Legislator Case Law & Legislation
598/2012 AI generated

Appeal dismissed for lack of grounds and invalid composition of court regarding default judgment. Appeal rejected due to missing grounds and improper judge composition. Court ruled appeal inadmissible for lack of grounds and invalid composition. Appeal dismissed for missing grounds and improper judge composition. Appeal rejected due to missing grounds and improper composition. Appeal dismissed for lack of grounds and improper composition. Appeal rejected due to missing grounds and improper composition. Appeal dismissed for lack of grounds and improper composition.

Case Number 598/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against two appellate court decisions, ruling the request inadmissible due to the absence of any grounds for appeal. The appellant argued that the appellate court lacked a legal composition because judges who participated in the initial default judgment proceedings had also sat on the appellate bench. The court held that Article 52 of the Code of Civil Procedure restricts recusal to judgments issued after an appeal or retrial, explicitly excluding default judgments. Consequently, the court found the appellant's claims regarding the court's composition and the handling of the default appeal request to be unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 52 para. 1 lit. e C.Pol.D.; Art. 553 para. 1 lit. a C.Pol.D.; Art. 559 para. 2 lit. a, 8 C.Pol.D.; Art. 176, 183 C.Pol.D.; Art. 432 C.Pol.D.; Art. 312 C.Pol.D.; Art. 242 para. 2 C.Pol.D. The Code of Civil Procedure restricts judicial recusal to judgments issued after an appeal or retrial, explicitly excluding default judgments, and requires specific grounds for an appeal to be admissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility judicial composition default judgment judicial recusal Code of Civil Procedure inadmissible appeal legal grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 52 para. 1 lit. e C.Pol.D.
Art. 553 para. 1 lit. a C.Pol.D.
Art. 559 para. 2 lit. a, 8 C.Pol.D.
Art. 176, 183 C.Pol.D.
Art. 432 C.Pol.D.
Art. 312 C.Pol.D.
Art. 242 para. 2 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 598 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αίτηση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, ως προς την οποία υπάρχει η έλλειψη, έστω και ενός λόγου αναίρεσης. Δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή του συγγενικού του προσώπου, που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παρασταθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Η μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα τα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν τα χρησιμοποιεί για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν. Στο άρθρο 52 παρ. 1 περ. ε' του ΚΠολΔ δεν γίνεται λόγος για εξαίρεση δικαστών, που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση επί ανακοπής ερημοδικίας, αλλά, κατά τρόπο περιοριστικό, ορίζεται ότι η εξαίρεση αφορά μόνον απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από έφεση ή αναίρεση.

Αριθμός 598 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στο 12ο χλμ. της οδού Θεσσαλονίκης - Λαγκαδά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Λαμτζίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Τ. (T.) Κ. (K.) του Γ. (J.), υπηκόου Γεωργίας, προσωρινά διαμένοντος στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Λιόλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23281/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1677/2010 και 1112/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 § 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή.

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή και η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.

Το ανασταλτικό όμως αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση, έκτοτε δε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της αναίρεσης. Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις άρθρων 566§1 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αναιρετικής αίτησης είναι και το να περιέχεται στο έγγραφο αυτής ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, συνάγεται ότι, αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, ως προς την οποία υπάρχει η έλλειψη, έστω και ενός λόγου αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης προκύπτει ότι ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ.1112/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ερήμην της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 1677/2010 απόφασης του ίδιου Εφετείου, καθώς και η αναίρεση της τελευταίας ερήμην αποφάσεως. Στο δικόγραφο όμως της αίτησης αναιρέσεως δεν περιέχεται κανένας λόγος αναίρεσης, ως προς τη συμπροσβαλλόμενη τελευταία ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσα απόφαση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, καθ' όσον με αυτή διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1677/2010 εφετειακής απόφασης, είναι απαράδεκτη.

Κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 673 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 674 παρ. 2, εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και σύνεσης. Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.

Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί, για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε, και η αιφνίδια βαρειά ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξ αιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεως του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή του συγγενικού του προσώπου, που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παρασταθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση (μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ. των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, δημιουργεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πρώτη, απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας, προσβαλλόμενη 1112/2011 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο για συνδρομή ανώτερης βίας, που στήριζε την ανακοπή ερημοδικίας, που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, δέχθηκε τα ακόλουθα : Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία ισχυρίζεται ότι, κατά τη δικάσιμο της 1-3-2010, που εκδικάστηκε, ενώπιον του και έγινε δεκτή η έφεση του καθ' ου η ανακοπή κατά της 23281/2009 οριστικής απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν µπόρεσε να παρασταθεί και δικάστηκε ερήµην από λόγο ανώτερης βίας.

Συγκεκριμένα εκθέτει στην ανακοπή της, ότι μέτοχος αυτής τυγχάνει ο Γ. Δ., ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της, από την ίδρυση της µέχρι και την 6-5-2009, δηλαδή και κατά το διάστηµα της απασχόλησης του αντιδίκου της στην επιχείρηση της. Ότι ο άνω µέτοχος της, ο οποίος ήταν αυτός που προσλάβανε τον αντίδικο της και επιµελείτο όλων των υποθέσεων της, κατά το επίδικο διάστηµα, όντας ο µόνος αρµόδιος να επιµεληθεί της αντικρούσεως των ισχυρισµών του καθ' ου, ως µόνος γνώστης των χαρακτηριστικών της υποθέσεως, ασθένησε αιφνίδια περί τα µέσα του Φεβρουαρίου του 2010 και ειδικότερα εµφάνισε, λόγω της αρτηριακής υπερτάσεως του, αίσθηµα προκάρδιων παλµών επί κολπικής µαρµαρυγής και ο θεράπων ιατρός του Γ.

Μ. του συνέστησε αυστηρά την αποφυγή κάθε κόπωσης και στρες για έναν τουλάχιστον µήνα από την 15-2-2010. Ότι ο άνω µέτοχος της ήταν ο µόνος αρµόδιος και γνώστης όλων των ιδιαιτεροτήτων της υπό κρίση υποθέσεως, προκειµένου, συνεργαζόµενος µε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, να µεριµνήσει ούτως ώστε να αντικρουστούν τα αναπτυσσόμενα στην έφεση του αντιδίκου τους επιχειρήµατα, πλείστα των οποίων αφορούσαν ζητήµατα πραγµατικά και όχι νοµικά, πολύ δε περισσότερο να µεριµνήσει προκειµένου να εξευρεθούν µάρτυρες γνώστες όλων των υπό κρίση ζητηµάτων, προκειµένου να λάβει ένορκες βεβαιώσεις τους, προς αντίκρουση των ένορκων βεβαιώσεων που θα ελάµβανε ο αντίδικος της την 26-2-2010.

Ότι όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αποτάθηκε περί τα µέσα του Φεβρουαρίου του 2010 στον Γ. Δ., ζητώντας του να ξεκινήσουν την προετοιμασία της δίκης, αυτός, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης ασθένειας του, του δήλωσε αδυναμία συνεργασίας τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2010, στη συνέχεια δε η ίδια προσκόμισε στον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της την, από 15-2-2010 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω ειδικού καρδιολόγου, που περιέγραφε την πάθηση του Γ.

Δ. και τις αυστηρές συστάσεις του προς αυτόν και του ζήτησε να ζητήσει κατά τη δικάσιμο της 1-3-2010 αναβολή της συζητήσεως της εφέσεως του αντιδίκου της, για τους παραπάνω λόγους, πράγματι δε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσήλθε την 1-3-2010 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως για τους παραπάνω λόγους κομίζοντας και την ως άνω ιατρική βεβαίωση, πλην όμως το άνω δικαστήριο αρνήθηκε τη χορήγηση της αναβολής.

Επικαλούμενη λοιπόν ότι η αιφνίδια ασθένεια του Γ. Δ. και η εξ αυτής αδυναμία του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της πλήρoυς προετοιμασίας της, συνιστά γεγονός ανώτερης βίας, ζητεί να γίνει δεκτή η ανακοπή της, να εξαφανισθεί η 1677/2010 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και να επακολουθήσει νέα συζήτηση της υποθέσεως.

Ο μοναδικός αυτός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα προαναφερόμενα περιστατικά, που επικαλείται η ανακόπτουσα, για να δικαιολογήσει τη μη παράσταση της στο Δικαστήριο και τη συνακόλουθη ερημοδικία της, δεν συνιστούν περίπτωση ανώτερης βίας κατά την έννοια που προεκτέθηκε, καθόσον τα γεγονότα αυτά δεν την παρεμπόδιζαν να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να αντικρούσει την έφεση του καθ' ου η ανακοπή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, τον οποίο και µπορούσε να ειδοποιήσει ο νόµιµος εκπρόσωπος της, όπως και έγινε, αφού, όπως ρητά εκτίθεται στην ανακοπή, ειδοποιήθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας, ο οποίος και προσήλθε την 1-3-2010 ενώπιον του Εφετείου και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως για τους παραπάνω λόγους, πλην όµως το αίτημα αυτό απορρίφθηκε και ακολούθως συζητήθηκε η έφεση του καθ' ου ερήµην της ανακόπτουσας.

Έτσι, όμως, δεν µπορεί να γίνει λόγος για αδυναµία εµφάνισης της ανακόπτουσας κατά τη δικάσιµο της 1-3-2010 λόγω γεγονότος εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν µπορούσε να αποφευχθεί µε µέτρα άκρας επιµέλειας και συνέσεως. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή ερημοδικίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να υπαγάγει με βάση αυτά, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που, (όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου) εκτίθενται στην ανακοπή, στον κανόνα του άρθρου 673 § 1 ΚΠολΔ και, ακόμη, δεν παραβίασε την, από το ουσιαστικό δίκαιο, νομική έννοια της ανώτερης βίας, που αναφέρεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 673 §1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 περ. β' του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και συνεπώς στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει αποδεικτικό πόρισμα, οι, από τους αρ.19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι σχετικές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά (άρθρ. 432 ΚΠολΔ, πρβλ και άρθρ.312 του ίδιου Κώδικα).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 52 παρ. 1 περ. ε Κ.Πολ.Δ. "δικαστές και εισαγγελείς ... μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο ε) αν διεξήγαγαν την υπόθεση από την οποία προήλθε η διαφορά ... ή είχαν μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση είχε προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση". Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται λόγος για εξαίρεση δικαστών, που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε απόφαση επί ανακοπής ερημοδικίας, αλλά, κατά τρόπο σαφή και περιοριστικό, ορίζεται ότι η εξαίρεση αφορά μόνον απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από έφεση ή αναίρεση.

Συνεπώς δεν περιλαμβάνονται και οι αποφάσεις που εκδίδονται επί ανακοπών ερημοδικίας, αφού, κάτι τέτοιο, δεν επιτάσσεται από την παραπάνω διάταξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων, κατά τη δικάσιμο της 1-3-2010, στη σύνθεση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε, ερήμην της αναιρεσείουσας, την 1677/2010 απόφαση του, επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής και της 23281/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συμμετείχαν η Πρόεδρος Εφετών Άννα Μιχαλοπούλου και ο Εφέτης Κωνσταντίνος Γεωργιάδης.

Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα άσκησε την με αρ. κατάθεσης 12/19-10-2010 ανακοπή ερημοδικίας, η συζήτηση της οποίας έγινε την 16-5-2011, και στη σύνθεση του Δικαστηρίου που τη δίκασε και εξέδωσε την 1112/2011 απόφαση, συμμετείχαν και πάλι οι παραπάνω δικαστές. Όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 52 παρ. 1 περ. ε του ΚΠολΔ δεν γίνεται λόγος για εξαίρεση δικαστών, που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση επί ανακοπής ερημοδικίας, αλλά, κατά τρόπο περιοριστικό, ορίζεται ότι η εξαίρεση αφορά μόνον απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από έφεση ή αναίρεση.

Επομένως, οι πέμπτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει, αντίστοιχα, τις, από το άρθρο 559 αριθ. 2 και 8 του ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 1112/2011 απόφαση, δεν είχε νόμιμη σύνθεση και ακόμη δεν απάντησε στο αίτημα της, περί μη εκδίκασης της ανακοπής ερημοδικίας από την ίδια σύνθεση, είναι αβάσιμοι.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 1-7-2011, αίτηση αναιρέσεως των 1112/2011 και 1677/2010 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ