Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for failure to deduct pension from damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to a third party. The court held that the insurance company failed to deduct the claimant's pension from the awarded damages, a requirement under Greek law. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied the statutory obligation to offset pension income against compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 929 and 930 of the Civil Code; The insurance company must deduct the pension of the injured party from the damages awarded to them, and failure to do so constitutes a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 598 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 598/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Πετρόχειλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6/2/2001 και 18/11/2001 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 11/9/2001 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 19/10/2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/4/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 12/12/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2/4/2007 αίτησης αναίρεσης κατά της 22/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται:α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 277 ΑΚ, το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί. Με τον πρώτο, κατά το ένα σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 195 Εμπ. Ν., το οποίο καθιερώνει τριετή παραγραφή της αξίωσης, που πηγάζει από τη σύμβαση ασφάλισης κατά ζημιών ή επί της ζωής, αρχομένη από του τέλους του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση, δεν απέρριψε τις, κατά της αναιρεσείουσας-ασφαλιστικής εταιρείας, πλαγιαστικές αγωγές του νυν αναιρεσίβλητου-ζημιωθέντος τρίτου, παρότι αυτές είχαν υποπέσει στην ως άνω τριετή παραγραφή, λόγου παρέλευσης τριετίας από το ατύχημα (14-5-1997) μέχρι την επίδοση των ως άνω πλαγιαστικών αγωγών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο ότι προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραγραφής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι επανέφερε αυτόν, με σχετικό λόγο της, ενώπιον του Εφετείου, ασκηθείσας έφεσής της, ή με τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις της, τις αφορώσες την αντίθετη έφεση του ζημιωθέντος τρίτου-νυν αναιρεσιβλήτου.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικών εγγράφων, ελεγχομένων δικογράφων της έφεσης και των προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε ισχυρισμό (ένσταση), περί παραγραφής της περιεχομένης στις πλαγιαστικές αγωγές αξίωσης του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, τον οποίο ισχυρισμό, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν το οφειλέτης δεν προβαίνει σε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του.
Το δικαίωμα το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Εξάλλου ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξίωσης του (άρθρο 10 παρ. 2 Ν. 489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εφ' όσον η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή κατά το άρθρο 195 του Ε.Ν. (ήδη άρθρο 10 Ν.2496/1997).
Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι από του χρόνου που ο παθών τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημίωσης αγωγή. Υπάρχει η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στο ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 398/2007, ΑΠ 1535/2007, ΑΠ 239/2008). Με τον ίδιο πρώτο κατά το δεύτερο μέρος αυτού, μη χαρακτηριζόμενο στο αναιρετήριο, προφανώς όμως από τους άρθρο 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 72 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί, τις σωρευόμενες στα δικόγραφα των ενδίκων αγωγών επικουρικές πλαγιαστικές αγωγές, κατά της νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και από τα παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελεγχόμενα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής, ως προς το ως άνω ζήτημα: Ο ενάγων-νυν αναιρεσίβλητος Ψ1, με τις από 6-2-2001 και 18-11-2001 αγωγές του, ισχυρίσθηκε ότι υπέστη τις αναφερόμενες σ' αυτές ζημίες, εξ αιτίας του περιγραφομένου τροχαίου ατυχήματος, το οποίο προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγού του υπ' αριθμ.
Κυκλοφορίας ...δικύκλου μοτοποδηλάτου, επί του οποίου ο ενάγων επέβαινε ως συνεπιβάτης και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρεία-νυν αναιρεσείουσα, ζητούσε δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποκαταστήσουν τις ως άνω ζημίες του ενάγοντος.
Παράλληλα, ο ενάγων, στα ίδια ως άνω δικόγραφα, των άνω κυρίων αγωγών του, σώρευσε και πλαγιαστικές αγωγές, κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με τις οποίες ζητούσε, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή κατ' ουσία η τυχόν προβληθησομένη από αυτήν ένσταση παραγραφής, της ευθείας κατ' αυτής από τη σύμβαση ασφάλισης αξίωσής του, να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ασφαλισμένο της εναγόμενο, ο οποίος αδρανεί να ασκήσει τις κατ' αυτής αξιώσεις του, τα ποσά, τα οποία αυτός θα υποχρεωθεί να καταβάλει, σε περίπτωση ευδοκίμησης των κυρίων αγωγών.
Το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμες κατ' ουσία τις ασκηθείσες από τον ζημιωθέντα τρίτο-νυν αναιρεσίβλητο κύριες αγωγές, από 6-2-2001 και από 18-11-2001, ως προς τον εναγόμενο υπαίτιο οδηγό, ενώ, περαιτέρω, δέχθηκε ότι αυτές είχαν υποπέσει, ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στην προβλεπόμενη, από το αρθ. 10 παρ. 2 Ν.489/1976, διετή παραγραφή, διότι από την ημέρα του ατυχήματος (15-5-1997), μέχρι την άσκησή τους είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Στη συνέχεια, ως προς τις σωρευόμενες στο καθένα από τα ίδια ως άνω δικόγραφα πλαγιαστικές αγωγές, δέχθηκε ότι ο εναγομένος Δ1, οδηγός και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου υπ' αρ. ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου, η ευθύνη του οποίου ενεργοποιήθηκε με την επίδοση προς αυτόν των κυρίων αγωγών, αδράνησε να ασκήσει τις νόμιμες αξιώσεις του κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, που απορρέουν από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου μοτοποδηλάτου, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος Ψ1 κατ' αυτού.
Ειδικότερα, ο Δ1 μολονότι γνώριζε ότι κατά τον χρόνο άσκησης των ενδίκων αγωγών του ενάγοντος Ψ1 κατ' αυτού και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, είχε ήδη παρέλθει διετία από το επίδικο ατύχημα και συγχρόνως γινόταν λόγος, στις ένδικες αγωγές του ενάγοντος για τυχόν πρόταση εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας της ένστασης διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του (ενάγοντος), δεν άσκησε παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία αυτός (Δ1) να ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει όποιο ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα Ψ1, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού.
Λόγω της προαναφερθείσας αδράνειας του Δ1 ο ενάγων Ψ1, που είναι δανειστής του, άσκησε όλως ως επικουρικά πλαγιαστικές αγωγές κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίες κατ' άρθρο 72 του ΚΠολΔ, τις οποίες σώρευσε στα ίδια δικόγραφα των από 6-2-2001 και 18-11-2001 επί των αγωγών του.
Υπό τις παραδοχές αυτές όσα σχετικά διαλαμβάνονται, κατά τα προεκτεθέντα, στα δικόγραφα των αγωγών η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ως νόμιμες και ως βάσιμες κατ' ουσία, τις πλαγιαστικές αυτές αγωγές κατά της νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 72 του ΚΠολΔ αλλ' ούτε και εκ πλαγίον, αφού επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ως άνω ζήτημα, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο κι έτσι δεν στέρησε αυτή νόμιμης βάσης. Επομένως ο περί του αντιθέτου προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, η οποία περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος. Στο άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ ορίζεται ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, κατά την οποία η κατά του ζημιώσαντος αξίωση του παθόντος για αποζημίωση δεν μπορεί να αποκρουσθεί από τον ζημιώσαντα εκ του λόγου ότι άλλος εκ του νόμου υποχρεούμενος κατέβαλε στον παθόντα, που απέσχε από την εργασία του, τις αποδοχές του. Διότι κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι τρίτος είναι υπόχρεος από το νόμο ή εξ άλλου λόγου να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε (ΑΠ 1127/2002).
Με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 930 παρ. 3 και 929 ΑΚ, εκ του ότι, παρά το ότι δέχθηκε πως ο ενάγων-νυν αναιρεσίβλητος, λαμβάνει σύνταξη από τον ΟΓΑ, εν τούτοις δεν αφαίρεσε το αναλογούν, στη σύνταξη αυτή μηνιαίο ποσό, από την επιδικασθείσα σ' αυτόν αποζημίωση, ένεκα απώλειας εισοδήματος.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο, το οποίο επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση, λόγω απώλειας εισοδήματος, καίτοι δέχθηκε ότι αυτός λαμβάνει και μηνιαία σύνταξη από τον ΟΓΑ, το ποσό της οποίας δεν αφήρεσε από το επιδικασθέν ποσό, δεν έσφαλε, ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. IV. Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα δικύκλου κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ο ασφαλισμένος της και να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο οδηγός του οχήματος αυτού ήταν ο αναιρεσίβλητος, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ο λόγος αυτός καθ' όσον αφορά τη δεύτερη πλημμέλεια είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα και δεν προσδιορίζεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε τα ελλείποντα στοιχεία, που θα καθιστούσαν επαρκή την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης ως προς το ανωτέρω ζήτημα, αλλά υπό την προσχηματική επίκληση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πραγματικά περιστατικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς το γενόμενο δεκτό ότι ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα.
Ομοίως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος ως προς την πρώτη αναιρετική πλημμέλεια, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον η προβαλλόμενη με το αναιρετήριο παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ανάγεται σε εκτίμηση των αποδείξεων και όχι σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 2-4-2007 αίτηση της εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" για αναίρεση της 22/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ