Συντάγματος και 932 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς και με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης επιδίκασε στην 1η τούτων, μητέρα του θύματος το ποσό των 70.000 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες - αδελφούς του θύματος το ποσό των 20.000 ευρώ, ποσά, που είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα αιτηθέντα από αυτούς, σύμφωνα με τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και έτσι το Εφετείο, με το να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι με το να επιδικάσει στην 1η αναιρεσείουσα, μητέρα του θύματος το ποσό των 70.000 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες - αδελφούς του θύματος, το ποσό των 20.000 ευρώ απαξίωσε την ενοχική αξίωσή τους περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία προστατεύει η ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος ουσιαστική διάταξη της ΕΣΔΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες - συγγενείς του θύματος, προκύπτει ότι, σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη, στις 7-7-2011 και ώρα 01:20 π.μ., στα ... και ειδικότερα, στο ύψος της διασταύρωσης της εξόδου της Αττικής Οδού με τη Λεωφόρο Πεντέλης, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Α.
Π. του Ν., στενός συγγενής των αναιρεσειόντων και ειδικότερα, γιος της 1ης αναιρεσείουσας και αδελφός των λοιπών αναιρεσειόντων. Σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, κρίθηκε, ότι για την ένδικη σύγκρουση αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο 1ος αναιρεσίβλητος, οδηγός του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, τύπου JEEP, ιδιοκτησίας της 2ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 3η αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο συγκρούστηκε με το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε το θύμα και στο οποίο συνεπέβαινε ο Η. - Δ.
Τ., που επίσης αποβίωσε, μετά από πολυήμερη παραμονή σε Νοσοκομείο, σε κωματώδη κατάσταση, στις 17-8-2011. Οι αναιρεσείοντες - συγγενείς του θύματος (οδηγού) Α. Π., άσκησαν την από 15-10-2012 (αρ. κατ. .../2012) αγωγή κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ειδικότερα, η 1η τούτων, μητέρα του θύματος το συνολικό ποσό των 249.950 ευρώ και οι λοιποί ενάγοντες - αδελφοί του θύματος το ποσό των 199.950 ευρώ καθένας τούτων.
Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με αγωγή της οικογένειας του συνεπιβάτη και με δύο παρεμπίπτουσες αγωγές της 3ης κυρίως εναγομένης και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου JEEP, (που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη). Επί της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η υπ’ αρ. 216/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος, διότι τελώντας σε κατάσταση μέθης και με υπερβολική ταχύτητα παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη κυκλικής σταθερής μορφής για τα οχήματα, και προσέκρουσε στο όχημα του θύματος, που βρισκόταν προσωρινά σταθμευμένο λόγω του ερυθρού σηματοδότη.
Κατόπιν τούτου υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στην 1η ενάγουσα, μητέρα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 90.000 ευρώ και σε κάθε αδελφό του θύματος το ποσό των 70.000 ευρώ. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η 3η εναγομένη και ήδη 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 24-3-2014 (αρ.
κατ. .../2014) έφεσή της κατά των ήδη αναιρεσειόντων, τότε 4η έως 8η των εφεσιβλήτων (αλλά και κατά της οικογένειας του συνεπιβάτη), η οποία συνεκδικάστηκε με την από 4-9-2015 (αρ. κατ. ...2015) αντέφεση, με αυτοτελή δικόγραφο των ήδη αναιρεσειόντων, με τον μοναδικό λόγο της οποίας οι αντεκκαλούντες-αναιρεσείοντες ζητούσαν να τους επιδικασθούν τα αγωγικώς αιτούμενα ποσά.
Η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την αντέφεση του οικογένειας του θύματος, συνεκδικάστηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με έφεση της κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και με αντέφεση των εφεσιβλήτων αυτής διά των προτάσεων (οι οποίες δεν αφορούν την παρούσα δίκη, που ερευνάται κατά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αναφορικά με την έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας και την (αυτοτελή) αντέφεση των ήδη αναιρεσειόντων συγγενών του θύματος, Α.
Π.). Επί όλων των δικογράφων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, που κατά το μέρος, που αφορά την παρούσα δίκη, δέχθηκε την έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας και απέρριψε την αυτοτελή αντέφεση των συγγενών και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την οποία δέχτηκε εν μέρει και επιδίκασε στη μητέρα το ποσό των 70.000 ευρώ και σε κάθε αδελφό το ποσό των 20.000 ευρώ, περιορίζοντας τα πρωτόδικα ποσά.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ερευνώμενο με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7-7-2011 και περί ώρα 01.20 π.μ. ο προστηθείς στην εταιρεία "...
ΑΒΕΕ", Ι. Γ., οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο - τύπου τζίπ, ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρείας "... ΑΒΕΕ", εκινείτο επί της Αττικής Οδού, με κατεύθυνση από Ελευσίνα προς Μαρκόπουλο. Ο προαναφερόμενος οδηγός, είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, άνω των 150 χλμ. ανά ώρα και ευρισκόταν σε κατάσταση μέθης, καθώς διαπιστώθηκε κατά την γενόμενη εξέταση αίματος ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του, ήταν 0,98 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (και 0,91 κατά τη δεύτερη μέτρηση), γεγονός που οπωσδήποτε επέδρασε δυσμενώς στην ικανότητα στάθμισης των κινδύνων κατά την οδήγηση, ενώ μείωσε και την ικανότητα των αντανακλαστικών του.
Ο ως άνω οδηγός φτάνοντας στο ύψος της διασταύρωσης της εξόδου της Αττικής Οδού και της Λεωφ. Πεντέλης, δεν αντιλήφθηκε τον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη όπου είχε σταθμεύσει προσωρινά το υπ’ αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α. Π., Η. - Δ. Τ., και επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος που οδηγούσε, στο όπισθεν μέρος του οχήματος του Α.
Π.. Το τελευταίο όχημα, εκτράπηκε εμπρός και δεξιά, διέσχισε την Λεωφ. Πεντέλης και σταμάτησε στο απέναντι πεζοδρόμιο, ενώ το όχημα που οδηγούσε ο Ι. Γ. προσέκρουσε εκτρεπόμενο στο ρείθρο πεζοδρομίου, στην αριστερή πλευρά της Αττικής οδού, ανετράπη και σύρθηκε μέχρι την κολώνα φωτισμού που ευρίσκετο στην άλλη πλευρά της Λεωφ.
Πεντέλης. Από την σύγκρουση καταστράφηκε ολοσχερώς το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο Ι. Γ., καθώς και περιμετρικά, ενώ καταστράφηκε ολοσχερώς το οπίσθιο τμήμα και η αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο Α. Π.. Ο τελευταίος υπέστη σοβαρότατες κακώσεις σώματος, από τις οποίες, ως μόνη ενεργός αιτία, επήλθε ο θάνατός του, ενώ ο συνοδηγός του Η. - Δ.
Τ., υπέστη βαρειές κακώσεις κεφαλής και μετά από πολυήμερη παραμονή σε κωματώδη κατάσταση, απεβίωσε στις 17-8-2011... Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, όπως προαναφέρθηκαν, τα οποία συνομολογούνται από τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο Ι.
Γ., ο οποίος από αμέλεια, ήτοι έλλειψη προσοχής που ηδύνατο και όφειλε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και επιμέλεια, αλλά ενεργώντας κατά παράβαση των υποχρεώσεών του από τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ. τελώντας σε κατάσταση μέθης, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν διέκοψε την πορεία του ενώπιον του ερυθρού σηματοδότη, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το προσωρινά σταθμευμένο υπ’ αριθ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Π.. Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο Ι. Γ. εστερείτο άδειας ικανότητος οδήγησης. Η ισχύς της άδειας την οποία κατείχε είχε λήξει από 7-12-2009. Για τον λόγο αυτό με την υπ’ αριθ. .../7-7-11 πράξη του τμ. τροχαίας Αγ. Παρασκευής, του επιβλήθηκε πρόστιμο για παράβαση του άρθρ. 95 παρ. 6 του ΚΟΚ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσον ο Α. Π. όσον και ο συνοδηγός του Η. - Δ. Τ. φορούσαν ζώνες ασφαλείας κατά τον χρόνο της ένδικης συγκρούσεως, ώστε δεν συνέβαλαν με δικό τους πταίσμα στον θανάσιμο τραυματισμό τους, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των εκκαλούντων ως αβασίμων. Τα ως άνω επιρρωνύονται και από τις προανακριτικές καταθέσεις καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Γ’ Τριμελούς Πλημμελ/κείου Αθηνών της 19-9-2014...".
Περαιτέρω το Εφετείο προκειμένου να καθορίσει και να επιδικάσει τα ανωτέρω ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες - συγγενείς δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τα προσδιοριστικά στοιχεία και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Α.
Π. ήταν 27 ετών κατά τον χρόνο του θανάτου του, νέος δικηγόρος, έχοντας εκπληρώσει την στρατιωτική του θητεία και με μεταπτυχιακές σπουδές, εργαζόταν σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο, με σημαντικές μελλοντικές προοπτικές καριέρας. Ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος και αγαπητός σε όλα τα μέλη της οικογενείας του, γονείς και αδέλφια.
Εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του άνω οικείου τους, η μητέρα και τα αδέλφια του, δοκίμασαν βαθιά θλίψη και πόνο καθώς μεταξύ τους υπήρχαν αμοιβαία αισθήματα αγάπης και στοργής. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο πατέρας του άτυχου νέου απεβίωσε αιφνιδίως ένα χρόνο μετά τον θάνατο του υιού του, από καρδιακή ανακοπή.
Επομένως η μητέρα και τα αδέλφια του Α. Π. υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την αντικατάσταση της οποίας, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος Ι.
Γ., την ηλικία του θανόντος, το βαθμό συγγενείας που συνέδεε τους ενάγοντες με αυτόν, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εξαιρουμένης της ασφαλιστικής εταιρίας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική, καθώς και την μεγάλη ψυχική οδύνη και θλίψη που υπέστησαν τα μέλη της οικογένειας του θανόντος Α.
Π. από τον αδόκητο θάνατό του, κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτούς, χρηματική ικανοποίηση που καθορίζεται για την μητέρα του, πρώτη ενάγουσα, στο ποσό των 70.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του, λοιπούς ενάγοντες, στο ποσό των 20.000 ευρώ, τα οποία κρίνονται εύλογα και δίκαια μετά τη στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων (άρθρ. 932 ΑΚ)...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της 1ης αναιρεσείουσας - μητέρας του θύματος στο ποσό των 70.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε γονείς.
Επομένως ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς την 1η αναιρεσείουσα, μητέρα του θύματος, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αντίθετα, όμως, το Εφετείο, με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των 2ης έως 5ης των αναιρεσειόντων - αδελφών του θύματος στο ποσό των 20.000 ευρώ για καθένα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό υπολείπεται καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις σε αδελφούς θυμάτων.
Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η 2η έως και η 5η των αναιρεσειόντων, αδελφοί του θύματος, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ του Συντ/τος και 932 ΑΚ αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθένα από αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό (20.000 ευρώ), το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το ποσό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις σε αδελφούς και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες -αδελφούς του θύματος, να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και ο 2ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι την Αρχή της Αναλογικότητας υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του ανωτέρω άρθρου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, η απαίτηση από αδικοπραξία για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 76/2016).
Αντίθετα, ως προς την 1η αναιρεσείουσα - μητέρα του θύματος ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που της επιδικάστηκε, δεν προσβάλλει το ενοχικό ως άνω περιουσιακό δικαίωμα αυτής.
Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 1ης αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (κατά την αναλογία της) στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η 1η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, ενώ δεν πρέπει να περιληφθεί διάταξη για δικαστική δαπάνη σε βάρος της 1ης αναιρεσείουσας και υπέρ του 1ου και της 2ης των αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους, δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.
Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 2ης έως και της 5ης των αναιρεσειόντων πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την από 15-10-2012 (αρ. κατ. .../2012) αγωγή των ανωτέρω αναιρεσειόντων, αδελφών του θύματος, Α. Π. ως προς την επιδικασθείσα σ’ αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί επίσης, η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι ως άνω (2η έως και την 5η) αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠλΔ) στα δικαστικά έξοδα της 2ης έως και της 5ης των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Απορρίπτει την από 18-1-2017 (αρ. κατ. …2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 768/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς την 1η αναιρεσείουσα.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την 1η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης 3ης αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Β) Αναιρεί την ανωτέρω υπ’ αρ. 768/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη 2η έως και την 5η των αναιρεσειόντων, αδελφών του θύματος, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης (κεφάλαιο της επιδικασθείσας σ’ αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης).
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει να επιστραφεί στους ανωτέρω αναιρεσείοντες το παράβολο, που αυτοί κατέθεσαν, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσειόντων - αδελφών του θύματος, Α. Π., που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ