Supreme Court allows appeal on public enterprise employee compensation, remands case for trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding employee compensation in a public enterprise. The Court found the lower court erred by applying regulations for non-profit entities to a profit-making public enterprise. Consequently, the appeal was accepted as substantively valid, the lower judgment was vacated, and the case was remanded for trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 277, 280, 283, 287, 291 of Presidential Decree 410/1995; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Public enterprises established for profit-making activities are governed by private law rules, and applying regulations for non-profit entities to such enterprises constitutes a legal error warranting the annulment of the lower judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 598 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 598/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ - ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΕΔΕΑ", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής, τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ορισθέντα εκκαθαριστή Μιχαήλ Τσιάβο, ως καθολικής διαδόχου της πρώην Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Αργυρούπολης (ΚΕΔΑ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουλουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ι. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Νικόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1112/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5977/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 13-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5977/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες, στην κρινόμενη, ως εκ του κρισίμου χρόνου, ένδικη περίπτωση, διατάξεις των άρθρων 277, 280, 283, 287, 291 του ΠΔ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας", καθώς και εκείνες των άρθρων 246 παρ. 1, 5 και 7, 247 παρ. 2 εδ. β', γ' και 252 παρ. 1, 2, 3 του κωδικοποιητικού του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα ΠΔ 76/1985 (όμοιες και οι διατάξεις του ΠΔ 323/1989), οι δημοτικές επιχειρήσεις, τις οποίες μπορούν να συνιστούν οι δήμοι για την επίτευξη ορισμένων σκοπών, αναφερομένων στις ανωτέρω διατάξεις (1.
εκτέλεση έργων για την εξυπηρέτηση του κοινού και την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, 2. παραγωγή αγαθών ή παροχή υπηρεσιών με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, και 3. την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων), αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτόν το νόμο.
Η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση (παρ. 1 άρθρου 280). Η εργασιακή σχέση του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (παρ. 3 άρθρου 283).
Η οργάνωση, λειτουργία και διοίκηση των επιχειρήσεων τούτων ρυθμίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών και κατά τα λοιπά, με την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας (άρθρο 287). Κατά δε την § 9 του άρθρου 291 του αυτού ως άνω ΠΔ και την § 1 περ. ε' του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, οι δημοτικές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στους φορείς του δημοσίου τομέα της § 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (παρ. 9 άρθρου 291).
Συνεπώς, από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ούτε ειδικότερα οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των οργανισμών αυτών (OTA) επιχειρήσεις, που λειτουργούν υπό τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και σ' αυτές έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου, όπως ισχύουν για κάθε επιχείρηση του ιδιωτικού τομέα.
Υπό την ισχύ, λοιπόν, των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων, οι επιχειρήσεις αυτές, δεν ήταν μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, αλλά επιχειρήσεις που επεδίωκαν την είσπραξη εσόδων, από την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, από τα οποία αντιμετώπιζαν τις λειτουργικές τους ανάγκες. Επιχειρήματα, που συνηγορούν για την άποψη αυτή, αποτελούν τα οριζόμενα: 1) στη διάταξη της παρ. 8 του εν λόγω ΠΔ (όμοιο άρθρο 260 π.δ. 323/1989), σύμφωνα με την οποία, δεν επιτρέπεται η επιχορήγηση από νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, δήμο ή κοινότητα, οποιασδήποτε επιχείρησης που αυτοί συνιστούν ή συμμετέχουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 35 του παρόντος διατάγματος (που αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης).
Με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3345/2005 προστέθηκε εδ. β' στην εν λόγω διάταξη σύμφωνα με την οποία, έκτοτε "Κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η επιχορήγηση αστικών εταιριών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τις οποίες έχουν ιδρύσει ή στις οποίες συμμετέχουν (Ο.Τ.Α.), εφόσον ο σκοπός τους αναφέρεται στην αντιμετώπιση προβλημάτων που απορρέουν από τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών.", 2) στο άρθρο 280 παρ. 3 "Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, που εγκρίνεται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από τη διαχείριση, μετά την αφαίρεση των αποσβέσεων και τη δημιουργία του απαραίτητου αποθεματικού, μπορεί να διατίθενται για τη βελτίωση ή την επέκταση των εγκαταστάσεων της επιχείρησης ή να διατίθενται στο δήμο ή στην κοινότητα για την εκτέλεση κοινωφελών έργων.
Με την ίδια απόφαση το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης εκτιμώντας τους στόχους, την αποδοτικότητα και την παραγωγικότητά της, μπορεί να κρατήσει μέχρι είκοσι πέντε στα εκατό από τα καθαρά κέρδη, σε ιδιαίτερο λογαριασμό για την παροχή κινήτρων στους εργαζόμενους, με τη μορφή πρόσθετων υλικών αμοιβών.
Τα κριτήρια και η διαδικασία καταβολής των αμοιβών αυτών και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται στον Κανονισμό Προσωπικού της παραγράφου 2 του άρθρου 283. Οι πρόσθετες αυτές αμοιβές δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές κατά την έννοια των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και αποτελούν φορολογητέο εισόδημα μόνο κατά το ήμισυ", 3) στη ΥΑ 250/1984, που εκδόθηκε, κατ' εφαρμογή εξουσιοδοτικών διατάξεων, προγενεστέρων νομοθετημάτων, με όμοιο, με τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις, περιεχόμενο, και συνέχισε να ρυθμίζει τα ίδια θέματα και μετά την έκδοση των νέων διατάξεων, Δημοτική ή Κοινοτική επιχείρηση διαλύεται και (παρ. 2 περ.
β'): σε περίπτωση πτωχεύσεως και 4) στην παρ. 2 του άρθρου 287 (άρθρο 270 ΠΔ 232/1989) όπου ορίζεται "κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας". Το πρώτον, προβλέφθηκε, για τους Ο.Τ.Α., η δυνατότητα ίδρυσης κοινωφελών επιχειρήσεων (μη κερδοσκοπικών), με το ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
Με το άρθρο 269 παρ. 1 και 2 του τελευταίου νόμου, προβλέφθηκε ότι, από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31.12.2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση (§ 1).
Υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις του άρθρου 277 του ΠΔ 410/1995 του ίδιου Δήμου ή Κοινότητας είναι δυνατόν να συγχωνευθούν έως 31.12.2007 κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 263. Με τη διάταξη του επόμενου άρθρου (270 παρ. 1) του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι, επιχειρήσεις των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου εξακολουθούν μέχρι τη συγχώνευση, λύση ή μετατροπή τους να διέπονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΠΔ 410/ 1995.
Ενόψει όλων αυτών, οι αμοιβές των μισθωτών που απασχολούνταν, στις επιχειρήσεις αυτές, πριν την ισχύ του τελευταίου νόμου και μέχρι τη συγχώνευση ή τη λύση των επιχειρήσεων αυτών ή την μετατροπή τους σε κοινωφελείς (μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα) επιχειρήσεις, ρυθμίζονται, από την μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία (ατομική σύμβαση), ή από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε.
και αν δεν υφίστανται, από την εκάστοτε ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και όχι από τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που ρύθμιζαν τους όρους αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, ταυτόσημη, με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι, στις 5.5.2004 προσελήφθη κατόπιν προκήρυξης του τρίτου εναγομένου Δήμου Αργυρούπολης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί, ως υπάλληλος γραφείου, στη δημοτική επιχείρηση του Δήμου Αργυρούπολης με την επωνυμία "Κέντρο Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Στελεχών Εφαρμογής Κ.Ε.Ε.Σ.Ε.", η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με άλλη επιχείρηση του ίδιου Δήμου, και αποτέλεσαν την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους.
Ότι με την παραπάνω ειδικότητα προσέφερε τις υπηρεσίες της υπό τον έλεγχο του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριάς της, μέχρι τις 6.5.2008, οπότε και απολύθηκε. Ότι από την εργασία της αυτή της οφείλονται συνολικά 29.556,54 ευρώ ως διαφορές μεταξύ των καταβληθέντων και νομίμων μισθών των ετών 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008, αποδοχές και επίδομα αδείας και επιδόματα εορτών για τα ίδια ως άνω έτη και αποζημίωση απόλυσης (όπως τα επί μέρους ποσά των διαφορών αυτών αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή με βάση τις ΚΥΑ, που έχουν εκδοθεί για τους εργαζόμενους σε ΝΠΙΔ, όπως και ο εργοδότης της).
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα, με βάση, αφενός μεν, τη σύμβαση, αφετέρου δε τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα της οφείλει το εν λόγω ποσό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μον.Πρωτ.Αθ.), με την υπ' αρ. 1112/ 2011 οριστική του απόφαση, δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η εκκαλούσα - εναγομένη είναι Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση που συστήθηκε με την υπ' αρ. 1541/1131/21.1.2009 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 141 Β'/ 30.1.2009 και αποτελεί τη συστατική της πράξη.
Η ανωτέρω απόφαση του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, ενέκρινε την υπ' αριθ. 299/2008 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αργυρούπολης, με την οποία συγχωνεύθηκαν οι μέχρι τότε υφιστάμενες δύο αμιγείς Δημοτικές Επιχειρήσεις του ιδίου Δήμου, ήτοι η "Δημοτική επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Αργυρούπολης (Δ.Ε.Α.Δ.Α.)" και η Δημοτική Επιχείρηση με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ" (Κ.Ε.Ε.Σ.Ε.), σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 263 του νέου Δημοτικού Κώδικα (Ν. 3463/2006), όπως ισχύει.
Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου 263 "Από την σύστασή της η νέα επιχείρηση υπεισέρχεται αυτοδικαίως ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργουμένων Επιχειρήσεων". Η εναγομένη είναι Κοινωφελής Επιχείρηση, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 252 του Δ.Κ.), και διέπεται από τις διατάξεις του Δημοτικού Κώδικα Περί Κοινωφελών Επιχειρήσεων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, δυνάμει της από 7-5-2004 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου τετραετούς διάρκειας, προσελήφθη από την συγχωνευμένη δημοτική επιχείρηση Κ.Ε.Ε.Σ.Ε., ως υπάλληλος γραφείου μέσω του ΟΑΕΔ, οι όροι δε εργασίας της καθώς και οι αποδοχές της διέπονται από τις ΚΥΑ Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, οι οποίες εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε όλους τους απασχολούμενους - με οποιαδήποτε ειδικότητα - με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις Δημοτικές μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, όπως είναι η εκκαλούσα, στις διατάξεις - ρυθμίσεις των οποίων υπάγεται το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως ΝΠΙΔ, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι για τον καθορισμό της αμοιβής της ενάγουσας ισχύουν οι ανωτέρω ΚΥΑ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζεται ότι για τους όρους αμοιβής της ενάγουσας εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε.
για τους απασχολούμενους στις εμπορικές επιχειρήσεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, υπολογίζοντας τις αμοιβές της τελευταίας με βάση τις ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί για τους απασχολούμενους σε ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
Με τις κρίσεις του όμως αυτές, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διαλαμβανόμενες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον εφάρμοσε τις διατάξεις των ως άνω ΚΥΑ, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Τούτο διότι, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη είχε προσληφθεί το έτος 2004 από την επιχείρηση του Δήμου Αργυρούπολης "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΣΤΕΛΕΧΩΝ Κ.Ε.Ε.Σ.Ε." (που απορροφήθηκε, δια συγχωνεύσεως από την αναιρεσείουσα).
Κατά λογική αναγκαιότητα το εν λόγω κέντρο, είχε ιδρυθεί υπό τις ισχύουσες, πριν την έκδοση του ν. 3463/2006, διατάξεις των ΠΔ για τα οποία έγινε λόγος προηγουμένως, σύμφωνα με τις οποίες δεν προβλεπόταν η ίδρυση μη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων. Οι αποδοχές, λοιπόν, του προσωπικού τους ρυθμίζονταν από Σ.Σ.Ε. ή την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
Το Εφετείο, όμως, για τον υπολογισμό των αποδοχών της αναιρεσίβλητης δεν εφάρμοσε τις τελευταίες, που είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά τις εκάστοτε ισχύουσες ΚΥΑ, για το προσωπικό των μη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, δεχθέν ότι και το κέντρο τούτο αποτελούσε ανάλογη επιχείρηση, αν και τούτο δεν προβλεπόταν, όπως αναφέρθηκε στις οικείες διατάξεις κατά το χρόνο ίδρυσής του και μέχρι το 2006.
Ούτε άλλωστε, μέχρι την απόλυση της ενάγουσας το 2008 είχε μετατραπεί σε τέτοιου είδους επιχείρηση, ενώ σκοπός του, σύμφωνα με το νόμο, ήταν η ανάπτυξη δραστηριοτήτων, για την πραγματοποίηση εσόδων και όχι η παροχή δωρεάν υπηρεσιών. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, ενόψει ιστορούμενων στο δικόγραφο της αγωγής και των ανέλεγκτων παραδοχών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν βρίσκει έρεισμα τις διατάξεις των ΚΥΑ με τις οποίες καθορίζονταν οι όροι αμοιβής των εργαζομένων σε μη κερδοσκοπικά ΝΠΙΔ, ιδιότητα την οποία δεν είχε, κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησης της ενάγουσας το "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΣΤΕΛΕΧΩΝ Κ.Ε.Ε.Σ.Ε.", στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οποίου, μετά το 2009 υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα, κατά την κύρια βάση της, αλλά και την επικουρική, αφού δεν συντρέχουν οι όροι του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επομένως, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης γι' αυτό επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση. Στη συνέχεια, αν και η αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα δεν ήταν νόμιμη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις πιο πάνω διατάξεις την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια κατ' ουσία βάσιμη.
Συνεπώς, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και αφού εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ως ηττώμενη διάδικος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 5977/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 15-9-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 1112/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται κατ' ουσία την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ